Του Γιώργου Λαγουβάρδου

Ηταν λίγο μετά την μεταπολίτευση όταν αναζητώντας υλικό και μαρτυρίες για τα χρόνια της Κατοχής έμαθα για τη “Μόνικα”. Αρχικά είχα μάθει μόνο για το ψευδώνυμο της και όχι για το πραγματικό της όνομα.

Αυτό το πληροφορήθηκα σχεδόν εμπιστευτικά από το σπουδαίο μαχητή του ΕΛΑΣ (αείμνηστο πια) Γιώργη Στεφανάκη, στέλεχος τότε της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ, πολύ αργότερα.

Μου το αποκάλυψε με όλους τους κανόνες της συνωμοτικότητας (οι γνωρίζοντες εκείνη την εποχή και τις συνθήκες καταλαβαίνουν...) σε μια συνάντηση με τον επίσης μακαρίτη Δανήλο Συντιχάκη.

Ο Δανήλος, υπεύθυνος τότε της οργάνωσης Ηρακλείου του ΚΚΕ άκουγε θυμάμαι μ’ ενδιαφέρον την μαρτυρία ανάμεσα σ’ άλλα (καθώς ο ίδιος δεν βρισκόταν τότε στην Κρήτη) του Στεφανάκη για την δράση της “Μόνικας”.

Ο Στεφανάκης ήταν απόλυτος και κατηγορηματικός για την σημαντική βοήθεια που η Μόνικα είχε προσφέρει στις πατριωτικές αντιστασιακές δυνάμεις.

Είχε μάλιστα και συγκεκριμένα στοιχεία που όμως δεν είναι της ώρας για να παρουσιαστούν. Τότε, εκεί σ’ αυτή τη συνάντηση έμαθα το πραγματικό όνομα της “Μόνικας”. Ηταν η Γεωργία Μπαλτζάκη που για 3-4 χρόνια αναζητούσα μανιωδώς χωρίς να μπορώ να την εντοπίσω. Μαζί όμως μ’ αυτή τη σημαντική πληροφορία που τότε λίγοι ήξεραν ανέλαβα και μια δέσμευση απέναντι στους Στεφανάκη και Συντιχάκη, τους οποίους θαύμαζα για την αγωνιστική τους προσφορά.

Να μην την αποκαλύψω αν δεν είχα την δική της συγκατάθεση. Αυτό για μένα ήταν απαραβίαστο! Κατάλαβα όμως τότε αλλά και αργότερα πως η Γεωργία Μπαλτζάκη είχε δίαυλο επικοινωνίας με τοπικά στελέχη του ΚΚΕ και της τότε ΕΔΑ. Εγώ πάντως από τότε έκανα τα πάντα, αρχικά να τη γνωρίσω (δεν είχα ιδέα ποιά ήταν) αλλά και να κερδίσω την φιλία της, ασφαλώς και την εμπιστοσύνη της. Χωρίς να της αποκαλύψω ότι γνώριζα για το παρελθόν για το οποίο η ίδια δεν μιλούσε ποτέ με διάφορα προσχήματα (μεταφράσεις, ενδιαφέρον για την πορεία της Ολυμπιακής, αλλά και για ταξίδια στο εξωτερικό) οικοδομήσαμε μια σταθερή φιλία με αμοιβαία εκτίμηση και αγάπη. Εμένα όμως αυτό δεν μου έφτανε. Στόχος μου ήταν να κάνω την “Μόνικα” να μιλήσει. Αυτό είχε σημασία! Πώς όμως; Δεν τολμούσα γιατί δεν μου έδινε την αφορμή να την ρωτήσω έτσι “ξεκάρφωτα”!

Κάποτε όμως μου δόθηκε η αφορμή όταν στο σπίτι ενός κοινού μας φίλου συζητούσαμε για την αγωνιστική δράση κάποιου άλλου προσώπου.

Τότε εγώ όταν για λίγο μείναμε οι δυο μας της είπα:

- Γεωργία ως εδώ τα των άλλων. Τώρα θέλω να μιλήσω με την Μόνικα και η Μόνικα είσαι εσύ.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αντίδρασή της! Το διαπεραστικό της βλέμμα μέσα από τα μυωπικά της γυαλιά θυμάμαι πως με... διαπέρασε τόσο που ένιωσα μια περίεργη αμηχανία μη μπορώντας να αρθρώσω λέξη.

Εκείνη τη στιγμή δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα (στο ξένο σπίτι) αλλά θυμάμαι πως λίγο μετά η παρέα διαλύθηκε κι εγώ έφυγα μαζί της ως την πλατεία Ελευθερίας.

Ηταν καλοκαίρι θυμάμαι γιατί καθίσαμε στο τείχος στο άγαλμα του Βενιζέλου.

