Του Κωνσταντή Ψυχογιού

Ο ενενηντάχρονος Μανώλης Κυπριωτάκης του Φραγκιού, από τα Πεζά, αφηγείται την τετράχρονη αιχμαλωσία του στους Ιταλούς (Servigliano κ.α. 1941-43) και τους Γερμανούς (Lamsdorf και άλλα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας αιχμαλώτων πολέμου, 1943-ʼ45, στην Αυστρία, την κατεχόμενη Πολωνία και τη Γερμανία) καθώς και την περιπετειώδη επιστροφή του στην Κρήτη

ΜΕΡΟΣ 1ο




Ενενήντα δύο χρονών (1914-) είναι σήμερον ο Μανώλης Κυπριωτάκης του Φραγκιού και ζει πολύ φτωχικά, συντροφιά με τη γυναίκα του Άννα, σʼ ένα μονοκάμαρο δωμάτιο στην Κάτω Γειτονιά των Πεζών. Τα ροζιασμένα χέρια του, που τα κινεί νευρικά όσην ώρα διηγάται την περιπέτεια της αιχμαλωσίας του, μαρτυρούν εβδομήντα χρόνους χειρωνακτικής δουλειάς για νʼ αντιπαλέψει τις στερήσεις και νʼ αναθρέψει την οικογένειά του (με τρία παιδιά). Αμέτρητα μεροκάματα έχει κάμει στο σκάψιμο, όπου για να βγει η δουλειά πρέπει συχνά να προστεθούν η καλή παρέα, το τραγούδι, ιστορίες πολλές κι ανέκδοτα. Μʼ αυτά ξεκουράζεται ο εργάτης της γης και παίρνει θάρρος να συνεχίσει. Σε τέτοιες συντροφιές ιστορούσε μετά την Κατοχή, ξανά και ξανά, ο Μανώλης του Φραγκιού τα παθήματά του από τα χρόνια που πέρασε αιχμάλωτος των Ιταλών (1941-43), και των Γερμανών (1943-45). Αμέτρητες αγγαρείες ένιωσε στο πετσί του... Δεν εγνώριζε και δεν μπορούσε να επικαλεσθεί, όπως οι Αγγλοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και λοιποί συγκρατούμενοί του, τους όρους της Συνθήκης της Γενεύης για τα δικαιώματα των αιχμαλώτων πολέμου. Κανείς δεν τον εσεβάστηκε. Ήταν ένας «παρακατιανός». Περιπλανήθηκε από τό ʼνα στρατόπεδο στʼ άλλο: από τον Αυλώνα της Αλβανίας (1941) στο Πρίντεζι, τον Τάραντα, το Σερβιλιάνο και τη Μάντοβα της Ιταλίας (1941-3), το Βόλφσμπεργκ(;) της Αυστρίας (1943), το Λάμσντορφ της Πολωνίας (1943), το Νόρντντορφ της Γερμανίας (1943-4), το Τάρνοβιτς, το Ούντεφελ και το Βόιτσεκ(;;) της Πολωνίας (1944). Στο τέρμα του πολέμου, σε μια μακρά πεζοπορία 79 ημερών (23-1-1945 έως 11-4-1945) πέρασε διάφορα χωριά της Πολωνίας, Τσεχοσλοβακίας, Αυστρίας και Γερμανίας, ώσπου να καταλήξει στην αεροπορική βάση του Λάνσχιουτ της Γερμανίας (1945). Εκεί κάπου (στο Άλντορφ) τον απελευθέρωσαν αυτόν και την παρέα του οι Σύμμαχοι (η 9η Αερομεταφερόμενη Αμερικανική Στρατιά). Παντού σκληρή κι απάνθρωπη δουλειά, ιδίως στʼ ανθρακωρυχεία της Πολωνίας. Τροφή σχεδόν ανύπαρκτη. Οι Ιταλοί, πάντως, θύματα και αυτοί των πρώην «συμμάχων» τους, του συμπεριφέρθηκαν με καλοσύνη. Από Ιταλούς έμαθε και μερικά τραγούδια. Τα θυμάται ακόμη. Μα η επιστροφή του, ως ελευθέρου πλέον πολίτη, δεν ήταν εύκολη. Διήρκεσε τρεισήμισυ μήνες (από τον Μάη έως τον Αύγουστο του 1945): Λάνσχιουτ Γερμανίας, Ρέμς Γαλλίας, Οξφόρδη Αγγλίας, Γλασκώβη Σκωτίας, Νάπολη και Τάραντας Ιταλίας, Πειραιάς, Ηράκλειο. Μια ματιά στον χάρτη της Ευρώπης είνʼ απαραίτητη για να κατανοήσομε τις αποστάσεις και τη δυσκολία των μετακινήσεων εκείνων. Σήμερον ο Μανωλάκης του Φραγκιού έχει φθάσει σε βαθιά γεράματα. Έχασε και το φως του. Είχε κάποτε κάποια χαρτιά, αποδεικτικά της οδυσσειακής του ταλαιπωρίας. Εχαθήκανε. Μόνη του παρηγοριά το σκάλισμα της μνήμης. Διότι, τού ʼμειναν εμπειρίες χαραγμένες ανεξίτηλα στη μνήμη – τη μνήμη ενός αγράμματου ανθρώπου, ακάτεχου από τον κόσμο και την πολιτική. Γεγονότα αλησμόνητα για την αγριότητά των. Και θυμάται καλά τα περασμένα. Στον ήσυχο κόσμο του η καλησπέρα των περαστικών είναι η πιο μεγάλη χαρά και αληθινή περιουσία του οι αναμνήσεις εκείνες από τα σκληρά αλλά ανεπανάληπτα χρόνια της σκλαβωμένης του νιότης. Ήταν εικοσιεφτά χρονών όταν τον συνέλαβαν οι Ιταλοί στο πεδίο της μάχης νʼ αντιστέκεται και να πολεμά όταν το Μέτωπο είχε ήδη καταρρεύσει. Επέστρεψε στην Κρήτη τριάντα ενός. Υπέστη βάναυση εκμετάλλευση στα γερμανικά στρατόπεδα εργασίας. Μετρούσε τις ημέρες εκείνες μία προς μία. Από καρτερία δική του παρέμεινε ζωντανός. Έφτασε τελικά στο Ηράκλειο με ζαλισμένο το μυαλό. Παρά ταύτα, ήθελε να επιβιώσει. Εδυνάμωσε, στάθηκε στα πόδια του. Εδούλεψε άλλα σαρανταπέντε χρόνια κι ακόμη ελπίζει ότι κάπως μπορεί να καλυτερέψει τη στενόχωρη ζωή του... Με την ευκαιρία της επετείου της Μάχης της Κρήτης δημοσιοποιώ σήμερο (19-5-2006) την αφήγησή του.



