Γράφει η Μαρία Δασκαλάκη*

«Τι είναι αυτό που κάνει τον έρωτα τόσο τρομακτικό κι επίφοβο; Το να μην έχεις έλεγχο στον εαυτό σου που υπνωτισμένος τραβάει προς την παράδοσή του σε χέρια αγαπημένου εχθρού; Γιατί είναι εχθρός ο καθένας που έχεις τόσο απελπισμένα ανάγκη.

Γιατί τον φοβάσαι. Γιατί εξαρτάσαι. Γιατί με όπλα τα «σ’ αγαπώ» κρύβεις και κρύβει τα «σε τρώγω» και τα μικρά, κοφτερά μαχαιράκια της πείνας. Μέχρι πότε; Μέχρι ποιου σημείου; Μέχρι ν’ απομείνουν μαραμένα και ξερά τα αποφάγια του. Ποιος θα προλάβει να πρωτοτελειώσει τον άλλον είναι ένα μαύρο αίνιγμα μέσα σε μαύρο κουτί που μόνο εκ των υστέρων αποκαλύπτεται. Τότε που είναι δώρο άδωρο η λύση.

Ποτέ σχεδόν δεν χορταίνουν και δεν τελειώνουν ταυτόχρονα οι δύο εραστές. Πάντα ο ένας τους -κατά κάποιο τρόπο- άσπλαχνα θα εγκαταλείψει τον άλλον. Θα εγκαταλείψει και θα φύγει. Και μέσα στο ίδιο σπίτι και πάνω στο ίδιο κρεβάτι να μείνει, πάλι θα φύγει και εσύ θα το ξέρεις καλά αυτό. Περισσότερο κι από τον φυγάδα θα το ξέρεις. Δεν υπάρχει έρωτας ατιμώρητος. Ανάλογα με το μέγεθος του και η τιμωρία….».

Σ’ αυτά τα λόγια η Μάρω Βαμβουνάκη στην «Κραταιά Αγάπη» περικλείει τον ουσιαστικό ορισμό του έρωτα, του συναισθήματος εκείνου που πότε κάνει τα πάντα να μοιάζουν εύκολα κι άλλοτε πάλι να φαντάζουν ακατόρθωτα, που τη μια στιγμή σου προσφέρει την εκστατική ευτυχία και την αμέσως επόμενη σε ρίχνει στα τάρταρα της απόλυτης δυστυχίας.

Είναι και κάποιοι άνθρωποι που βιώνουν τον έρωτα διαφορετικά απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Πιο εσωτερικά, πιο μοναχικά, πιο καταστροφικά. Είναι οι άνθρωποι που ούτε μπορούν να αγαπήσουν, ούτε να αγαπηθούν κανονικά. Δεν το αντέχουν. Και πως ορίζεται το «κανονικά»; Στις πιθανότητες που έχουν να βιώσουν την ευτυχία. Κι αν δύο τέτοιοι άνθρωποι σμίξουν μεταξύ τους….

Το ακραίο πάθος που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο συντρόφων, ασυναίσθητα οδηγεί στην εναλλαγή των ρόλων του θύτη και του θύματος ανάμεσα τους. Ποιος θα προλάβει να πληγώσει τον άλλο πρώτος, για να μην πληγωθεί ο ίδιος. Ποιος θα εξαφανιστεί γρηγορότερα για να δει πόσο σύντομα ο άλλος θα τον ψάξει. Καρδιοχτύπια πάνω απ’ τα τηλέφωνα. Θυμός για την κάθε μια σκληρή κουβέντα. «Ποτέ ξανά». Κι όμως. Πολλές φορές ξανά. Ναρκωτικό είν’ ο έρωτας. Εθισμός. Πρέζα. Αρρώστια -οποιαδήποτε εξάρτηση εξάλλου είναι αρρώστια. Αρρώστια των αισθήσεων. Αρρώστια που τις δηλητηριάζει. Άλλο σκέφτεσαι και άλλο κάνεις. Άλλο σε προστάζει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κι άλλο πράττεις. Απροστάτευτος από κάθε λογική και συνάμα δέσμιος της οποιασδήποτε μορφής ελευθερίας που ακούμπησε ποτέ κανείς.

Πώς να το πάρεις απόφαση να ριχτείς μέσα σε τέτοιο έρωτα, έρωτα «ανυπεράσπιστο», έρωτα που οι πληγές του θα σε πονάνε κάθε φορά με το νοτιά; Κι όμως γίνεται… Είναι γλυκό το λάθος, κάθε φορά και πιο γλυκό…σα γλυκό του κουταλιού! Λαχταράς να το γευτείς, μα πάνω από δύο-τρεις κουταλιές δεν μπορείς να φας. Σε χαλάνε.

Και μένεις ξανά μόνος με μια μικρή γεύση -σε αντίθεση με το γλυκό του κουταλιού-, με μια αίσθηση κενού κι ένα «ποτέ ξανά» που την ίδια στιγμή που το λες ξέρεις πως πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, θα το απαρνηθείς για μια ακόμη φορά. Πως τα κατάφερες πάλι έτσι; Και ξέρεις ποια είναι η φαιδρή αντίφαση; Ότι παρά τα παραπάνω, πιο εύκολα συνηθίζεις την απουσία, απ’ όσο σου ’χε πάρει να συνηθίσεις την παρουσία….



* Η Μαρία Δασκαλάκη είναι αρχειονόμος- βιβλιοθηκονόμος [email protected]