«Τ’ Αυγούστου στσι δεκαοχτώ η μέρα ξημερώνει

και μια μ-πατούλια χάσικη η ταχινή νελώνει».

«Δεκαεννιά ν’ τα άτομα απού ξεταλαγιούνε

«πότε» και «είντα» όλοι ντως τη ν-ταχινή ρωτούνε»..

«Η ταχινή τωσέ γελά παραγγελιές

θα δώσει

τα ζάλα σας ογλήγορα πριχού

να ξημερώσει».

«Η πατούλια τη μ-παραγγελιά

την παίρνει αξαμάρι

και τηνέ βρίχνει η ταχινή

στσι στράτες απ’ τ’ Αμάρι».

Ο μαντιναδολόγος μας Κωστής αναπαριστά την παιχνιδιάρικη διάθεση μιας πατούλιας περιπατητών –αναζητητών του λεύτερου αέρα, της ψηλής κορφής, του ανάλαφρου πατήματος στο φέγγος της μέρας.

Αγουροξυπνημένοι, φορτωμένοι τ’αλαφρό δισάκι κι ενδεδυμένοι τη στολή του ερασιτέχνη ορειβάτη, συναντιόμαστε για την πολυπόθητη ανάβαση.

Προορισμός μας η ιερή κορφή του Ψηλορείτη. Εκεί που αντιλαλούν ακόμη τα γοερά κλάματα του μικρού Δία.

Μπροστάρισσά μας η Ρέα, αναβάτρια άφοβη, αφήνει ίχνη απαλά πάνω στα βράχια, τους φουλάκους, τα σταμναγκάθια και τις κεντούκλες. Κι η Αμάλθεια πέντε το χάραμα μας παρατηρεί απ’τη μεριά της Λοχριάς καθώς σιμώνουμε στ’Ακόλλητα. Τ’Ακόλλητα ενίοτε ξεκολλούν και κατρακυλούν όπως ροβολά η ψυχή μας λεύτερη στα ορεινά μονοπάτια.

«Πάτα από δω. Το μονοπάτι το χαράξανε τα πρόβατα» συμβουλεύει ο Μανόλης όσους ανεβαίνουν πρώτη φορά. Σχεδόν ταυτόχρονα ο Απόστολος δίνει το σύνθημα. Οι πιο δυνατοί αναλαμβάνουνε σκοπό να λευτερώσουνε το γέρο βράχο σπρώχνοντάς τον με χέρια και με πόδια προς τα πεδινά. –Ε ΩΩΩΠ!!!

Μέγα κατόρθωμα. Καθώς τούτος ο κόσμος «ο μικρός ο μέγας» ξεδιπλώνεται περήφανα στα διψασμένα μάτια.

Φτάνουμε στο βαθούλωμα τη βαθιά Σέλη. Παρατηρούμε σαν αχνοφέγγει η μέρα τ’Αμαριώτικα χωριά. Περίτεχνες αητοφωλιές στεφανώνουν το όρος Κέντρος.

Ολιγόλεπτες οι στάσεις… Μια ανάσα, μια μπουκιά, το αυθόρμητο γέλιο της παρέας και πάλι έτοιμοι σαν πρώτα.Για την κορφή!

Ο οδηγός μας ο Κωστής φωνάζει: - Παιδιά σταθείτε! Ώρα για λίγη γεωγραφία. Δείτε τον κάμπο της Μεσαράς.

-Κι εκεί; - Τα Σφακιανά όρη, τα Λασηθιώτικα βουνά, τα Αστερούσια. Περήφανη η ψυχή που σεργιανά στις γειτονιές του Κρητικού τοπίου! Και καταντίκρυ αγγίζει τον ορίζοντα το Λιβυκό, το μυθικό, που από μέσα του αναδύονται τα Παξιμάδια, η Γαύδος και η Γαυδοπούλα, θεριά που κείτονται στο πέλαγος.

«Του Ψηλορείτη την κορφή

σιμώνει ζάλο ζάλο

προπατορά η ορειβατική

ομάδα τω δασκάλω».

«Η πλια περήφανη κορφή

σιμώνει και βγορίζει

κι ψηλορείτικη αγκαλιά

χιλιοκαλωσορίζει».

«Σε κάθε ζάλο σου κλουθά

τση λευτεριάς το ψήλος

οι αγώνες και η λεβεδιά,

η ιστορία κι ο θρύλος».

Κι εκεί στην κορφή του αιώνιου βουνού, στα 2.456 μ., το πετρόχτιστο εκκλησάκι της ψυχής μας, ο Τίμιος Σταυρός. Μπαίνουμε σκυφτοί, δροσεράδα και μυρωδιά λιβανιού. «Στριμωχτείτε παιδιά να χωρέσουμε». Κι ο Κωστής ψέλνει… Αγαλλίαση και κατάνυξη!

«Το φέγγος και η ομορφιά

κουβέντα εκειά σου στένει

και χαμηλώνει κι ο Θεός,

το μερτζουβί ανιμένει».

«Μέσα στου Τίμιου Σταυρού

το ταπεινό μιτάτο.

Λες οι αγγέλοι φτερουγού

στη γη μας παέ κάτω».

Να γιατί σκαρφαλώσανε κάποια εκκλησάκια στις κορφές τούτου του μαγεμένου τόπου·γιατί καμιά προσπάθεια δεν ευοδώνεται δίχως τη μυστική βοήθεια του Θεού που αγαπά αυτούς που σέβονται και προσκυνούν τούτο το «ζωντανό το χώμα».

Έξω απ’το εκκλησάκι γευόμαστε τους καρπούς της μάνας γης και ξεδιψάμε με το υπέροχο Μαρουβίτικο κρασί.

Παράδοση, μύθοι, θρησκεία, ζωντανά κι ανυποχώρητα. Όσο η ψυχή μας λαχταρά, όσο γινόμαστε παρέα μιας μέρας, μιας ώρας, μιας ευτυχισμένης ανάβασης.

Οι σκέψεις και τα συναισθήματα μας καθηλώνουν και μας προτρέπουν να παρατείνουμε την παραμονή μας στην ιερή κορφή, αλλά ο διαβατάρης χρόνος παρακινεί τα ζάλα μας.

-Αντέστε να γιαγύρουμε! Δίνει το σύνθημα της επιστροφής ο Απόστολος.

Με τα μάτια και την ψυχή μας χορτάτα και την ίδια χαρούμενη διάθεση, φτάνουμε στο Κουρουπητό, το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας. Εκεί μας υποδέχεται ο παχύς ίσκιος του γερο-πρίνου.

Μας υποδέχονται όμως και οι φιλόξενοι Αϊ- Γιαννιώτες με υπέροχα εδέσματα, άφθονο κρασί, καλοσυνάτα χαμόγελα και υπέροχες μαντινάδες. Ο οργανοπαίχτης μας Μανόλης και ο μουστακαλής Στέλιος κλέβουν την παράσταση. Υπέροχες οι μαντινάδες του Κωστή, του Πέτρου, του γιατρού. Και τα ποτήρια τσουγκρίζουν συνέχεια.

-Στην υγειά του Δημάρχου!

«Στου Ψηλορείτη την κορφή

κουβάλησα μια σκέψη

φτερά ‘δινε στο σώμα μου

την κούραση ν’αντέξει».

«Αυθιά και μάθια κι αμυαλά

φεύγουμε χορτασμένοι

του χρόνου ν’αξιωθούμενε,

ειν’η ευχή που βγαίνει».