Της Αννας Μεταξάκη-Μανουκάκη*

Αν γράφω σήμερα για τούτη την περιοχή, δεν είναι μόνο γιατί είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου και της οφείλω πολλά, αλλά και γιατί παρά το σπουδαίο της ρόλο διαχρονικά, τίποτε δε γράφεται και κανείς δεν ασχολείται μ’ αυτό τον όμορφο και σημαντικό αρχαιολογικά, ιστορικά και γεωλογικά τόπο.

Τον τόπο που γέννησε τον Πανανό Θεοδουλάκη, τους οικιστές της Μονής Πρέβελη, τους αδελφούς Μαρή, οπλαρχηγούς των τουρκικών επαναστάσεων, καθώς και τους Λιμπρίτηδες, το Γεώργιο Πετρογιαννάκη υπουργό στην Κρητική Πολιτεία, το Δημ. Λόγιο, τους Ν. και Ι. Καμπιτάκη, τον ιερέα Γ. Σηφάκη, το δάσκαλο γυιό του, και το γαμβρό του, τους Πατεράκηδες, τους Ανωγειανάκηδες και όλους τους Αγιοβαρβαρίτες που εκτελέστηκαν στις 14-6-1942 από τους Γερμανούς αλύγιστοι και ασυμβίβαστοι πατριώτες και σε άλλους αγώνες. Πόσοι γνωρίζουν το Ν. Καμπιτάκη, τον σφακιανής καταγωγής αγιοβαρβαρίτη πολεμιστή κατά των Τουρκοαιγυπτίων στο Ναυαρίνο το 1827, που οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην Αίγυπτο και πέθανε με φρικτά βασανιστήρια εκεί, για να μην αλλαξοπιστήσει; Ή το γυιο του, τον Καμπιτογιάννη, πολεμιστή του Κόρακα με σημαντικότατη δράση, όπως αναφέρεται σε κείμενα γραπτά καθώς και στη νεκρολογία του (“Ίδη”, αρ. φύλλου 71, στις 30-5-1908);

Η περιοχή αυτή του ΒΔ Μονοφατσίου είναι παρούσα σ’ όλες τις κατά των Τούρκων επαναστάσεις, όπως βλέπομε μελετώντας τον Κριτοβουλίδη, το Μουρέλο, τον Κριάρη, τον Ψιλάκη και τους ριμαδόρους της εποχής.

Αντιπρόσωποι του Κρητικού Συμβουλίου του 1828, αγωνιστές του 1823 ακόλουθοι του Κόρακα πιστοί, πληρεξούσιοι το 1830 για τις υποθέσεις της Κρήτης και το 1867, αρχηγοί κατά του Ρεσίτ πασά στη μάχη του Μαλεβυζιού στις 15-1-1867.

Στις δύσκολες συνθήκες του 1866 πλαισιώνουν πολλά παλληκάρια αυτής της περιοχής με συγκινητική αυταπάρνηση και πίστη στο Μιχ. Κόρακα που δεν είναι ακόμη αναγνωρισμένος και αρκετοί θυσιάζονται στις μάχες.

Στη μάχη της Γέργερης, όπου νικήθηκε ο Ομέρ Πασάς και του Ρούβα το 1866, μαζί με τους ντόπιους ήρωες (Μαστραχάδες, Τζωρτζάκηδες, Στεφανάκηδες) πολεμούν κι από αυτά τα 4 χωριά πολλοί.

Το ίδιο και στη μάχη που έγινε στον Πόρο του Πανασσού, όπου υπό τον Μ. Κόρακα εξοντώθηκαν πολλοί αξεντιανοί τούρκοι κυρίως. Το Αξέντι, ανάμεσα στον Άγιο Θωμά και στα Πηρουνιανά, ήταν η έδρα τρομερών Τούρκων πολεμιστών, όπως του Ντελή Χουσεΐνη, που ήταν για τους μουσουλμάνους ό,τι για μας ο Κόρακας.