Τον επισκέφθηκα την Κυριακή 9η Μαΐου του 2004, μετά την ανάγνωση στην εφημερίδα του Ηρακλείου «Πατρίς» ενός δημοσιεύματος του Γιώργου Καλογεράκη για τον κρατούμενο σε γερμανικά στρατόπεδα (από 16ης Ιουνίου 1941 μέχρι την 4η Απριλίου του 1945) Μανώλη Ζηδιανάκη, από το Γεράκι της Πεδιάδας (ο οποίος επέστρεψε στο Ηράκλειο την 4ην Αυγούστου του 1945). Στο δημοσίευμα εκείνο (της 8ης Μαΐου 2004), μέρος μιας σειράς ιστορικών σημειωμάτων του άξιου δασκάλου στην Κασταμονίτσα Γιώργου Καλογεράκη, στον οποίον εκφράζω τα συγχαρητήριά μου και του εύχομαι με καθαρό μυαλό και υπομονή να ολοκληρώσει την επιχειρουμένην ιστορική πολλαπλή καταγραφή στα όρια του δήμου του (Καστελίου), και πέραν αυτού, παρατίθεται κατάλογος εξήντα Κρητών αιχμαλώτων πολέμου στο γερμανικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως Λάμσντορφ (Lamsdorf, στην Άνω Σιλεσία της Πολωνίας) κατά τη μαρτυρία τού Μανώλη Πιταροκοίλη, κατοίκου των Απάνω Καρουζανώ Πεδιάδας. Ο κατάλογος αναδημοσιεύεται από παλιότερο άρθρο (αναφερόμενο στον δικαιωθέντα από το Αυστριακό Κράτος αιχμάλωτο Παπουτσάκη Νικόλαο, από την Αρμάχα Πεδιάδας) πάλι του Γ. Καλογεράκη, στην «Πατρίδα» της 30ής Μαϊου 2002, στο οποίο ανέτρεξα. Ο αυτός κατάλογος αναδημοσιεύεται επίσης σε μεταγενέστερο φύλλο της «Πατρίδος» (Τετάρτης, 2ας Μαρτίου 2005), όπου γίνεται λόγος για τη μετά 64 χρόνια «δικαίωση» και χρηματική αποζημίωση από το Γερμανικό Κράτος των αιχμαλώτων στο στρατόπεδο εργασίας Λάμσντορφ Μανώλη Πιταροκοίλη του Λεωνίδα και Αριστόδημου Ψαράκη (από το Αμαργιανό Πεδιάδας). Ο κατάλογος αυτός περιέχει 60 ονόματα και αναφέρεται ως 59ος ένας Κριτσωτάκης Μανώλης από τα Πεζά, άτομο ανύπαρκτο. Προφανώς ο κ. Πιταροκοίλης μπερδεύτηκε. Έχουνε περάσει εξήντα χρόνια, δεν είναι λίγα! Πρόκειται για τον συγκρατούμενό του Κυπριωτάκη Εμμανουήλ του Φραγκίσκου, ετών 92, από τα Πεζά, ο οποίος προστέθηκε στην ομάδα τελευταίος (το 1943). Ο Πιταροκοίλης ελάθεψε μόνο στο επίθετο. Παρακαλώ τον ίδιο και τους λοιπούς επιζώντες συγκρατουμένους να θυμηθούν τον σύντροφό τους από τα Πεζά. Με κίνητρο, λοιπόν, να ελέγξω την ταύτιση του προσώπου και να καταγράψω τη διήγηση του συγχωριανού μου (το ελάχιστο που μπορώ να κάμω, για να τον τιμήσω