Ο ανείπωτος πόνος του πατέρα που έχασε το 17χρονο γιο του, γίνεται οργή και ξέσπασμα. Ο νεφροπαθής από την Αλβανία, που είδε να δολοφονείται το παιδί του, ζητά την παραδειγματική τιμωρία των δολοφόνων που με ρατσιστικές προθέσεις κατάφεραν 17 μαχαιριές στο σώμα του νεαρού Αλβανού.

Ξεσπά και με δάκρυα στα μάτια θέλει να μάθει γιατί χάθηκε τόσο άδικα ο γιος του. “Δεν είχε πειράξει κανένα.

Δεν συμμετείχε ενεργά στη φασαρία. Δεν είχαμε δημιουργήσει πρόβλημα στους Ρεθυμνιώτες, τους οποίους σεβόμαστε, γιατί μας έδωσαν ψωμί και φάγαμε”, λέει ο Λατίν Γιαχάιντ.

Ο άνθρωπος αυτός κρύβεται σε σπίτια φίλων του στο Ρέθυμνο, γιατί φοβάται για την ίδια του τη ζωή. Κινδύνεψε ήδη μια φορά από τον ξυλοδαρμό τις πρώτες ώρες του νέου έτους.

“Σκότωσαν άδικα το παιδί μου και θα πρέπει να τιμωρηθούν. Μπήκαν ξημερώματα με σκοπό να σκοτώσουν το παιδί μου και τα κατάφεραν.

Ο ταξιτζής (πατέρας του φαντάρου) μαζί με τη Βουλγάρα μπήκαν πρώτοι μέσα στο σπίτι, αφού έσπασαν την κεντρική πόρτα. Ο γιος μου κι εγώ κοιμόμασταν.

Ανέβηκαν γρήγορα τις σκάλες και με χτύπησαν. Είπα στο παιδί μου να κάνουμε κάτι γιατί θα μας σκοτώσουν κι εκείνο μου είπε ότι “μπαμπά θα μας χτυπήσουν και θα φύγουν.

Δε θα ματώσουν το ξένο σπίτι”. Ομως δε δίστασαν και τον μαχαίρωσαν χωρίς κανένα δισταγμό”, λέει ο πατέρας του νεκρού παλικαριού από την Αλβανία.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τρεις από τους επτά χτύπησαν εκείνον και οι υπόλοιποι τέσσερις επιτέθηκαν στο γιο του με τη γνωστή κατάληξη.

“Ο γιος μου ήταν νεκρός από το σπίτι, δεν πέθανε στο νοσοκομείο. Μας βοήθησαν οι γείτονες να τον μεταφέρουμε όταν ήρθε το ασθενοφόρο, αλλά ήταν ήδη αργά”, τόνισε.

Ο ίδιος λέει ακόμη ότι θέλει να δει τους δολοφόνους του παιδιού του κρεμασμένους “ή να μου πουν γιατί το έκαναν. Τι τους έφταιξε το παιδί μου. Αυτό θέλω να μάθω”, καταλήγει.



Διώξεις

Προσωποποιήθηκαν χθες από τον εισαγγελέα Ρεθύμνου και απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες στον μέχρι πρότινος φερόμενο ως δράστη 18χρονο Ρεθυμνιώτη και στα υπόλοιπα έξι άτομα που ενεπλάκησαν στο άγριο έγκλημα ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στην παλιά πόλη με θύμα 17χρονο Αλβανό.

Ειδικότερα ο εισαγγελέας Ρεθύμνου απήγγειλε στον 18χρονο που σκότωσε με 17 μαχαιριές το νεαρό Αλβανό, την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ως ηθικός πλέον αυτουργός, καθώς και τις κατηγορίες για παράνομη οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία.

Επίσης στον 40χρονο πατέρα του δράστη, πέραν της άμεσης συνέργειας, απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που προκάλεσε στον πατέρα του θύματος και της παραβίασης οικιακού ασύλου.

Παράλληλα οι κατηγορίες που βαραίνουν τα υπόλοιπα πέντε μέλη της ομάδας είναι και η συμμετοχή της γυναίκας υπηκόου Βουλγαρίας στην επικίνδυνη σωματική βλάβη που ασκήθηκε στον πατέρα του θύματος.

Επιπλέον απαγγέλθηκε κατηγορία για παραβίαση οικιακού ασύλου και για τα επτά άτομα, καθώς και για άμεση συνέργεια (κατηγορία που δεν βαραίνει την αλλοδαπή γυναίκα).

Σημειώνεται, ότι και οι επτά κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν, σε χρόνο που δεν δημοσιοποιήθηκε για ευνόητους λόγους.

Στο μεταξύ αναβλήθηκε η προγραμματισμένη διαδήλωση διαμαρτυρίας της αλβανικής κοινότητας στο Ρέθυμνο, καθώς ήταν ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν έκτροπα από την παρουσία μελών κάποιων οργανώσεων από Ηράκλειο και Χανιά.

Αξίζει ωστόσο να αναφερθεί ότι οι εμπλεκόμενοι με τους κατηγορούμενους φορείς χαρακτηρίζουν το έγκλημα τυχαίο γεγονός που δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ρατσισμό.

Οπως επισήμαναν στην “Π”, το περιστατικό αυτό δεν έχει ρατσιστικό χαρακτήρα διότι πέραν της γυναίκας υπηκόου Βουλγαρίας, συμμετείχε και ένας Σύριος στην επταμελή ομάδα.

Το συμβάν όπως ανέφεραν ήταν τυχαίο, εκτυλίχθηκε αρχικά με τη συμπλοκή σε μπαρ και στη συνέχεια έλαβε δυσάρεστη τροπή.

Σύμφωνα ωστόσο με τις νομικές διαδικασίες που θα ακολουθηθούν, μετά την απολογία των επτά κατηγορουμένων, θα αποφασιστεί ποιά άτομα θα προφυλακιστούν, σε ποιούς θα επιβληθούν εγγυήσεις με όρους και ποιοί θα αφεθούν ελεύθεροι.

Ο νομάρχης Ρεθύμνου κ. Γιώργος Παπαδάκης, με αφορμή τη δολοφονία του Αλβανού υπηκόου, την Πρωτοχρονιά, έκανε την ακόλουθη δήλωση: “Εκφράζω τη βαθιά μου θλίψη για το χαμό ενός ανθρώπου, μέλους της τοπικής κοινωνίας.

Θα ήθελα επίσης να συλλυπηθώ και να εκφράσω την αμέριστη συμπαράστασή μου στην οικογένεια του νεαρού αυτού, που χάθηκε τόσο άδικα.

Καταδικάζω με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την αποτρόπαια αυτή δολοφονική ενέργεια, που αφαίρεσε τη ζωή ενός συνανθρώπου μας, που ονειρεύτηκε και πίστεψε με τον ερχομό του στον τόπο μας σε μια καλύτερη ζωή γιʼ αυτόν και την οικογένειά του. Τέτοιες πράξεις έρχονται σε άμεση αντίθεση με τις αρχές της δημοκρατικής κοινωνίας μας και προσβάλλουν ανεπανόρθωτα την ιστορία μας, την παράδοσή μας στη φιλοξενία και εν γένει τον τόπο μας και τους ανθρώπους του”.