Στον Άγιο Θωμά οπλαρχηγοί της οικογένειας Μαρή, των οποίων το παιδί το 1878 βαφτίζει ο Κόρακας, διαδραματίζουν σ’ όλες τις επαναστάσεις σημαντικό ρόλο. Ο Γιάννης και ο Μιχελής το 1866 και το 1867 στην ολοήμερη μάχη της Πυργούς ανδραγάθησαν. Το 1878 ο Γιώργης Μαρής διορίζεται αρχηγός των 4 αυτών χωριών με συναρχηγό του τον Καμπιτάκη.

Ο Μαρογιώργης αυτός, για τον οποίον πολλά στοιχεία μας δίνει άγνωστος ριμαδόρος, καθώς και ο γραμματικός του, Αριστ. Στρατάκης, σκοτώνεται στο Κίνημα των Αδερφοχτών, τον Αύγουστο του 1878 στη Μεσαρά, στη σύγκληση του Πλατάνου. Επιστολή του γιου του, Γιάννη Μαρή, προς το Ματζαπετάκη Στυλ. στον Αμπελούζο (8-3-1909) μας δίνει στοιχεία για το Μαρογιώργη.

Στην επανάσταση του 1897, την τελευταία επανάσταση που χάρισε την ελευθερία στην Κρήτη και την οδήγησε το 1913 στην Ένωση με την Ελλάδα, τα χωριά Αγ. Βαρβάρα, Μεγάλη Βρύση, Πρεβελιανά, Αγ. Θωμάς, ακολούθησαν τον γυιο του θρυλικού Μιχ. Κόρακα, Αριστοτέλη, αρχηγό των 12 ανατολικών επαρχιών της Κρήτης και τον οπλαρχηγό της περιοχής Νίκο Μαρή από τον Αγ. Θωμά σε πολλές μάχες. Στα χωριά της Μεσαράς από 17 έως 27 Ιανουαρίου, στο Μαλεβύζι, στο Κανλί Καστέλλι, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι και αλλού.

Μαζί με το Νίκο Μαρή βρίσκονται δύο αδέρφια από τα Πρεβελιανά, ο Μιχάλης 28 χρονών νέος και ο Στέργιος Ιωάννου Μανουκάκης 38 χρόνων, παντρεμένος με μια γυναίκα πανέξυπνη και νεότατη (Σεβαστοπούλα). Είχε 4 παιδιά, 3 κορίτσια, την Καλλιόπη, την Μαριγώ και την Ευγενία και ένα αγόρι, το Γιώργο.

Μέσα στη μνήμη των κατοίκων των Πρεβελιανών μένει, καθώς περνά με την παράδοση από γενιά σε γενιά, μια εικόνα για το Στέργιο γίγαντα. Δύο μέτρα τουλάχιστον, έπιανε το σίδερο και τό ’λιωνε. Λένε ότι συχνά έπαιρνε μέρος με άλλα δυνατά παλληκάρια στην “τσάρκα” δηλ. σε αρπαγή των ζώων των Τούρκων με ενέδρα, επικίνδυνη αποστολή που ήταν συνήθως αιτία πολλών μαχών. “Οι τσαρκαδόροι” ήταν άνδρες δοκιμασμένης ανδρείας και ορίζονταν από τους καπετάνιους. Γέροντες κάτοικοι του χωριού οι περισσότεροι συγγενείς διηγούνταν ότι τα δύο αδέλφια, οι Μανουκάκηδες, την Άνοιξη του 1897 είχαν έρθει με το Μαρονικολή τσάρκα στο Κανλί Καστέλλι κι εκεί σκοτώθηκαν.

Από εκεί, όπως άκουσα σαν ήμουν παιδί ανάμεσα από τη Βοσκοπούλα, τον Ερωτόκριτο, το τραγούδι του Ξωπατέρα, τα ωραία παραμύθια και τους μύθους του τόπου, πήγε ο παππούς μου και αδερφός τους και τους φόρτωσε στο μουλάρι “σαν μεσοδόκια” και τους έφερε στα Πρεβελιανά, για να τους θάψουν. Τους είχαν σφάξει σαν τ’ αρνιά και τους είχαν κόψει τη μύτη, τ’ αυτιά και τα γεννητικά όργανα. Ο τάφος τους στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου ήταν πολύ μακρύς, γιατί όπως μού’ λεγαν, ο Στέργιος ήταν πολύ ψηλός και χρειαζόταν ειδικός τάφος.

