Έντονη αντιπαράθεση σημειώθηκε μεταξύ των Κ.Καραμανλή και Γ.Παπανδρέου κατά την προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή για τα εθνικά θέματα, που διεξήχθη την Πέμπτη, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Ο πρωθυπουργός ζήτησε συναίνεση στην εξωτερική πολιτική, αλλά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απάντησε με σκληρή κριτική.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, υπό το κλίμα της επικείμενης δημοσιοποίησης της έκθεσης προόδου της Κομισιόν για την Τουρκία και των διαβουλεύσεων επί της φινλανδικής πρωτοβουλίας για το Κυπριακό.

Ο Κ.Καραμανλής διαμήνυσε στην Αγκυρα ότι από την ίδια εξαρτώνται, «τόσο ο ρυθμός, όσο και η τελική κατάληξη της ευρωπαϊκής πορείας της», ωστόσο υπογράμμισε πως «η έως τώρα συμπεριφορά της Τουρκίας υπολείπεται των δεσμεύσεών της».

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι για την επίτευξη σταθερών σχέσεων καλής γειτονίας «δεν βοηθά η διατήρηση του απαράδεκτου αναχρονισμού του casus belli» και ότι «δεν γίνεται να αγνοούνται οι υποχρεώσεις της προς τα κράτη-μέλη της Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Κυπριακή Δημοκρατία».

Σημείωσε, δε: «Δεν μπορεί να παρατείνεται επ' αόριστον η πολιτική παραδοξότητα της μη αναγνώρισης ενός κράτους-μέλους από ένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος».

«Η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Τελωνειακής Ένωσης, για το άνοιγμα των λιμανιών και των αεροδρομίων της γείτονος στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα, αποτελεί ρητή συμβατική υποχρέωση της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και προς το σύνολο των μελών της» επισήμανε ο κ. Καραμανλής, υπογραμμίζοντας ότι «η υποχρέωση αυτή, είναι αυτοτελής και δεν μπορεί να συνδέεται με ζητήματα, που αφορούν την εσωτερική λειτουργία της Ένωσης».

Διευκρίνισε ότι «ο Κανονισμός Εμπορίου μεταξύ της ΕΕ και της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι εσωτερικό ζήτημα της Ένωσης» και παρατήρησε ότι η Αθήνα υποστηρίζει την προσπάθεια της φινλανδικής Προεδρίας, «συμμεριζόμενη την προσέγγιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την επίτευξη του καλύτερου αποτελέσματος».

Καταλήγοντας, ο Κ.Καραμανλής τόνισε: «Η εμπειρία του παρελθόντος, τα προβλήματα του παρόντος, αλλά και οι προκλήσεις του μέλλοντος υποδεικνύουν, σε όλους μας, την ανάγκη συνένωσης των δυνάμεών μας σε κοινούς στόχους. Απαιτούν συνεννόηση, συνέργια, πολιτική ευθύνη. Απαιτούν ενότητα και ομοψυχία στις μεγάλες εθνικές υποθέσεις και όχι στείρα αντιπαράθεση. Απαιτούν γενναιότητα και σωφροσύνη και όχι απόπειρες τεχνητής όξυνσης».

Ο Γ.Παπανδρέου απάντησε σχετικά ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι συνυπεύθυνο στις διπλωματικές αποτυχίες της κυβέρνησης, που έχει εγκαταλείψει τα διπλωματικά όπλα και δεν κάνει κάποια κίνηση.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική υπό τη διακυβέρνηση της ΝΔ διέπεται από φόβο σε σχέση με το πολιτικό κόστος, αδράνεια και αβουλία, με αποτέλεσμα να κατασπαταληθεί το κεφάλαιο αξιοπιστίας και κύρους της χώρας, που είχαν εξασφαλίσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Ο Γ.Παπανδρέου επέκρινε με σφοδρότητα τους χειρισμούς του πρωθυπουργού στα εθνικά θέματα, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων: «Εγώ δεν θα έβγαινα στο CNN να πω δημόσια ότι δεν θα βάλω βέτο. Δεν θα κλεινόμουνα στο Μαξίμου με την κρίση στο Λίβανο. Δεν θα έβαζα τον ΥΠΕΞ να πει ότι δεν χρειάζεται η προσφυγή στη Χάγη. Δεν θα ακυρώναμε τη δυναμική διεθνοποίησης του Κυπριακού που πετύχαμε τα τελευταία χρόνια με κόπο. Δεν θα κρύβαμε την έλλειψη στρατηγικής πίσω από τη συνεχή επανάληψη της φράσης ότι στηρίζουμε τις αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας» και κατέληξε: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να κρύβεται».

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πρότεινε να αναλάβει η Ελλάδα πρωτοβουλία για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Κύπρου και να ζητήσει την άμεση αποστρατιωτικοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Σας προτείνω να το πάρετε στα χέρια σας, καθώς σήμερα κανείς δεν πιστεύει ότι η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή κοινότητα κινδυνεύει, κανείς δεν πιστεύει ότι οι στρατιώτες βρίσκονται για την ασφάλεια της Τουρκίας. Όταν ο κ. Ερντογάν μου ζήτησε αμοιβαίες κινήσεις καλής θέλησης, αυτό του πρότεινα: Την αποστρατιωτικοποίηση».

Απαντώντας στην κριτική του Γ.Παπανδρέου, ο πρωθυπουργός επισήμανε: «Κανένας στον κόσμο δεν έχει παρόμοια άποψη και δεν αναπτύσσει τόσο βαριές καταγγελίες σε βάρος της Ελλάδας. Μόνο εσείς κ. Παπανδρέου», ενώ τον κατηγόρησε ότι κινείται «με ελαφρότητα σε τόσο σοβαρά ζητήματα».

Από την πλευρά της, η γραμματέας του ΚΚΕ Αλ.Παπαρήγα τόνισε: «Είμαστε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης όχι μόνο στο επίπεδο των λαών, αλλά και των κυβερνήσεων και των κρατών. Δεν έχουμε κανένα λόγο να οξύνουμε τις αντιθέσεις μας, υπάρχουν όμως και όρια, όπως η επέκταση των 12 μιλίων που είναι αναφαίρετο δικαίωμα μας».

Παράλληλα, η κ. Παπαρήγα αφού κατηγόρησε τα δύο μεγάλα κόμματα ότι στην εξωτερική τους πολιτική έχουν μόνο παραλλαγές και αποχρώσεις και δεν διαφωνούν επί της ουσίας, έδωσε έμφαση και στις πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη για τη λύση του κυπριακού προβλήματος, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση της φινλανδικής προεδρίας είναι μία παραλλαγή του σχεδίου Ανάν.

«Οι προτάσεις που κάνει η φινλανδική προεδρία με λείανση των γωνιών είναι παραλλαγή του σχεδίου Ανάν. Και δεν είμαι βέβαιη ότι θα αντιδρούσε η ελληνική κυβέρνηση αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς», σημείωσε η κ. Παπαρήγα.

Στη δευτερολογία της η κ. Παπαρήγα δήλωσε ότι το ΚΚΕ δεν έχει καμία εμπιστοσύνη είτε στην κυβέρνηση είναι η ΝΔ είτε το ΠΑΣΟΚ, γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα δύο κόμματα. Για την ανάγκη εθνικής στρατηγικής είπε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια συμφωνία μόνο σε επιμέρους ζητήματα.

Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλ.Αλαβάνος τόνισε: «Είμαστε υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, οφείλει όμως η γειτονική χώρα να εφαρμόσει τις νομικές της υποχρεώσεις και το πρωτόκολλο της Αγκυρας. Η ενταξιακή της πορεία πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένα βήματα και όχι να γίνεται ανέξοδα η αναβάθμιση της».

«Θα ήταν παράλογο να ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις της ΕΕ με μία χώρα όταν αυτή δεν αναγνώριζε όλα τα κράτη - μέλη της Ένωσης. Η Αγκυρα οφείλει να εφαρμόσει τις νομικές της υποχρεώσεις και μία βασική από αυτές είναι εφαρμογή του Πρωτοκόλλου. Αυτό δεν συνδέεται με καμία άλλη εξέλιξη και άλλο ζήτημα αλλά είναι αυτοτελής της υποχρέωση», σημείωσε ο κ Αλαβάνος.

Στη δευτερολογία του ο κ. Αλαβάνος ανέφερε ότι η εξωτερική πολιτική που ακολούθησαν τα δύο κόμματα δεν οδήγησε σε βήματα προς τα εμπρός, προσθέτοντας ωστόσο ότι δεν θέλει να μηδενίσει κάποια θετικά αποτελέσματα, όπως η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Επίσης, αναφερόμενος στη φινλανδική πρωτοβουλία είπε ότι δημιουργεί κίνδυνο να αναγνωριστεί στην Κύπρο δεύτερη κρατική οντότητα.

Η υπουργός Εξωτερικών Ντ.Μπακογιάννη επισήμανε: «Η θέση της Ελλάδας είναι σαφής: Δεν μπορεί να προχωρήσει η Τουρκία στην ευρωπαϊκή της πορεία, χωρίς να έχει επιπτώσεις και κυρώσεις η τυχόν άρνησή της να προσαρμοστεί στις υποχρεώσεις της», διευκρινίζοντας τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης για τη «δύσκολη περίοδο του επόμενου διμήνου», όπου «θα πρέπει να φθάσει η ώρα της αλήθειας για το αν θα προσαρμοστεί ή όχι η Τουρκία, να τιμήσει το Πρωτόκολλο της Αγκυρας».

«Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει πάντα ως πρώτο στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό. Θέλω όμως να πω κάτι: Η Κύπρος δεν χρειάζεται κηδεμονία, αλλά υποστήριξη. Υποστήριξη και συνεργασία. Είναι ένα ανεξάρτητο κράτος στην ΕΕ χάριν στις κοινές προσπάθειες ολονών και θέλω να αναφερθώ στην προσφορά του μακαρίτη του Κρανιδιώτη - από κει και πέρα, όμως, σήμερα είναι μέλος της ΕΕ, θέλει την πλήρη στήριξη και συνεργασία μας αλλά όχι την κηδεμονία μας», τόνισε.

Στο πλαίσιο αυτό, η κ. Μπακογιάννη διευκρίνισε ότι η κυβέρνηση δέχεται να στηρίξει «οιαδήποτε πρόταση θα προέρχεται από την κυπριακή κυβέρνηση και καμία λύση ερήμην της. Επιβεβλημένες λύσεις δεν μπορούν να υπάρξουν».