ως στρατιώτη του αλβανικού έπους και ως αιχμάλωτο πολέμου επί τέσσερα χρόνια, ώστε νʼ αποκατασταθεί στον μελλοντικόν ιστοριοδίφη το όνομά του), επισκέφθηκα τον τυφλό γέροντα στα Πεζά, έκλεισα την αφήγησή του στη μαγνητοταινία, την απομαγνητοφώνησα και παρακαλώ την Εφημερίδα να φιλοξενήσει αποσπάσματα της ιστορίας ετούτης σε μια σελίδα της. Η δίχως (δικό μου) μπούσουλα «ανάκριση» εκράτησε μιαν ώρα. Σα να μπορούσε κανείς νʼ ανακεφαλαιώσει τέσσερα χρόνια πολεμικής ταραχής και καταναγκαστικών έργων σε μερικά λεπτά της ώρας! Δεν ήξερα καν πώς να του θέσω τις σωστές ερωτήσεις, για να μην τον αποπροσανατολίσω. Κατέγραψα όσα μου ʼπε, χωρίς να τον αφήσω να επεκταθεί σε λεπτομέρειες. Μʼ ένοιαζε κυρίως να εξακριβώσω τους σταθμούς του «ταξιδιού» του. Άκουγα σαστισμένος ονόματα ανθρώπων και τόπων. Δεν είχε σταματημό και πεταγόταν από τό ʼνα περιστατικό στʼ άλλο. Έφυγα με ανάκατο το μυαλό από τις τόσες ημερομηνίες, τα πρόσωπα και τα τοπωνύμια. Εκάθισα, όμως, να γράψω τούτο το σημείωμα με καθυστέρηση ενός χρόνου (2005), με αφορμή το «αποχαιρετιστήριο» άρθρο της Άννας Μανουκάκη-Μεταξάκη προς τιμήν του Αντώνη Φραγκάκη, ενός ακόμη πολυβασανισμένου από κείνη την ηρωική συντροφιά των ηρακλειωτών αιχμαλώτων (βλέπε το φύλλο της «Πατρίδος», 7-3-2005). Θα νιώσω τύψεις αν το δικό μου άρθρο δεν βρει ζωντανό τον Μανωλάκη. Θέλησα, λοιπόν, να τακτοποιήσω όσα ήκουσα για τις περιπέτειες τεσσάρων χρόνων αιχμαλωσίας, όπως μου τʼ αφηγήθηκε με όλη του την όρεξη ο Φραγκιομανώλης, μακρινός μου συγγενής (ο πατέρας του Φραγκιός ήτονε πρώτος αξάδερφος του προπάππου μου Γιαννάκου του Κυπριώτη). Και μια παράκληση: Οι εντός ορθίων αγκυλών [ ] στο επόμενο κείμενο δικές μου διευκρινιστικές ή βοηθητικές πληροφορίες, ας μην εκληφθούν ως επίδειξη ειδικών ιστορικών γνώσεων τις οποίες σε καμμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω. Παρακαλώ δε όποιον αναγνώστη έχει να προσθέσει ή να διορθώσει κάτι στην επομένη περιγραφή, είτε ας γράψει προς την Εφημερίδα ή ας επικοινωνήσει μαζί μου με χάρτινη επιστολή ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση: Πεζά, 70100 Αρχάνες, ή [email protected], και αν είναι κοντοχωριανός, ας μου σύρει μια φωνή! Ευχαριστώ.



α) Ο Μανώλης Κυπριωτάκης αιχμάλωτος των Ιταλών στον Αυλώνα (1941) και το Σερβιλιάνο (1942-΄43)



― Καλήν εσπέρα Μανωλάκη.

― «Καλώς τονε».

― Ευχαριστώ σε που δέχτηκες να μου εξιστορήσεις τα παθήματά σου. Να σε ρωτήξω θέλει μερικά πράμματα με τη σειρά, γιατί ʼχουνε περάσει εξήντα χρόνοι και δεν είνʼ εύκολο να θυμηθείς. Κατʼ αρχήν, πόσω χρονών είσαι;

― «Είμαι το ʼ14 γεννηθείς. Λογάριασε».

― Ενενήντα χρονώ! Στην επιστράτευση του ʼ40 με ποιούς ήσουν από το χωριό; θυμάσαι;

― «Με το Σήφη του Χατζή, με το Νίκο τʼ Αντωνάκη. Με τον... Εφτά νομάτοι είμαστε. Με το Δαυή... Εφτά νομάτοι».

[Από τα Πεζά επιστρατεύθηκαν το 1940 για τον πόλεμο στην Αλβανία 36(;) άτομα. Ο αφηγητής μας αναφέρει τους 7 συνομηλίκους του, τους γεννηθέντες το 1914, κλάσεως 1935].

― Πού παρουσιαστήκατε, κι ύστερα πού επήγατε;

― «Ντελόγο μόλις εκηρύχτηκε ο Πόλεμος εντύθηκα πρώτος [αρχές Νοεμβρίου 1941]. Επαέ [στα Πεζά] παρουσιαστήκαμε και μετά εμένα με πήανε στον Άι-Γιάννη το Χωστό, στον Καρτερό, τρεις μήνες, να βλέπομε τσι βενζίνες. Από το Ηράκλειο φύγαμε [τον Φλεβάρη;], μα δεν επήαμε κατευθείαν στο [αλβανικό] μέτωπο. Εμείς εκάμαμε ένα μήνα στο Χάσκοβο, στην Αλβανία, και ξεκουραστήκαμε».

[Το Χάσκοβο είναι χωριό του νομού Αργυροκάστρου της Βορείου Ηπείρου. Από εκεί κινήθηκαν οι στρατιώτες, στα μέσα Μαρτίου, προς τα στενά της Κλεισούρας και τα υψώματα της Τρεμπεσίνας.]

»Εγώ ʼμουνα στα Έμπεδα του Συκέα του Συνταγματάρχη από την Καλαμάτα. Στο Ένατο Σύνταγμα Καλαμών. Η Μεραρχία ντου σκοτώθηκε όλη» [προφανώς, εξαιτίας της «Εαρινής» ιταλικής επιθέσεως, από 9ης μέχρι 15ης Μαρτίου 1941. Οι απώλειες των ελληνικών μονάδων, οι οποίες απέκρουσαν την ιταλική Εαρινή επίθεση, ήσαν δύο χιλιάδες νεκρών και τέσσερεις χιλιάδες τραυματιών (πηγή ΔΙΣ/ΓΕΣ)].

― Πότε ήρχιξε η υποχώρηση του Στρατού;

― «Στσι δεκαπέντε Απριλίου οπισθοχώρησε η Μεραρχία Κρητών κιʼ επιάστηκα ʼγώ στσι δεκαφτά τʼ Απρίλη. Ήμουνα στην Τρεμπεσίνα. Εμείς εκρατούσαμε άμυνα, μέχρι να ʼρθούνε οι δικοί μας αποπάνω στην Κλεισούρα. Εκάτσαμε τέσσερεις ημέρες αμυνόμενοι στην Τρεμπεσίνα και οπισθοχωρήσανε κανονικά οι Κρητικοί, η 5η Μεραρχία Κρητών. Ήμασταν αμυνόμενοι κιʼ εκεί μας εχτυπήσανε [οι Ιταλοί]».

[Έπειτα από την εισβολή του γερμανικού στρατού στην κοιλάδα του Αξιού, την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και την κατάρρευση της γιουγκοσλαβικής αντιστάσεως στη νότια Γιουγκοσλαβία, ο νικηφόρος ελληνικός στρατός της Ηπείρου έπρεπε να συμπτυχθεί και να υποχωρήσει προκειμένου να μην αποκοπεί και πέσει στα χέρια των Ιταλών. Το Γενικό Στρατηγείο διέταξε, τη 12η Απριλίου 1941, το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου να αρχίσουν το βράδυ τους υποχωρητικούς ελιγμούς. Η κίνηση των τμημάτων της ταλαιπωρημένης V Μεραρχίας (Κρητών) άρχισε στις 21:00 της 13ης Απριλίου κιʼ εν πολλοίς εξελίχθη στη συνέχεια σε πανικόβλητη φυγή. Εν τω μεταξύ τα στενά της Κλεισούρας έπρεπε να κρατηθούν ανοιχτά (πηγή: ΔΙΣ/ΓΕΣ)].

»Όντεν ήμαστανε στην Αλβανία ήρθε κιʼ εχτύπησε ο κερατάς ο Γερμανός, για να συντράμει του Ιταλού. Εξήντα εκατομμύρια αυτοί [οι Γερμανοί] και να τα βάλουνε μʼ εμάς! Δε θένε οι κερατάδες φτύξιμο; Τότες με πιάσαν εμένα οι Ιταλοί και με στείλανε στην Αυλώνα. Επήανέ με στο στρατόπεδο στην Αυλώνα και λέγεται ʼκειά που μας είχανε Λακατούνα, κιʼ εδούλευγα στου Μουσολίνη του γαμπρού. Εβόσκαμε αγελάδες, εποτίζαμε κήπους... Ήμουνα κηπουρός κιʼ επότιζα. Ο Τσιάνος είχενε στη Σαρδηνία της Ιταλίας τρεις χιλιάδες ρίζες εληές μαζωμένες. Ο Τσιάνος αυτός εφοβούντονε τον τσολιά... Ήτανε και εξακόσοι Ιταλοί απού πετάξανε τα όπλα και τσί ʼχανε μαζύ με ʼμάς. Ήκαμα ʼκειά κάμποσο καιρό. Κι ύστερα μας επιάσανε και μας επήανε στο Πρίντεζι. Στο Πρίντεζι είναι ωραία! Φυσικό λιμάνι. [Εννοεί, μάλλον, το φυσικό λιμάνι στον Τάραντα]. Πρίντεζι και Τοράντο [=Τάραντας] τσʼ Ιταλίας εκάμαμε δυο-τρεις ημέρες. Στο Τουράνο τσʼ Ιταλίας ήκαμα μπάνιο κι απόκιας μας επλερώσανε όσους εδουλεύγαμε στου Τσιάνου κι ήπηρε καθανείς μας σαράντα χιλιάδες λιρέττες. Εκεί μας εδώκανε τα λεφτά, τα «δέκια», και τα εξαργυρώσανε οι Ιταλοί και μας εδώσανε λιρέττες. Τριανταπέντε, σαράντα χιλιάδες λιρέττες. Μας είπανε, ύστερα, πως οι δικοί σας είναι δυο χιλιάδες [πράγματι, συνολικά οι έλληνες αιχμάλωτοι στο πεδίο της μάχης, όσοι πήγαν στην Ιταλία, ήσαν 14 αξιωματικοί και 2.305 οπλίτες (πηγή: ΔΙΣ/ΓΕΣ)] και δα παραδώσετε τα λεφτά σας για να μην τα χάσετε. Και μας εδίνανε «μπόνια» να πηγαίνομε στην καντίνα να τρώμε ό,τι θέλαμε. Δεν μας εδίνανε λεφτά, μόνο «μπόνια», από κειανά πού ʼναι σαν του «Έθνους» τσι κούτες [των τσιγάρων] και μας τσι σφραγίζανε. Στο Πρίντεζι-Τουράνο ήκαμα δυο-τρεις ημέρες –150 χιλιόμετρα να πας από το Πρίντεζι στο Τουράνο– κι απόκειας μας επήγανε στο βόρειο μέρος της Ιταλίας, στο Σερβιλιάνο, μεγάλο στρατόπεδο, όξω απού το Μιλάνο. Εξήντα χιλιόμετρα θέλαμε από ʼκειά να πάμε στο Μιλάνο».

[Το στρατόπεδο “P.G. 59” στην άκρη του χωριού Σερβιλιάνο (Servigliano) είχε ιδρυθεί το 1914 κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που διασχίζει την κοιλάδα Τένα (Tenna), όπου σε μιαν έκταση 30 χιλιάδων τετραγ. μέτρων είχαν κτισθεί με τούβλα και ξύλα καλύβες για να στεγάσουν 10.000 φυλακισμένους. Τον Ιανουάριο του 1941 οι πρώτοι αιχμάλωτοι του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν αρχίσει να καταφθάνουν: Έλληνες, Μαλτέζοι, Κύπριοι, Άγγλοι, Αμερικανοί, Γάλλοι, Γιουγκοσλάβοι. Κατά τη συνθηκολόγηση της 8ης Σεπτεμβρίου 1943, μέσα στην ταραχή της στιγμής, χίλιοι περίπου φυλακισμένοι απέδρασαν από μια τρύπα στον περιμετρικό τοίχο και ξεχύθηκαν στην κοιλάδα Τένα όπου τους περιέθαλψαν οι ντόπιοι αγρότες. Μετά από λίγες εβδομάδες συνελήφθησαν ξανά οι περισσότεροι. Από το Σερβιλιάνο πολλοί αιχμάλωτοι προωθήθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας της Γερμανίας. Την άνοιξη του 1944 με την άφιξη των Συμμάχων, το στρατόπεδο έπαυσε τη λειτουργία του.]

»Δυο χιλιάδες ήμασταν [οι έλληνες αιχμάλωτοι], μα είχαμε και αυτόμολους [=έλληνες στρατιώτες που αυτομόλησαν στους Ιταλούς] άνω από πεντακόσους, απού παραδοθήκανε, και δε θέλανε να πολεμήσουνε, πριν από την οπισθοχώρηση... Επήγα και στη Γερμανία πολύν καιρό, μα εκειά δε μπορείς να συνεννοηθείς. Τα λες ετσέ και πάνʼ αλλιώς! Με τσʼ Ιταλούς τα πράμματα ήτονε καλύτερα. Πριτζονιέρηδες [=φυλακισμένοι] ήμασταν εμείς στην Ιταλία – στα γερμανικά Γκρίχενφάγκελ [Kriegsgefangenen], αιχμάλωτοι πολέμου. Με τσʼ Ιταλούς [στο Σερβιλιάνο] ήταν αλλιώς. Οι Ιταλοί εφοβούντονε τσι Γερμανούς. Μου χτυπά μια μέρα το παραθύρι ένας και με ʼρωτά: «Νο παούρα Τεντέσκο;» «Δε φοβάσαι το Γερμανό;» Και μου λέει: «Να μη σʼ ακούσει»! Και τού ʼλεγα: «Εγώ ντούρο Γκρέκο! Νο παούρα Τεντέσκο. Τούτι παούρα Ιτάλιο. Ίο Αλμπάνια μπουμ-μπουμ», του λέω, να πούμε, στα ιταλικά, ότι φεύγανε στην Αλβανία [οι Ιταλοί] και πετούσανε τα όπλα. «Ίο ντούρο Γκρέκο». Και μου λέγαν οι Ιταλοί: «Βα μπένε, βα μπένε»!

»Ήταν κι ένας αγροφύλακας μαζύ μου [στη φυλακή]... Ήτανε κι ο κακομίτσης ο κουνιάδος του Πέτρου τσʼ Αντριάνης, Αναστασάκη Μιχάλη τον ελέγανε. Ήμαστανε μαζύ στην Ιταλία. Στο Ηράκλειο εκάθουντονε. Εθέλανε να του βγάλουνε σύνταξη, γιατʼ ήπαθε τοτεσάς. Αυτός επόθανε το κακορρίζικο [στο Ηράκλειο, πολλά χρόνια μετά]. (...) Τρεις χρόνους ήκαμα στην Ιταλία».

[Ο υποδηματοποιός Πέτρος τσʼ Αντριάνης είχε μεταπολεμικά το κατάστημά του στο Βαλιδέ Τζαμί, γωνιακό, απέναντι από την Κρήνη, δίπλα στην τότε στάση των λεωφορείων. Το μαγαζί του ήτονε στέκι των Πεζανών, γεμάτο βούργιες με τρόφιμα για τα Πεζανάκια που σπουδάζανε στο Γυμνάσιο ή δουλεύγανε μαστοράκια στο Κάστρο. Ο Πέτρος είχε νυμφευθεί από την Κιθαρίδα και η γυναίκα του Ελένη είχε αδελφό τον Μιχάλη Αναστασάκη. – Ίσως ο Μιχάλης Αναστασάκης από την Κιθαρίδα να είναι ο 61ος στον δημοσιευόμενο στο τέλος του άρθρου Κατάλογο των κρητικών αιχμαλώτων που πέρασαν από το Λάμσντορφ.



ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