Μέσα α’ αυτή την αγαπημένη μονόκλιτη βασιλική με τον αστερόεντα ουρανό ζωγραφισμένο στη στέγη παρακολουθώντας με τις ώρες τις ακολουθίες ξέφευγα παρά τη βαθιά μου πίστη και εμπέδωνα τη Γραμματική και το Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής και της Καθαρεύουσας στο Δημοτικό και στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, ακούγοντας τον αυτοδίδακτο υπέροχο ψάλτη Γιάννη Νιπυράκη, εγγονό του Στέργιου Μανουκάκη (γυιο της πρωτοκόρης του Καλλιόπης).

Αλλά σε μικρότερη ηλικία ζούσα με τη φαντασία μου το κουβάλημα των δύο ακρωτηριασμένων πτωμάτων, το ξεφόρτωμά τους στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, την νεκρώσιμη ακολουθία υπό το θρήνο των συγγενών και κυρίως της μικρής πολύτεκνης συζύγου και την ταφή τους. Σκεφτόμουν πώς δε βρόμισαν τα πτώματα μέσα στην άνοιξη, τι να’καναν τα 4 ορφανά κι αν κάποια κοπέλα θα αγαπούσε τον 28χρονο Μιχάλη και θα τον έκλαιγε κρυφά “για να μη μπει στα στόματα των χωριανών”.

Κι ύστερα έβλεπα τη διαδικασία του ανοίγματος του τάφου, κατά την οποία είχα μάθει ότι ξεχώρισαν τα δύο σώματα από τα μακριά οστά της κνήμης κυρίως του Στέργιου, το πλύσιμο με κρασί, το προσκύνημα από τα παιδιά του και την τοποθέτησή τους στο οστεοφυλάκιο.

Κι έπειτα έφερνα στο νου μου τα 20 ωραία παλληκάρια, που’ρθαν εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα, για να βοηθήσουν τους Κρήτες στην επανάσταση του Βασιλογεώργη, όπως μου’λεγαν να είναι κλεισμένα μέσα σ’αυτή την εκκλησία, για να σωθούν από τους Τούρκους που τους κυνηγούσαν. Και τα πετσόκοψαν όλα μέσα στην εκκλησιά και πέταξαν στον αυλόγυρο τα κομμάτια τους απ’όπου τα μάζεψαν οι χωριανοί και τα’θαψαν σ’ένα μεγάλο ομαδικό τάφο.

Αργότερα, μελετώντας σοβαρά συνάντησα το γεγονός καταγραμμένο από το Νίκο Σταυρινίδη στο πολύτιμο έργο του “Ο καπετάν Μιχ. Κόρακας και οι συμπολεμιστές του”. Συνέβη στην πρόχειρα ετοιμασμένη και γι’αυτό αποτυχημένη επανάσταση του 1841, γνωστή ως “του Χαιρέτη” στη Δυτική Κρήτη και “του Βασιλογεώργη” στην Ανατολική κατά την οποία δόθηκαν οι σπουδαίες μάχες στον Αποκόρωνα και στον Ξυδά, και η σύγκρουση στον Πόρο του Πανασσού.

Τη νύχτα πριν κοιμηθώ έφερνα στο νου μου τους αιμοβόρους Τούρκους του Αξεντιού, φόβος και τρόμος της περιοχής, που άρπαζαν και σκότωναν για το κέφι τους κι ατίμαζαν γυναίκες ή τις έβαζαν να χορεύουν πάνω σε δάπεδο στρωμένο με ρόβι. Και σκεπτόμουν τον χαΐνη της προεπαναστατικής περιόδου Δημήτρη Λόγιο (1771-1811) από τον Άγιο Θωμά που σκότωσε το φονιά του γαμβρού του, ένα γενίτσαρο του Αξεντιού και κατέσφαξε 6 από τους 50 γενιτσαρους, που ήρθαν να τον συλλάβουν, την ώρα που κοιμούνταν στο σπίτι του Σελίμ Αγά Κονταξή στον Άγιο Θωμά. Κι ύστερα έγινε χαΐνης κι έπαιρνε το δίκιο των αδικημένων χριστιανιών.

