Του Γιώργου Μιχελουδάκη*

Φθινόπωρο... Εποχή πτώσεων και ... εκπτώσεων. Μια εποχή μεταβατική, δύσκολη και εξαιρετικά μελαγχολική.

Πολύς ο λόγος τις μέρες αυτές για τους εκπαιδευτικούς και τις απέλπιδες προσπάθειές τους να γνωρίσουν στον κόσμο τα προβλήματά τους, να αντιπαλέψουν ακρότητες, διαστρεβλώσεις και ύβρεις.

Μέρες φθινοπωρινές και η μνήμη, επέστρεψε σ’ έναν κατεξοχήν “φθινοπωρινό” ποιητή, τον Κώστα Καρυωτάκη και στο ποίημά του “Πρέβεζα”: Ο οξυδερκής αυτός ποιητής σατιρίζει στο ποίημά του αυτό το συνθηκολογημένο δάσκαλο, ο οποίος κρατώντας μια εφημερίδα περιδιαβαίνει μια κοινωνία βουβή κι άτολμη, εξάρτημα της οποίας είναι κι ο ίδιος χωρίς φωνή, αντίσταση και διαφοροποίηση, μια φιγούρα τραγική, τυλιγμένη σ’ ένα αδιαπέραστο δίχτυ μοναξιάς: “Θάνατος κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα!..”

Κάποιες δεκαετίες αργότερα, οι δάσκαλοι της δικής μου γενιάς, (μέσα της δεκαετίας του ‘60) υπηρέτησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα αντιδραστικό, που εκμηδένιζε το μαθητή, εν τούτοις κατάφεραν να μας μεταδώσουν το φως της γνώσης και να γίνουν πρότυπα για μας. Ολα αυτά σε μια κοινωνία καταπιεσμένη, οικονομικά ανίσχυρη, με πολιτικούς εξτρεμισμούς και ... παροξυσμούς που οδήγησαν σε πραξικοπήματα και μύριες άλλες αγκυλώσεις. Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες στην Παιδεία, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, είναι οι μόνες φωτεινές εξαιρέσεις που μένουν στη μνήμη των περισσοτέρων της γενιάς μου. Προσπάθειες που πνίγηκαν νωρίς στη σιωπή...

Κύλησαν τα χρόνια και βρισκόμαστε σ’ έναν καινούργιο αιώνα, με την Παιδεία και μας τους εκπαιδευτικούς σαν χορδές μιας σπασμένης κιθάρας να ψάχνουμε τους ήχους μιας χαμένης-ξεχασμένης μουσικής. Σαν στίχοι ανήμποροι να βρουν μιαν ομοιοκαταληξία... Τι άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια; Πώς βλέπουμε σήμερα τον εκπαιδευτικό; Τι μέσα του εξασφαλίζουμε για να επιτελεί το έργο του; Εξακολουθούμε να τον θεωρούμε ακρογωνιαίο λίθο στην οικοδόμηση της προσωπικότητας των παιδιών μας; Είναι ο δάσκαλος πρότυπο γι’ αυτά; Οχι, ασφαλώς όχι!...

Οσοι νέοι στηριγμένοι στα όνειρά τους αποφασίζουν να επανδρώσουν το πλοίο της εκπαίδευσης, πολύ ενωρίς αντιλαμβάνονται ότι απλά και μόνο αποτελούν τον αδύνατο κρίκο μιας αλυσίδας που τίποτα δεν μπορεί να στηρίξει και να διασφαλίσει.

Ας είμαστε ρεαλιστές. Ποτέ κανείς όλα αυτά τα χρόνια δεν είδε τα πράγματα από τη σωστή οπτική. Ποτέ καμία εξουσία δεν έτεινε χέρι κατανόησης και συμπάθειας προς τον εκπαιδευτικό. Ποτέ δεν επιδίωξαν να γνωρίσουν, αν όχι να μοιραστούν τα προβλήματα και τις ανησυχίες των εκπαιδευτικών, που για να επιτελέσουν το έργο τους ξοδεύουν από το περίσσευμα της ψυχής τους χωρίς υποδομές, με συστήματα πεπαλαιωμένα, με μεταρρυθμίσεις κουρελόχαρτα.

Κανείς δεν μπόρεσε όλες αυτές τις δεκαετίες να αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα του εκπαιδευτικού έργου, ούτε να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά της προσφοράς της γνώσης. Είναι αληθινά τόσο δύσκολο να κατανοήσει κανείς ότι το λουλούδι της γνώσης δεν μπορεί ν’ ανθίσει σ’ ένα χέρσο περιβόλι μ’ ένα δάσκαλο αλλοτριωμένο, ανελεύθερο, δέσμιο των βιοτικών αναγκών;

Πώς να μιλήσει ένας δάσκαλος για ελευθερία και αρετή, όταν ο ίδιος είναι δέσμιος στεγανών και αγκυλώσεων; Πώς να “σταθεί” και να επιβιώσει με τις γλίσχρες αποδοχές του σε μια χρησιμοθηρική κοινωνία που λατρεύει το χρήμα σαν Θεό και που εκτιμά και αποτιμά την αξία του ανθρώπου από το μέγεθος των οικονομικών του δυνατοτήτων;

Ηταν λοιπόν λογικό επακόλουθο ο δάσκαλος να γίνει δρομέας μεγάλων μοναχικών αποστάσεων σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να καλύψει τις ανάγκες του.