Ισως δεν ήταν το καταλληλότερο μέρος για μια τέτοια συζήτηση, αλλά δεν έφερα αντίρρηση αφού άλλωστε μου το είχε ζητήσει εκείνη. Μου έκανε εντύπωση γιατί δεν με ρώτησε ούτε πώς το έμαθα ούτε αν και με ποιύς είχα συζητήσει για τον ρόλο της στην Κατοχή.

Δεν έδειξε καν να ενδιαφέρεται για το (ούτε τότε ούτε αργότερα) τι είχα μάθει και ποια εικόνα υπήρχε στον κόσμο.

“Προσπερνώ” τα όσα μου είπε δείχνοντας την εκτίμηση αλλά και την εμπιστοσύνη της σε μένα, για να σημειώσω εκείνο που θα ηχεί για πάντα στ’ αυτιά μου.

- Ναι εγώ είμαι η Μόνικα, αλλά ποιόν ενδιαφέρει, μου είπε.

Είναι λογικό πως εγώ θεωρώντας ότι είχα επιτύχει τον στόχο μου ήθελα να τα μάθω όλα εκείνο το βράδυ.

- Ρώτα με ό,τι θέλεις, μου είπε εκείνη, προσθέτοντας πως θα ‘θελε να πάρει μαζί της στον τάφο αυτή την ιστορία.

Μείναμε ως το πρωί συζητώντας στο ίδιο σημείο, κάναμε έκτοτε αμέτρητες συζητήσεις για τα γεγονότα εκείνης της εποχής για τα οποία μου ορκίστηκε δεν είχε μιλήσει ούτε στους στενούς της συγγενείς.

- Θυμάμαι πως όταν συζητούσαμε εγώ κατέγραφα και στο ενδιάμεσο διάστημα ως την επόμενη φορά που θα την έβλεπα, προσπαθούσα να διασταυρώσω όσα μου είχε πει.

Στόχος μου εξ αρχής ήταν να κάναμε μαζί μια τηλεοπτική συζήτηση κρίνοντας ότι θα έσπαγε ρεκόρ τηλεθέασης. Είχε μεσολαβήσει μια άλλη τηλεοπτική συζήτηση όπου για πρώτη φορά βρέθηκαν “αντιμέτωποι” ο επιζών σήμερα καπετάνιος του ΕΛΑΣ Μιχάλης Σαμαρείτης με τον αείμνηστο Ζαχαρία Μπαντουβά.

Ηθελα να κλείσω τότε το κεφάλαιο της Αντίστασης με την “Μόνικα”, αποκαλύπτοντας σαράντα χρόνια μετά το πραγματικό της όνομα.

Η Γεωργία Μπαλτζάκη που στο μεταξύ είχα μάθει σχεδόν τα πάντα για τη ζωή της, στην αρχή δεν ήθελε “ούτε συζήτηση για TV”.

- “Δεν γίνομαι τσίρκο” ήταν η έκφραση που χρησιμοποιούσε κάθε φορά που την πίεζα.

Εγώ όμως επέμενα και κάθε φορά της προέβαλα το επιχείρημα πως είχε χρέος να μιλήσει και δημόσια.

Το ανέλπιστο για μένα “ναι” μου το είπε έχοντας μόλις γυρίσει από ένα της ταξίδι (η ζωή της πια ήταν τα ταξίδια) στην Αφρική. Πρέπει να ομολογήσω τώρα πως θεωρούσα ότι αυτή θα ήταν η πιο μεγάλη δημοσιογραφική μου επιτυχία. Είχαμε συμφωνήσει να μην υπάρξει καμία προετοιμασία στις ερωτήσεις.

Δεν μου έθεσε κανένα όρο καθώς είχαμε συμφωνήσει να μιλήσουμε για όλα. Από το πώς βρέθηκε στο φρουραρχείο των Γερμανών στο Καστέλι ως διερμηνέας, μέχρι την αληθινή ιστορία πολλών που μετά την Κατοχή παρουσιάστηκαν ως αντιστασιακοί ενώ είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές και την πρόταση που της έγινε να ακολουθήσει τους Γερμανούς μετά την αποχώρησή τους για να ζήσει μια πλουσιοπάροχη ζωή στη Γερμανία.

Οταν μου αποκάλυψε και συζητήσαμε αυτό το τελευταίο, η Γεωργία θυμάμαι πως με καμάρι αλλά και έκδηλη απαξίωση μου επαναλάμβανε πολλές φορές αυτό που είπε στον φρούραρχο, ταγματάρχη Τρόστ.

- Είμαι Ελληνίδα και θα μείνω στον τόπο μου.

Η “Μόνικα” από την αρχή που συζητήσαμε για το πώς βρέθηκε στο γραφείο του Γερμανού φρούραρχου στο Καστέλι, δεν σήκωνε συζήτηση για ενδεχόμενη ευθύνη της σε βάρος Ελλήνων.

- Εγώ βοηθούσα όσους και όπως μπορούσα, μου έλεγε και τα μάτια της “έβγαζαν σπίθες” όταν θυμόταν τη στάση άλλων Ελλήνων που έδιναν πληροφορίες στους Γερμανούς.

Μου είχε αναφέρει μάλιστα τρία χαρακτηριστικά περιστατικά που παρόντων των πληροφοριοδοτών η ίδια μετέφρασε λάθος (επίτηδες) τα καταγγελλόμενα με αποτέλεσμα να γλιτώσουν από γερμανική ενέδρα και άρα βέβαιο θάνατο ομάδες της Αντίστασης.

Κι ύστερα με πίκρα αλλά και βουρκωμένα μάτια (αυτή η απογοήτευση φαίνεται να είχε καθορίσει την υπόλοιπη ζωή της) μου αποκάλυπτε πως οι τότε πληροφοριοδότες του Γερμανού φρούραρχου, εμφανίστηκαν αργότερα ως αντιστασιακοί διεκδικώντας μάλιστα και ως στελέχη μεγάλου κόμματος δάφνες και τιμές!!

Μου τους αποκάλεσε “ανθρωπόμορφα κτήνη” αυτούς που με τέτοιο τρόπο συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και δήλωνε έτοιμη με τις όποιες συνέπειες να τους αποκαλύψει. Με σφιγμένα δόντια και με το πρόσωπό της να παίρνει την πιο παγερή έκφραση μου έλεγε πως δεν άντεχε να βλέπει όλους όσους γνώριζε πως πρόδωσαν Ελληνες πατριώτες, τώρα να παριστάνουν τους αγωνιστές. Αυτά και άλλα πολλά μου είχε δώσει την υπόσχεση πως θα τα λέγαμε “on camera” σε μια “ζωντανή” τηλεοπτική συζήτηση που εγώ μέρα και νύχτα ονειρευόμουνα και σχεδίαζα, σίγουρος ότι η μαρτυρία της “Μόνικας” θα άλλαζε πολλά απ’ όσα ως τότε ξέραμε.

Με είχε μάλιστα ρωτήσει πώς θα ήταν το στούντιο, αν δηλαδή θα έπρεπε να φορούσε παντελόνι ή φούστα! Τόσο σίγουρα και “δεμένα” ήταν όλα που δεν είχα πια ανάγκη ούτε αυτή τη μικρή μαγνητοφωνημένη συνομιλία μας που χωρίς η ίδια να το ξέρει εγώ είχα κρατήσει.

Το μόνο που απέμενε ήταν να ορίσουμε το τηλεοπτικό μας ραντεβού...

Ηταν και αυτό θέμα (τότε) λίγων ημερών, όσο θα διαρκούσε άλλο ένα ταξίδι της στο Μαρόκο αν θυμάμαι καλά.

Επειδή όμως στη ζωή τίποτα δεν είναι δεδομένο, δεν ήταν ούτε αυτό. Η κακή και για τους δυο μας τύχη, άλλαξε τα πάντα. Η Γεωργία από ένα ατύχημα (γλίστρησε και κτύπησε στο κεφάλι) έπεσε σε κώμα και λίγες μέρες μετά έχασε στο νοσοκομείο τη μάχη για τη ζωή. Εγώ έχασα μια δημοσιογραφική επιτυχία, όπως πίστευα.

Εκτοτε τα όσα μου είχε διηγηθεί η Μόνικα στριφογυρίζουν στο μυαλό μου σαν μια κινηματογραφική ταινία που δεν... πρόλαβα να δω το τέλος της... Μακάρι να είχαμε προλάβει να τα διασώσουμε...

Ετσι όταν πριν από μέρες ο εκλεκτός συνεργάτης της “Π”, ιστορικός ερευνητής Γιώργος Καλογεράκης, με ενημέρωνε ότι είχε μια έρευνα για την άγνωστη Μόνικα της Κατοχής, θεώρησα καλό (είχα χρέος) να προσθέσω και τη δική μου, περισσότερο ανθρώπινη, μαρτυρία.

Μια μαρτυρία που αν μπορεί να έχει την όποια βαρύτητα, γίνεται βεβαιότητα πως η Γεωργία Μπαλτζάκη όχι μόνο δεν είχε συμμετοχή σε καμιά από τις ενέργειες που έβλαψαν την πατρίδα, αλλά αντίθετα βοήθησε αποδεδειγμένα τον αντιστασιακό αγώνα.

Ασφαλώς ένα μελανό σημείο είναι η ίδια η παρουσία της στο γερμανικό φρουραρχείο του Καστελίου. Η ίδια γι’ αυτό μου είχε πει ότι το είχε μετανιώσει...

Η κρίση ασφαλώς ανήκει στην Ιστορία και μόνο!