Μέχρις ότου σκοτώθηκε με προδοσία, όταν ήρθε στη Μεσαρά, για να εξοντώσει τον άγριο γενίτσαρο-Αγριολίδη Ιμπραχήμ Αγά, για τον οποίο πλήθος ιστοριών έλεγαν οι μεγαλύτερες γυναίκες του χωριού μου. Οτι η μάνα του ήταν η πανέμορφη Κρητικοπούλι από τα Πιτσίδια και την έκλεψε ο πατέρας του, ότι ήταν αδερφή της γυναίκας του γέρο Κουρμούλη και ότι τον σκότωσε ο Μαλικούτης με τους συντρόφους του έξω από τον πύργο του στον Αγ. Ιωάννη Μεσαράς ή στις Μοίρες και το κεφάλι του το έστειλε στην έδρα της Επανάστασης για θρίαμβο.

Κι όταν πηγαίναμε στο Αξέντι στο περιβόλι μας ή για να κόψομε δάφνη για τα σύκα ή για κεράσια, καθώς μύριζαν όλα γύρω και σιγομουρμούριζαν τα νερά στους καταπότες, έψαχνα να βρω τις 60 εκκλησιές του ή παρακαλούσα τη μάνα μου να φύγομε πριν το μεσημέρι, γιατί τότε “φαντάσσει” και βγαίνουν οι θεόρατοι γενίτσαροι με τα μαχαίρια τους και σφάζουν όποιον συναντήσουν.

Κι ήταν επόμενο. Αφού οι θρύλοι της εποχής της Τουρκοκρατίας βάραιναν στην περιοχή, η παιδική ψυχούλα μας είχε τρομάξει από τις διηγήσεις των σφαγών και ο φόβος των γενιτσάρων του Αξεντιού αποτελούσε σωφρονιστικό μέτρο των μεγάλων, για να είμαστε “φρόνιμοι και υποταγμένοι” οι πιο μικροί.

Ολα τούτα τα έγραψα φορτισμένη από τις ωραίες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων στον τόπο μου, το φτωχό αλλά όμορφο και ενδιαφέροντα και βέβαια πολυαγαπημένο.

Και είμαι σίγουρη πως θα θεωρηθεί φυσικό από τους σεβαστούς αναγνώστες και ένα γλυκό αγκάλιασμα από τους συντοπίτες μου, τους κατοίκους του χωριού μου, των Πρεβελιανών δηλ., της Μεγ. Βρύσης του χωριού της μάνας μου, του Αγίου Θωμά της γιαγιάς μου και της Αγ. Βαρβάρας, στο Γυμνάσιο της οποίας φοίτησα στις πρώτες τάξεις.

Το έναυσμα για τη μελέτη της συμβολής αυτής της περιοχής στις κρητικές επαναστάσεις κατά την Τουρκοκρατία δόθηκε, λοιπόν, από τις αφηγήσεις, τους θρύλους και τα τοπωνύμια της περιοχής και από το ενδιαφέρον μου για τους δύο προγόνους μου, το Μιχάλη και το Στέργιο, τα ονόματα των οποίων δόθηκαν σε ξαδέρφια μου, για να μην τους ξεχνούμε. Η γυναίκα του Στέργιου μεγάλωσε τα παιδιά της και πάντρεψε τα 3 κορίτσια της με τους καλύτερους ανθρώπους του χωριού. Τη μεγάλη, την Καλλιόπη, την αραβώνιασε 9 χρόνων με τον κατά πολύ μεγαλύτερο της Αντώνη Νιπυράκη για να έχει το σπίτι της άντρα-προστάτη.

Γέννησε 7 παιδιά, ανάμεσά τους τον Στέργιο, και όλοι αποδίδουν το ύψος τους στον παππού τους. Η Μαρία έκανε 5 παιδιά με το Β. Βασιλάκη κι ο γιος της ο Φώτης σκοτώθηκε στον Εμφύλιο.