Ομως όλα δεν χάθηκαν. Το πύρωμα της ψυχής του εκπαιδευτικού ποτέ δεν τον εγκατέλειψε. Ρίχτηκε σε αγώνες. Νίκησε και νικήθηκε, δεν έχει σημασία. Το έργο του παρέμεινε σταθερά ως ο προσανατολισμός του. Πολλές φορές τον προσεταιρίστηκαν, άλλες τόσες του υποσχέθηκαν πράγματα, αρκετές φορές τον πρόδωσαν.

Ολα αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά. Η ουσία είναι ότι ο δάσκαλος κατάφερε να ξεπεράσει όλες αυτές τις αντιξοότητες χωρίς ποτέ να χάσει τον σταθερό του προσανατολισμό: την προσφορά της γνώσης. Παράλληλα, ποτέ δεν ξέχασε ότι είναι φορέας αξιών. Το γεγονός ότι η εξουσία και η κοινωνία κατάφεραν να τον υποσκελίσουν και να τον απαξιώσουν, δεν τον πτόησε. Εξακολούθησε το έργο του παρά το ότι η κοινωνία δεν τον υπολόγισε, επειδή δεν διέθετε οικονομικό εκτόπισμα. Η ισοπέδωση και η ανατροπή των αξιών είχε αντίκτυπο στο διδασκαλικό έργο. Ο δάσκαλος όμως συνέχισε με υπομονή και θάρρος. Η εξουσία στάθηκε σχεδόν εχθρική απέναντί του, αμφισβητώντας την αξία του και κριτικάροντας αυστηρότατα την προσφορά του. Ομως, εκείνο το οποίο είναι σαφές με μια πρώτη σοβαρή αντιμετώπιση, είναι ότι το εκπαιδευτικό έργο δεν γίνεται εν κρυπτώ. Ο ανεπαρκής δάσκαλος γίνεται αμέσως αντιληπτός από τους σωστούς και αντικειμενικότατους κριτές του, που είναι οι μαθητές του. Ετσι, η θέση του γίνεται επισφαλής και κανείς δεν είναι δυνατόν να τον συνδράμει. Ο σωστός και επαρκής δάσκαλος είναι εκείνος που πέρα από το δυναμικό των γνώσεων και των εμπειριών του, διαθέτει το χάρισμα της επικοινωνίας με τα παιδιά.

Τελικά, είναι η προσωπικότητα του δασκάλου που κάνει τη διαφορά. Στοιχεία της μεταγγίζει στα παιδιά μ’ έναν έμμεσο αλλά ασφαλέστατο τρόπο. Αυτή είναι και η ουσιαστική πληρωμή του δασκάλου: η χαρά της προσφοράς που διακρίνει στα μάτια των μαθητών του. Τότε συμβαίνει το θαύμα που αναφέρει ο Ζακ Πρεβέρ στο ποίημά του “Σελίδα γραπτού”: “... κι οι τοίχοι της τάξης σωριάζονται ήσυχα / και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμμος / το μελάνι ξαναγίνεται νερό, τα θρανία ξαναγίνονται δέντρα / η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά / το φτερό (= ο κονδυλοφόρος) ξαναγίνεται πουλί...”.

Πολύς ο λόγος τις τελευταίες ημέρες για εντιμότητα, αξιοπρέπεια και ... χρήμα. Οι προσπάθειες των εκπαιδευτικών για καλυτέρευση της ζωής τους, οι επιθυμίες τους να καταφέρουν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις της ζωής, οι αγώνες τους να μπορούν να ζήσουν και να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα καλύτερο αύριο, ευτελίστηκαν στις αναφορές και αντεγκλήσεις των τηλεοπτικών παραθύρων μιας τηλεόρασης εντελώς τριτοκοσμικής. Το αδηφάγο μέσον πάσχισε όλες αυτές τις μέρες να μετατρέψει την ουσία ενός αξιοπρεπούς αγώνα σε φτηνό θέαμα κουρελιάζοντας υπολήψεις και απαξιώνοντας αιματηρές προσπάθειες.

Ομως οι εκπαιδευτικοί δεν είχαν ποτέ αυταπάτες.

Είναι συνηθισμένοι στα λίγα και γνωρίζουν να είναι αξιοπρεπείς. “Η τιμή, η τιμιότητα πόρρω απέχει από το χρήμα”, γράφει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης στο βιβλίο του “Η τιμή και το χρήμα”. Οι εκπαιδευτικοί είναι τίμιοι και συνεπείς εργαζόμενοι, κυρίως όμως δεν απεμπολούν την υπόληψή τους προκειμένου να αποκτήσουν χρήματα. Είναι κάτι που δεν συνάδει με το έργο τους. Τους ικανοποιεί το γεγονός ότι εκτελούν λειτούργημα, έστω κι αν οι αποδέκτες τους στους χαλεπούς καιρούς μας έχουν γίνει μειοψηφία και είναι οι συνειδητοί μαθητές.

Ισως κάποτε η κοινωνία καταλάβει το ρόλο του εκπαιδευτικού και αναθεωρήσει... Ως τότε οι δάσκαλοι θα εξακολουθήσουν να αγωνίζονται με πάθος και παρρησία μέχρι την τελική τους δικαίωση.

Ομως, μια κοινωνία που δεν σέβεται το δάσκαλο και που τον αντιμετωπίζει με τις ίδιες πρακτικές που αντιμετωπίζει τους κακοποιούς, τους ταραξίες και τους τρομοκράτες, πρέπει να γνωρίζει ότι αυτές οι συμπεριφορές θα γυρίσουν μπούμερανγκ εναντίον της!

* Ο Γιώργος Ε. Μιχελουδάκης είναι φιλόλογος