Tης Ειρήνης Ταχατάκη

Μέρος 2ο

Είδαμε όσα ’καμε ο Νικολής στην τάξη.

Εγύρευγε το λοιπόν ευκαιρία να το σκά από το σκολειό. Και σαν ήκουσε και του φώναζε στο σπίτι ντου ο φίλος του ο Μανόλης που πηγαίνανε στην ίδια τάξη και ήσανε φίλοι, ήκαμε τόση χαρά.

- Ήντα θες μωρέ Μανολιό και μου φωνιάζεις του κάνει ο Νικολής.

- Νάρθει θες μωρέ Νικολιό να πάμε στο λιμάνι που μου τόπε ο φορτηγατζής ο “Κατάσκοπος” (έτσι ήτανε το παρατσούκλι ντου) που θέλει λέει να ξεφορτώσομε κειά καμπόσα φορτία κρασί για το πλοίο κι αυτός λέει δα μασε χαρτζηλικώσει κιόλας;

Και πριχού λέει καλονυχτώσει δα γιαγύρομε οπίσω;

Ο Νικολής ήτανε ξαναπαωμένος κι ήτονε και γλυκαμένος με το χαρτζηλίκι και δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα να κλουθά στο λιμάνι. Γιατί έμου λεφτά ήθελα πάρει, έμου ήθελα γλιτώσει από τα μαθήματα και τη δασκάλα που τονε ξυλοφόρτωνε.

Εσυβάστηκε το λοιπόν ευθύς να κλουθά.

Πάνε στην πλατέα και παίζουνε ένα καμπανό* και βγαίνουνε στην κορφή τση καρότσας με τ’ ασκιά του κρασού. Μα σέρνει ντως φωνή “ο Κατάσκοπος” να κατεβούνε ευθύς και να κάτσουνε δίπλα ντου στο κουβούκλι του φορτηγού για να ’χει και τ’ αμέντε του μη ντου γενεί κιαμιά...

Γιατί μαθές τσι κάτεχε. Βάνει μπρος ο σωφέρης και παίρνουνε το xύμα κάτω οθε ντη Χώρα. Περνούνε από το Κάτω Χωριό και μετά από το νεκροταφείο του άλλου χωριού στη θέση “Διακλάδωση” στο δισταύρι. Ετότεσά κάνει το Μανωλιό:

- Επαδέ ’ναι δα που λένε πως βγαίνουνε τη νύχτα τα... καλά φανταξά και δείχνει το νεκροταφείο. Ήκουσά ντο που το λέγανε στην αγορά μεγάλοι αθρώποι που περνούσανε αλλότες νύχτα. Κι άλλοι λένε τα ’δανε την ταχυνή πριχού ξημερώσει και πριχού λαλήσει ο πετεινός.

Γροικά δα κι ο σωφέρης τα ιστορικά για τα φαντάσματα και κρουφογέλασε χωστά ντως κι είπε να πειράξει τα δυο τσιμαροκόπελα.

- Μωρε σύ Νικολιό, γροικάς το Μανωλιό ήντα βαταλαλεί;* Πως λέει επαδέ μος νυχτώσει βγαίνουνε από το νεκροταφείο τα φαντάσματα, ίδια στο δισταύρι. Κατέχεις το;

Ρίγος ήπιασε το Μανολιό μα οι και το Νικολιό που δεν ίδρωνε τ’ αυτί ντου. Ντουχιουντίζετε δα κακορίζικα και βάνετε αμέντε* ήντα δα γενεί ανε δούμε στο γιαγερμό κιανένα φάντασμα να ξεπροβαίνει ομπρός μας.

- Σίντερο στη μέση μας. Κουνήσου από κειά που κάθεσαι Γιώργη λέει το Μανολιό του “Κατάσκοπου” του σωφέρη.

- Ε κακομοίρη μου, μα ανε κουνηθώ εδά πλια πέρα δε δα γύρει τ’ αμάξι στο δέτη να μασε καταπλακώσει, να πάμε ντρετούρα να γενούμε κι εμείς αφανταξά;



Με τούτηνά την κουβέντα εφτάξανε στο λιμάνι εξεφορτώσανε τ’ ασκιά κι εδιάξανε ότι ’πρεπε κι ύστερα εξαναμπήκανε στο κουβούκλι τ’ αυτοκινήτου νυχτωπά μπλιο για να γιαγύρουνε.

Εκειά στο βάθος του ορίζοντα μια πορτοκαλιά γραμμή εμαργέλωνε* με ομορφιά το λιοβασίλεμα στη θάλασσα.

Εκοντοσιμώνανε μπλιο στη “Διακλάδωση” κι εξαναφέρανε την κουβέντα τω φαντασμάτω και κάνει πάλι ο σωφέρης.

- Σκεφτείτε δα να δούμε κιανένα με άσπρη κελεμπία ή και με κατάμαυρη να ξεπροβάλει ομπρός μας. Αναριγήσανε με ψιλή τρομάρα τα κοπελάκια. Νύχτα μαθές μπλιο και τα καντηλάκια στα μνήματα και τρεμοσβήνανε ίδια πως ενοίγανε το δρόμο τω φαντασμάτω κάτω από τα δασιά κυπαρίσια. Κι ως εγρυλώνανε* κι εξανοίγανε με το σωφέρη οθε κεινά την πάντα, ανεχασκώσανε και τσι μπούκες τως γεμάτοι τρομάρα σ’ ότι θωρούσανε τα μάθια ντως. Μια μαυροφόρα γυναίκα ανασηκώθηκε θεόρατη από το πλια ψηλό μνήμα και τως ήκανε σήματα να σταματήσουν... Εξύλιασε* ο σωφέρης επί τόπου μα όι για να κάμει τ’ αφανταξού το χατήρι μα γιατί επαράλυσε χέρια πόδια.

Θωρούνε τη μαυροφόρα να σιμώνει σιγά-σιγά με τεντωμένα ομπρός τα χέρια και τη μαύρη τση μπολίδα την επήγαινε πέρα πόδε ο αέρας παγωμένοι κι οι τρεις τηνε ξανοίγανε. Πάει κείνη από την άλλη μερά του σωφέρη που καθούντονε το Μανολιό κι εκείνο το κακορίζικο εσύρθηκε πλια μέσα ξετρομιασμένο κι επίλωθε* το Νικολή και το σωφέρη από δίπλα ντου. Χωρίς να το θέλουνε, ετσαλογιώ, εκάμανε θέση και του φαντασμάτου να κάτσει...

Ως ήκατσε κρύος ιδρώτας ήλουσε και τσι τρεις και πλια πολύ το Μανολιό που ήτονε ραφωμένο στο πλάι ντου κι εγροίκανε την κρυγιάδα ντου στα πλευρά ντου. Κάνει χαχαλιές σταυρούς ο σωφέρης κι ήβανε στο νου ντου: “Ήντα ‘θελα γω να φέρω την αθιβολή τω φαντασμάτω και δεν εγύρευγα τη δουλειά μου να μη γραντίσομε παδά.

Και πάλι η μαυροφόρα ήκαμε σήμα πως ήπρεπε να ξεκινήσουνε για το χωριό... Κι ετσά ως εσύρνουντονε τ’ αμάξι στο χαλασμένο δρόμο κι ήτονε και το ίδιο σαράβαλο, εσοχτυπιούντανε στσι λακούβες κι ήκανε ένα δαιμονισμένο πάταγο που συμπλήρωνε την τρομάρα ντως. Το Μανολιό ήτονε και μεσοκατουρημένο κι εγροίκανε την εντυμασά ντου να κολλά στο πετσί ντου...

Φτάνουνε μετά πολλή ώρα στο χωριό κι απ’ όξω απού την Παναγιά τωσε κάνει νόημα η μαυροφόρα να σταθούνε. Πιάνει φρένο ο σωφέρης και ξυλιάζουνε κειά. Ο Νικολής ήβανε με το νου ντου πως εμπόρειε να ‘ναι η Παναγία κι ήθελε να μπει στο... σπίτι τση. Ήρεσέ ντου τηνά η ιδέα κι ήκαμε το σταυρό ντου που δεν τσι πείραξε η Χάρη Τση. Μος εκατέβηκε όμως η μαυροφόρα τωσε κάνει με ανθρώπινη λαλιά: “Από ποιό δρόμο παιδιά μου δα πάω δα στο σπίτι;”. Δείχνει τση ο Νικολής την εκκλησία... “Όσκιες, δεν πάω ‘γω στην εκκλησία μόνο θέλω να πάω στο σπίτι τση θυγατέρας μου. Γιατί, εγώ ‘μαι η πεθερά του Μπαλούκο μα είμαι απ’ άλλο χωριό για κειονά δε με κατέχετε...”.

Ο σωφέρης ανακουφισμένος ήκαμε το σταυρό ντου, γιατί σαν είδε πως τ’ αφανταξό εμίλειε με... ανθρώπινη λαλιά, είναι άνθρωπος κι όχι φάντασμα. Κι εθυμήθηκε κιόλας πως εκεισά τσι μέρες, εκούστηκε στο χωριό πως η πεθερά του Μπαλούκο, τα ‘χενε μισοχαημένα και πως ήφευγε από το σπίτι κάθα ντις και λίγο*. Και τσι πλια πολλές βολές επήγαινε στο νεκροταφείο του Κάτω Χωριού και χώνουντονε κουκουβιστή από πίσω από τα μνήματα. Μος ενύχτωνε όμως κι εθώρειε να σιμώνουν φώτα στον πλαϊνό περασάρικο δρόμο, ανεσηκώνουντονε κι ήκαμε σήματα ωσαν το χωροφύλακα στο Μεϊντάνι, ίδια πως ήτονε τση... Τροχαίας.

Κατεβαίνουνε κι οι τρεις,παίρνουνε αλαμπρατσέτα το... φάντασμα και το πάνε ντρετούρα στου Μπαλούκο του γαμπρού τση το σπίτι.

Ντάκα-ντούκα εκατακουρκουνούσανε την οξώπορτα και τως ενοίξανε οι νοικοκυραίοι και παραλάβανε σαν το “πεσκέσι” την αφανταξά. Κι ότι κι ήτανε έτοιμοι να πιάσουνε πάλι τα διάπαντα να την ανεγογυρεύγουνε την κακομοίρα μος εβάλανε αμέντε ότι ήτανε πάλι φευγάτη.



Κι από τότεσά κι ο σωφέρης ο Γιώργης ο “Κατάσκοπος” και τα δύο κοπέλια ο Νικολής και το Μανολιό, είπανε να μη ξαναπιστέψουνε αφανταξές γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος από κουζουλούς κι ετσά λογιώ αερικά και φαντάσματα.



Γλωσσάριο 2ου μέρους

Ένα καμπανό=ένα ψηλό πήδο

Βάνω αμέντε=αντιλαμβάνομαι

Μαργελώνω=διακοσμώ ένα τελείωμα

Εξύλιασε=εσταμάτησε απότομα

Επίλωθε=έσπρωχνε

Κάθα ντις και λίγο=συχνά

Ντουχιουντίζετε=σκέφτεστε.