Και η Ευγενία με σύζυγο τον αξιοσέβαστο σ’όλη την περιοχή Γ. Λεμονάκη έκανε 5 παιδιά κι ένα από τα εγγόνια της είναι Στέργιος. Ο μοναδικός γιός του ο Γιώργος, λεβέντης, καλοντυμένος και επιβλητικός πάντοτε, δεν παντρεύτηκε. Ολα τα παιδιά του πλούτισαν τη φαντασία, το λόγο και το μυαλό όλων των παιδιών του χωριού με τις συγκινητικές ιστορίες της ορφάνιας τους, της ηρωΐδας μάνας τους και του πατέρα τους, που έβαλε πάνω απ’αυτά την ανάγκη της πατρίδας και τη δίψα της ελευθερίας.

Η θυσία των δύο ανδρών τοποθετείται στην τελευταία επανάσταση. Τα μητρώα της πρώτης κοινότητας και το μνημείο την τοποθετούν στις 11 Απριλίου 1896. Μια βιβλιογραφία πλούσια υπάρχει για την εποχή. Εκτός από το Σταυρινίδη, το Μουρέλο, τον Ψιλάκη, τον Κριάρη, τις ιστορίες του Παπαρηγόπουλου, της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Θεοχ. Δετοράκη, του Παν. Κριάρη, του Στεφ. Ξανθουδίδη, του Α. Πολυζωίδη, τους απομνημονευματογράφους, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, την αλληλογραφία της εποχής, τους ριμαδόρους της εποχής, κυρίως τον Χατζηζαχαριάδη, υπάρχουν τα ιστορικά αρχεία (της Κρήτης, των Αρχανών κλπ) αρκετοί πνευματικοί άνθρωποι που μελετούν και εκδίδουν ή δημοσιεύουν, τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου που εγινε στις Αρχάνες τον Αύγουστο του 1997 με θέμα “Αρχάνες 1897” και κυρίως το “Ημερολόγιον των Επιλέκτων Κρητών (1897)” του Ηλία Βουτιερίδη, φιλολόγου, κριτικού της Λογοτεχνίας και συγγραφέα που ήρθε ως εθελοντής του Τάγματος Επιλέκτων Κρητών μόλις 23 χρ. στις Αρχάνες και ήταν γραμματέας και υπασπιστής του Ιωάννη Νταφώτη, διοικητή του τάγματος και αργότερα αρχηγού του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Ηλίας Βουτιερίδης, ιστορικός σπουδαίος, τελικά καταγράφει με καταπληκτική ζωντάνια και πιστότητα τα γεγονότα των Αρχανών το 1897 που σχετίζονται με όσα συνέβησαν στο Κανλί Καστέλλι, όπου τα παλληκάρια του Ν. Μαρή, ανάμεσά τους οι δύο Πρεβελιανοί, έδιναν τις μάχες τους και τη ζωή τους για την απελευθέρωση της Κρήτης και την Ένωσή της με την ελεύθερη Ελλάδα.

Σ’ όλη αυτή τη βιβλιογραφία, τον Τύπο, τις επιστολές έψαξα το ρόλο της ιδιαίτερης πατρίδας μου στην ενδιαφέρουσα αυτή εποχή. Και προσπάθησα να βρω πώς θυσιάστηκαν οι δυο πρόγονοί μου, ακολουθώντας κατά πόδας τους οπλολαρχηγούς της οικογένειας Μαρή από τον Άγιο Θωμά. Στη σελίδα 291 του Ημερολογίου του Η. Βουτιερίδη της τρίτης έκδοσης που πραγματοποίησε το 1997 ο Δήμος Αρχανών μαζί με την ΕΦΝΗ και εκτύπωσε η “Τυποκρέτα” στο ΙΓ’ κεφάλαιο υπάρχει επιστολή του οπλαρχηγού Ν. Μαρή που βρίσκεται στο Κανλί Καστέλλι. Απευθύνεται στην Επιτροπή Αμύνης Αρχανών (στον πρόεδρό της) και έχει ημερομηνία 11-4-1897. Γράφει λοιπόν ότι στρατοπέδευσαν από τις 10/4 στο Κανλί Καστέλλι όπου στη θέση “Κορμός” της περιοχής τοποθετήθηκαν βαρδιάνοι ημέρας (φρουροί) για να κατασκοπεύσουν μήπως κτυπήσουν οι Τούρκοι. Εκεί κοντά όμως ήταν κρυμμένοι πάνω από τους 50 Τούρκους και σκότωσαν με πυροβολισμούς το Μιχάλη και το Στέργιο Μανουκάκη και τραυμάτισαν επικίνδυνα το Θωμά Ι. Βασιλάκη από τον Άγιο Θωμά. Αμέσως μετά τους πυροβολισμούς έτρεξαν και πήραν τους νεκρούς και ήρθαν στις κορυφές “Τσαγκαράκη” (στου Τσαγκαράκη το μετόχι σήμερα). Και η μάχη εξακολουθεί. Και διευκρινίζει ο Νικ. Μαρής (αρχηγός) ότι το αναφέρει στην Επιτροπή Αμύνης Αρχανών για να μη θεωρήσει ότι οι φρουροί πήγαν για “τσάρκα” και για τούτο τους σκότωσαν οι Τούρκοι.

Όταν πήραν το γράμμα στις Αρχάνες ακούγονταν πυροβολισμοί και οι μαχητές από την περιοχή του Αγ. Θωμά έδιναν πολύωρη, σφοδρή μάχη, ενώ συγχρόνως ο Ζουδιανός με τους δικούς του δίνει μάζη από τη θέση “Γρηά Βίγλα” κοντά στις Δαφνές. Η μάχη του Μαλεβυζίου συνεχίστηκε σφοδρή και πολυμέτωπη σε μια μεγάλη γραμμή που περνά μπροστά από το Κανλί Καστέλλι. Για 3 ώρες η μάχη ήταν αμφίρροπη αλλά στη γενική έφοδο των χριστιανών νικούνται οι Τούρκοι. Στη μάχη αυτή θα ήταν στους νικητές αν δεν σκοτώνονταν και τα δυο παλληκάρια από τα Πρεβελιανά. Αμέσως στις Αρχάνες γίνεται μάχη που ο Η. Βουτιερίδης αφηγείται ζωντανά και γλαφυρά: “...Και ούτως ήρθη νίκη τελεία είς τε το Μαλεβυζιον και τας Αρχάνας εκ μέρους των χριστιανών κατά του αιμοσταγούς τυράννου...”.

Συνοψίζοντας λοιπόν:

Από τον Οκτώβρη του 1896 μετά το διορισμό του Γ. Βεροβιτς ως διοικητή Κρήτης οι Τούρκοι βιαιοπραγούν, η Ελλάδα στέλνει τον Τιμολέοντα Βάσσο με 1500 άνδρες, για να κηρύξει την Ένωση και οι Κρήτες απορρίπτουν την αυτονομία που επιβάλλουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ξεκινά η Επανάσταση του 1897.

Οι πιο άγριες μάχες γίνονται στις Αρχάνες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1987 και τις βλέπομε στο θαυμάσιο Ημερολόγιο του Η. Βουτιερίδη. Συγχρόνως όμως διεξάγονται μάχες στο Μαλεβύζι, στην Πεδιάδα, στο Κανλί Καστέλλι και αλλού. 14-2-1897 στη νίκη των Αρχανών σκοτώνεται στις Αρχάνες ο Δημ. Τσικριτζής, οπλαρχηγός και δήμαρχος Ζαρού. Στις 4/3 απέναντι από το Γάζι σε μάχη του Μαλεβυζίου τοποθετούνται όλοι της περιοχής Αγίου Θωμά, ίσως και οι Μιχάλης και Στέργιος Μανουκάκης υπό το Στέφανο και Νίκο Μαρή. Εδώ τραυματίζονται 8 Αγιοθωμιανοί και ο αρχηγός των Ανωγειανών Ιωάννης Σκουλάς σκοτώνεται.

Στις 9/4 οι Σκαλανιώτες Τούρκοι επιτίθενται κατά των Αϊτανίων όπου ήταν το σώμα του Γ. Κοκκινάκη και του Γ. Τυλλιανάκη.

Μετά τη νίκη του Μαλεβυζίου που ενέπνευσε ενθουσιασμό και πνεύμα ανεξαρτησίας, οι Αρχάνες θα γιορτάσουν ως ελεύθερη πόλη την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1897, με επίσημη Δοξολογία στην Παναγία, πανηγυρικούς κανονιοβολισμούς και θερμούς λόγους του Ι. Νταφώτη και του Θεοφύλακτου, με τους οποίους αξιοποιούνται τα κατορθώμτα και δυναμώνει η ψυχή όλων για να παλαίψουν τον τουρκικό στρατό, τους σκληρούς Αμπαδιώτες και τους Βεγγάζιους.

Τίποτε δεν προμηνύει τότε στην πρώτη ελεύθερη πόλη, τις Αρχάνες, την αποδυνάμωση του Τάγματος των Επιλέκτων ούτε την ήττα του Ελληνικού Στρατού τον Απρίλη στη Θεσσαλία, την εισβολή του τούρκικου στρατού στο Βόλο, την επιβολή του διεθνούς ελέγχου στην Ελλάδα, την ανάκληση των Ελληνικών Δυνάμεων στις 21-4-1897, ή το μαύρο Απρίλη με τις σκληρές του μάχες στο Μαλεβύζι, στην Ελιά, στην Επισκοπή, στο Κανλί Καστέλλι. Στο Κανλί Καστέλλι, όπου στις 7, 8, 9, 10, 11 Απριλίου υπάρχει πλήρης ετοιμότητα, για να αποκρουστούν οι Τούρκοι που αυτές τις μέρες “τα δίνουν όλα” για να πάρουν την πλούσια πόλη των Αρχανών που έχει γίνει ισχυρό οχυρό και εμποδίζει την προέλαση των Τούρκων. Η ομάδα του οπλαρχηγού Ν. Μαρή δίνει το “παρών” της σ’ αυτή την περιοχή και μάχεται με τους αγωνιστές της περιοχής Αγ. Θωμά, Πρεβελιανών. Έχουν έλθει στο πεδίο της μάχης όχι για “τσάρκα” όπως η παράδοση διασώζεται, αλλά για μάχες με τον εχθρό. Και οι δυο αγωνιστές, Μιχάλης και Στέργιος από τα Πρεβελιανά δεν σφάγηκαν αλλά πυροβολήθηκαν στις 11 Απριλίου 1897.

Έτσι στην τελευταία Επανάσταση των Κρητών το 1897, την οποία ακολουθεί η μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου τον Αύγουστο του 1898 και η ελευθερία της Κρήτης, ενεργό μέρος έλαβε και πάλι η ενδιαφέρουσα περιοχή Αγ. Βαρβάρας, Μεγ. Βρύσης, Πρεβελιανών και Αγίου Θωμά.

Ηκολούθησε τον Αριστοτέλη Κόρακα, γυιό του θρυλικού Μιχ. Κόρακα και αρχηγού των 12 ανατολικών επαρχιών και τους εξ Αγίου Θωμά οπλαρχηγούς της οικογένειας Μαρή, κατά την παράδοση και συνείδηση των κατοίκων της και έδωσε μεταξύ των άλλων θυσιών της τους δυο αδελφούς Μιχάλη και Στέργιο Μανουκάκη. Ο τελευταίος μάλιστα έτρεξε αψηφώντας την οικογένειά του, την νεαρή του γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του που άφησε στο έλεος του Θεού.

Ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας και ο εκπρόσωπος του τοπικού Συμβουλίου των Πρεβελιανών θα πρέπει να διορθώσουν στα Μητρώα και στο Μνημείο την ημερομηνία θανάτου γράφοντας: 11 Απριλίου 1897 στο Κανλί Καστέλλι.

Έτσι θα υπενθυμίζεται η τελευταία Επανάσταση των Κρητών κατά των Τούρκων και η συμβολή αυτής της περιοχής στους αγώνες της Κρήτης. Συμβολή που πρέπει να συγκινεί, να φρονηματίζει, αλλά και να αναγνωρίζεται από τους αρμόδιους φορείς.

* Της Άννας Μανουκάκη - Μεταξάκη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου.