Γράφει ο Γιώργος Καλογεράκης

Στις 26 Απριλίου 1944, όπως είναι γνωστό, πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Ήταν πράγματι μια τολμηρή και μοναδική ενέργεια, η οποία καταρράκωσε το ηθικό των κατακτητών Γερμανών, και έκανε υπερήφανους όλους τους Κρητικούς.

Για την απαγωγή έχουν γραφεί πολλά βιβλία, (ξενόγλωσσα και Ελληνικά), άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, δημοτικά τραγούδια, μαντινάδες, ακόμα έχει γυριστεί και κινηματογραφική ταινία.

Τα περισσότερα αφορούν τα μετά την απαγωγή γεγονότα. Λιγότερα έχουν γραφεί για τα συμβάντα πριν την απαγωγή. Το σημερινό μου σημείωμα, έρχεται να προστεθεί σ’αυτά, τονίζοντας όμως μια άγνωστη πτυχή αυτής της υπόθεσης. Εκείνη που αφορά τις ταυτότητες των απαγωγέων και ένα χωριό, την Κασταμονίτσα.

Ο Γιώργης Τυράκης, ένας από τους απαγωγείς, όπως αφηγείται στο βιβλίο του «Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε», αποκαλύπτει ότι η πλαστή ταυτότητα που του είχε χορηγήσει το Συμμαχικό Στρατηγείο ανήκε σε ένα κάτοικο της Κασταμονίτσας. Και όχι μόνο η δική του, αλλά και των άλλων απαγωγέων. Στις σελίδες 57-59 του παραπάνω βιβλίου διαβάζουμε: …στην Κασταμονίτσα μείναμε στου Κίμωνα Ζωγραφάκη το σπίτι απάνω στον οντά, στ’ανώγειο. Εκεί στ’ανώγειο μείναμε κάπου μια βδομάδα κι οι Γερμανοί τώρα μες στο χωριό.

Ήτανε φυλάκιο στην Κασταμονίτσα κι εμείς απάνω εις το σπίτι. Εμείναμε μια βδομάδα και πλιο, μου φαίνεται εκεί. Εκεί’ρθαμε τώρα σ’επαφή με πάρα πολλούς, με τον Ακουμιανό, οι οποίοι είχανε λάβει ενεργό μέρος εις το κλιμάκιο κατασκοπείας Ηρακλείου, και με άλλους.

Εν τω μεταξύ με τον Κίμωνα το Ζωγραφάκη, ο οποίος είναι ένα πολύ καλό παλικάρι, ήτανε δε και πολύ μετρημένος στη σκέψη του. Δεν ήτανε άνθρωπος και να τα παίρνει φρου φρου, που λένε αλλά κάθε τι το σκεπτόταν, το’κανε κι είχε επιτυχία.

Ενώ ήτανε γερμανοί μες στο χωριό ούτε μας πήρανε χαμπάρι ούτε έγινε καμιά βία. Βγαίναμεν έξω μαζί τη νύχτα, χωριό του, κι ήξερε που πατούσαμε. Δεν είχανε προδότες στο χωριό του πρώτα πρώτα, δεν υπήρχε κανείς καταδότης. Και θυμάμαι δε χαραχτηριστικά μια μέρα μου λέει:

-Το βράδυ κάπου κάνουν γλέντι. Ένα παρτάκι έτσι. Λοιπόν θα’ρθεις να πάμε, μου λέει.

-Ε, Κίμων…ξέρω ’γω ;

-Μη φοβάσαι μου λέει, ξέρω ’γω τι κάνω.

Εγώ, εκείνη την εποχή, φεύγοντας απού το Κάιρο, είχα πάρει, είχαμε βέβαια ταυτότητες για κάθε ενδεχόμενο, εκυκλοφορούσαμε με πολιτικά τσι περισσότερες φορές, κι είχα ’γω τοτεδά ταυτότητα από το χωριό του μέσα

(την Κασταμονίτσα).

Και πηγαίνοντας, τώρα, στο γλέντι, αυτός ήξερε βέβαια την ταυτότητα τη δικιά μου πως είναι απού το χωριό του. Αυτός είχενε δώσει τα στοιχεία στη Μέση Ανατολή και μας εκάμαν τσι ταυτότητες. Κι όπως καθόμεθα κειδά πέρα στο γλέντι, πήγαμε στο γλέντι, μου λέει για μια στιγμή:

-Ξέρεις ποια ναι αυτή που μπαίνει τώρα ;

Λέω :

-Ποια ;

-Η αδερφή σου ! μου λέει, χα-χα-χα. Έχεις, μου λέει, τ’όνομά τσης. Αυτή’ναι η αδερφή σου.

Και γελάγαμε βέβαια.

Από κει φύγαμε τώρα μετά παρέλευση, σας λέγω, δε θυμάμαι τώρα, μια βδομάδα, μιάμιση βδομάδα, πόσο κράτησενε, απού το σπίτι του Ζωγραφάκη, εμεταφερθήκαμεν απάνω, πάνω απ’την Κασταμονίτσα, εις την μάντρα του Σηφογιάννη.

Εκεί μείναμενε αρκετόν καιρό μέχρι να καταστρώσομε το σχέδιο το οποίο ήθελα εχτελέσομε, δηλαδή τη σύλληψη του Στρατηγού Μύλλερ. Για το Μύλλερ πήγαμε στην αρχή. Μάλιστα εκάμαμε μια φορά ένα γλέντι κειδά πέρα, δε θυμάμαι τώρα τι γιορτή ήτανε. Γιορτή ήτανε ή απλώς γλέντι κάναμε ;

Αλλ’εν τω μεταξύ μεθύσαμενε και βγήκαμε στο κέφι, δεν υπολογίζαμε τίποτα, αρχίσαμε τσι πυροβολισμούς και α μας παίρνανε μυρωδιά οι γερμανοί ’θελα μας -ε-φάνε κειδά πέρα ήθελα τους φάμε. Κάτι ’θελα γίνει !

Εν πάσ’περιπτώσει εκάμαμε αρκετό διάστημα κειδά πέρα, μέχρι που αποφασίσαμε να κινηθούμε προς το Ηράκλειο για να πλησιάσομε κοντά στο δρόμο πριν τσ’Αρχάνες…



Σημειώσεις πάνω στο κείμενο του

Γεωργίου Τυράκη



1. Η ταυτότητα του Τυρογιώργη είχε τα στοιχεία του νεαρού Κασταμονιτσανού Γιώργη Σαριδάκη του Μιχαήλ, γιου του Σαριδάκη Μιχάλη ή Μπαλτζή. Η αδερφή του Γιώργη Σαριδάκη, που μπήκε ξαφνικά στο γλέντι και προκάλεσε το χαριτωμένο πείραγμα του Κίμωνα προς τον Τυρογιώργη ότι «να, αυτή που μπαίνει τώρα είναι η αδερφή σου», είναι η Ροδάνθη Σαριδάκη του Μιχαήλ, κάτοικος σήμερα Κασταμονίτσας.

Και αφού βέβαια ο Τυρογιώργης είχε ταυτότητα στο όνομα Γιώργης Σαριδάκης, με την Ροδάνθη, τι άλλο θα μπορούσε να ήταν παρά «αδέρφια»;

Οι ταυτότητες που είχαν οι απαγωγείς και που τις δημιούργησαν ο Γεώργιος Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης, (πατέρας του Κίμωνα Ζωγραφάκη, και όχι ο ίδιος ο Κίμωνας, όπως αναφέρει ο Τυρογιώργης), μαζί με το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κασταμονίτσας, και που δόθηκαν στους αντιπροσώπους των Συμμάχων, (Πάτρικ Λη Φέρμορ και Στάνλευ Μος), φτιάχτηκαν το 1944 στο γραφείο της Κοινότητας Κασταμονίτσας. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασταμονίτσας μαζί με τον Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη έφτιαξαν τα χαρτιά και τα σφράγισαν. Ο ίδιος ο Γεώργιος Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης έδωσε τις πλαστές ταυτότητες, (στις 7 Απριλίου 1944), στον Πάτρικ Λη Φέρμορ, όταν η αποστολή των απαγωγέων κατέλυσε στο σπίτι του. Για τις ταυτότητες επέλεξαν τα ονόματα νεαρών Κασταμονιτσανών δεκαεξάχρονων και δεκαεφτάχρονων. Για την ταυτότητα του Γιώργη Τυράκη διάλεξαν το όνομα και τα στοιχεία του δεκαοχτάχρονου Γιώργη Σαριδάκη (μετέπειτα αστυνομικού). Ο πατέρας του Σαριδάκης Μιχάλης ή Μπαλτζής, (που συναίνεσε σ’αυτό), πήρε ενεργά μέρος στην Αντίσταση και ήταν κρεοπώλης στο επάγγελμα. Ήταν ένας από τους 20 Κασταμονιτσανούς που συνέλαβαν οι Γερμανοί στις 8 Ιουλίου 1943, αμέσως μετά το Β΄ σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου, και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ηρακλείου. Εκεί αφού κουρεύτηκαν, ξυρίστηκαν τα μουστάκια τους, ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν επί σαράντα ημέρες, αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι μετά την παρέμβαση του Ταγματάρχη διοικητή του αεροδρομίου Καστελλίου Τροστ ή Κουτσάφτη (όπως ήταν γνωστός στους Καστελλιανούς).

(Βλέπε άρθρο του δασκάλου Μιχάλη Κοντάκη στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, Αύγουστος 2003, και απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο ΣΤΡΟΥΜΠΟΣ του Παπαμανόλη Καλαϊτζάκη, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην ίδια εφημερίδα, Παρασκευή 6 Αυγούστου 2004).

Για τις ταυτότητες που χρησιμοποίησαν οι απαγωγείς του στρατηγού Κράιπε ο Κίμωνας Ζωγραφάκης αφηγείται : … τον Φλεβάρη του 1944 ο Φιλεντέμ είχε πέσει στον Ομαλό με αλεξίπτωτο. Τον επεριμέναμε στον Ομαλό ο Αλέξης, (σημ. ο Άλεξ Ρέντελ), ο Φραγκιός Μαράκης κι εγώ. Με τα αλεξίπτωτα ήτανε να πέσουνε και ο Μος μαζί με τον Πατεράκη και τον Τυράκη αλλά δεν τα καταφέρανε γιατί το αεροπλάνο ήφυγε. Η ομίχλη δεν τσ ’άφησε να πέσουνε. Τση περιμέναμε κάθε βράδυ μια δεκαριά μέρες. Ανάβαμε τση φωτιές, το αεροπλάνο ήρχουντονε αλλά δεν εμπορούσανε να πέσουνε από τον κακό καιρό. Ο Φιλεντέμ με φωνάζει μια μέρα και μου λέει, Ζαχαρία, πρέπει να βγάλομε μερικές ταυτότητες. Να τση πάρομε εμείς δηλαδή που θαν εκάναμε την απαγωγή. Ο Τυράκης, ο Χναράκης, ο Παπαλεωνίδας και οι άλλοι. Πιάνω τον πατέρα μου και του λέω :

-Να πας στη Κοινότητα να μας ε βγάλεις ταυτότητες. Επήγε ο πατέρας μου στου Χαρίδημου, (σημ. Χαρίδημος Παπαδοκωστάκης), που ήτανε Πρόεδρος και του λέει να ανοίξει το γραφείο. Επήρε ο Χαρίδημος χαρτιά και του λέει ο πατέρας μου άρχισε να βγάνεις ταυτότητες. Εβάλανε ονόματα νεαρών απού την Κασταμονίτσα. Με τη σφραγίδα τση σφραγίσανε. Θυμούμαι πως εβάλανε σε μια το όνομα του Γιώργη Σαριδάκη, γιου του Μπαλτζή, κρεοπώλης ήτανε και καλός πατριώτης. Την ταυτότητα αυτή τηνε πήρε ο Τυράκης. Κι εγώ είχα ταυτότητα με τη σφραγίδα της Κασταμονίτσας. Γιώργης Ψυλλάκης ήγραφε η δική μου ταυτότητα. Ο πατέρας μου ο Ξηρούχης τσ’έδωσε ο ίδιος στον Φιλεντέμ κι αυτός τση μοίρασε…

Ο ίδιος ο Στάνλευ Μος στο βιβλίο του «ILL MET BY MOONLIGHT», γράφει για τις ταυτότητες : …το απόγευμα, (σημ. της 7ης Απριλίου 1944), ετοιμάσαμε τις πλαστές ταυτότητές μας και τους τοπογραφικούς χάρτες μας. Ακολούθησε ένα υπέροχο γεύμα στο οποίο η οικογένεια του Ζαχάρη, (σημ. Κίμωνας Ζωγραφάκης), μας περιποιήθηκε και πάλι σαν να είμαστε βασιλιάδες και μετά ξαναπέσαμε να κοιμηθούμε στα στρώματα με τους άφθονους ψύλλους…

2. Από τα πρακτικά συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασταμονίτσας βλέπουμε ότι η κοινοτική αρχή άλλαξε τον Ιούνιο του 1943. Χρησιμοποιώ την λέξη «άλλαξε» γιατί δεν έγιναν εκλογές ανάδειξης Κοινοτικών αρχόντων. Την θέση του Προέδρου και των μελών του Κοινοτικού συμβουλίου πήραν κατόπιν συνεννοήσεως μεταξύ τους νέα πρόσωπα. Πρόεδρος ο Χαρίδημος Παπαδοκωστάκης ή Τελάλης και μέλη ο Εμμανουήλ Γ. Ανδριανάκης ή Αντριανομανόλης, ο Νικόλαος Ι. Φραγκιαδάκης ή Κανόνης και ο Βαρδής Μ. Τσαπάκης ή Βαρδής.

Αναφέρω τα ονόματά τους γιατί συνέβαλαν στην δημιουργία των πλαστών ταυτοτήτων των απαγωγέων, χωρίς βέβαια να γνωρίζουν, τον ακριβή σκοπό της χρησιμοποίησής τους.

3. Ο Γιώργης Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης, πρόεδρος της Κοινότητας Καστελλίου, (1926-1941 και 1945-1950), αμέσως μετά την κατάληψη του νησιού από τους Γερμανούς, παραιτήθηκε από την θέση του. Τον είχε καλέσει στο γραφείο του ο Διοικητής των Γερμανικών δυνάμεων του αεροδρομίου Καστελλίου ταγματάρχης Τροστ και του είχε ζητήσει επίμονα να οδηγεί καθημερινά τις αγγαρείες από εκατοντάδες Καστελλιανούς στα έργα του αεροδρομίου. Για να τον δελεάσει μάλιστα του προσέφερε και ένα κυνηγετικό όπλο, δίκαννο. Ο Ξηρούχης τότε έδωσε μια αποστομωτική απάντηση στον Τροστ, (δεν δέχτηκε και το δίκαννο), που τον άφησε άφωνο.

-Εγώ είμαι Πρόεδρος και υπηρετώ τση Καστελλιανούς και όχι τση δυνάμεις κατοχής !

Κατόπιν παραιτήθηκε, πήρε την οικογένειά του, (που αποτελείτο από την γυναίκα του Αικατερίνη και οχτώ παιδιά, Γιάννη, Κίμωνα, Χάρη, Παύλο, Γρηγόρη, Παντελή, Μαρία, Ευθυμία), και εγκαταστάθηκε στο χωριό Κασταμονίτσα. Η οικογένεια του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη είχε μεγάλη προσφορά στον αγώνα. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν τον γιο του Γιάννη Ζωγραφάκη, (τον Οκτώβρη του 1943), δάσκαλο και αξιωματικό του Ελληνικού στρατού, σε τιμητική αποστρατεία, λόγω τραυματισμού του στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Ο άλλος γιος Κίμωνας Ζωγραφάκης ήταν μέλος της Φορς 133, εκπαιδεύτηκε κομάντος αλεξιπτωτιστής και σαμποτέρ, πήρε μέρος σε πολλές και επικίνδυνες αποστολές τα χρόνια 1942-1945 (μεταξύ αυτών και τα σαμποτάζ στο αεροδρόμο Καστελλίου τον Ιούνιο του 1942 και τον Ιούλιο του 1943).

Ένας τρίτος γιος ο Χάρης Ζωγραφάκης (ζει σήμερα στο Καστέλλι), ήταν καταζητούμενος και φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή.

Στο σπίτι του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη στην Κασταμονίτσα έγιναν πολλές συσκέψεις με Αντιστασιακούς και τους υπεύθυνους των Συμμάχων (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Άλεξ Ρέντελ ή Αλέξη, Τομ Ταμπάμπιν, Μαθιό, κ.α.)

Οι συμμαχικές αποστολές φιλοξενήθηκαν πολλές φορές στο σπίτι του Γιώργη Ζωγραφάκη στην Κασταμονίτσα και οι σύμμαχοι τον εμπιστεύονταν και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα.

Τα ξημερώματα στις 6 Απριλίου 1944, στο σπίτι του Γιώργη Ζωγραφάκη στην Κασταμονίτσα, έφτασαν οι Πάτρικ Λη Φέρμορ, Στάνλευ Μος, Γρηγόρης Χναράκης, Μανόλης Πατεράκης Γιώργης Τυράκης, Αντώνης Παπαλεωνίδας. Οι Μος, Πατεράκης και Τυράκης είχαν φτάσει με σκάφος την νύχτα της 3ης ξημερώματα 4ης Απριλίου 1944 για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. (Όπως σημειώνει ο Αντ/χης χωροφυλακής και Αντιστασιακός Γεώργιος Μιζεράκης σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ, 3/5/1997, η αποβίβαση έγινε στην παραλία Δέρματος της νότιας Κρήτης διακόσια μέτρα δυτικά της εκβολής του Αναποδάρη ποταμού).

Εκεί φιλοξενήθηκαν μέχρι την 21η Απριλίου 1944 την νύχτα, όταν αναχώρησαν για τον τόπο της απαγωγής.

4. Οι Γερμανοί που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης ότι βρισκόταν στο χωριό ήταν εκείνοι του αναρρωτηρίου της Κασταμονίτσας. Στην Κασταμονίτσα, και στο επιταγμένο σπίτι του γιατρού Εμμανουήλ Μανουσάκη, λειτουργούσε τα χρόνια 1943-1944 αναρρωτήριο με Γερμανούς σε ανάρρωση, νοσοκόμες και γιατρούς. Το αναρρωτήριο εξυπηρετούσε τις Κατοχικές δυνάμεις του αεροδρομίου Καστελλίου. Υπεύθυνος γιατρός του αναρρωτηρίου ο Γερμανός αξιωματικός Muck. Επειδή οι Γερμανοί που εξυπηρετούσε το αναρρωτήριο βρισκόταν στο στάδιο της ανάρρωσης κυκλοφορούσαν συνεχώς οπλισμένοι στους δρόμους της Κασταμονίτσας, και έμπαιναν στα καφενεία και στα σπίτια του χωριού χωρίς προειδοποίηση. Σ’αυτό λοιπόν το χωριό και στο σπίτι του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη έμεναν (όπως έχω αναφέρει προηγουμένως) οι απαγωγείς.

5. Για το μεθύσι και τους πυροβολισμούς που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης, ο Κίμωνας Ζωγραφάκης αφηγείται : …το βράδυ τσ’Ανάστασης επήγαμε στην εκκλησία, στην Αγία Κυριακή. Είχαμε δώσει ένα ρασίδι στον Μος. Ο Φιλεντέμ δεν ήτανε στο χωριό. Είχε πάει στο Ηράκλειο με τον Ακουμιανό κι έλειπε κάμποσες μέρες. Επήγαμε όλοι στην εκκλησία. Μετά εσταθήκαμε και στον Ιούδα. Από νωρίς όμως εμείς επίναμε στο σπίτι μας και είχαμε έρθει στο κέφι. Την ώρα που εκαίγουντανε ο Ιούδας, εβγάλανε ο Παπαλεωνίδας και ο Τυράκης τα πιστόλια και ερίξανε πυροβολισμούς. Όχι στον αέρα αλλά χάμω στη γη. Οι σφαίρες εκαρφώνανε στο χώμα. Ο Μος τον είδα και δεν του’ρθε. Μας επήρε και εφύγαμε. Είδα κι ένα νοσοκόμο Γερμανό που τον ελέγαμε Παπα-Γιάννη και εκατάλαβα πως μας αντιλήφτηκε. Αυτός ήτανε και νοσοκόμος και παπάς καθολικός. Εμάς όμως τση Κρητικούς μας εσυμπαθούσε. Δεν εμίλησε…

Αυτό το περιστατικό έγινε την βραδιά της Ανάστασης 15-16 Απριλίου 1944 και λόγω της συνήθειας των Κρητικών, να πυροβολούν όταν καίγεται ο Ιούδας, οι Γερμανοί που παρευρίσκονταν στην εκκλησία και στο κάψιμό του στην πλατεία του χωριού (στο προαύλιο της Αγίας Κυριακής), δεν έδωσαν σημασία. Εξ’άλλου οι πιτσιρίκοι της Κασταμονίτσας έφτιαχναν πολλά «πλακατζίκια» τα οποία έσκαγαν την ώρα της Ανάστασης και ο θόρυβος απ’αυτά «σκέπαζε» τους πυροβολισμούς.

6. Η μάντρα του Σηφογιάννη, που αναφέρει ο Γιώργης Τυράκης ότι παρέμειναν δυο βδομάδες για να καταστρώσουν τα σχέδια, βρίσκεται στο Κασταμονιτσανό αόρι, στη θέση Καλόγερος. Πρόκειται για την μάντρα του μεγάλου πατριώτη Γιάννη Σηφάκη ή Σηφογιάννη, ενός ακούραστου ανθρώπου, όπου προσέφερε σχεδόν τα πάντα στον αγώνα μαζί με την οικογένειά του.

Στην είσοδο της ερειπωμένης σήμερα μάντρας και στο ανώφλι έχει σκαλίσει ο ίδιος ο Πάτρικ Λη Φέρμορ με καλλιγραφικά γράμματα τα αρχικά του ιδιοκτήτη και το έτος 1943. (19 + 43 IΣ). Στην μάντρα του Σηφογιάννη πέρασαν οι απαγωγείς την ημέρα του Πάσχα 16 Απριλίου 1944 και εκείνη την ημέρα ο Μος τράβηξε σχεδόν όλες τις γνωστές φωτογραφίες (που δημοσιεύονται συνεχώς σε βιβλία και περιοδικά με θέμα την απαγωγή). Είχα την τύχη να μου δωρίσει μία απ’αυτές τις φωτογραφίες (στην προτότυπή της μορφή) ο ίδιος ο Κίμωνας Ζωγραφάκης. Η μάντρα του Σηφογιάννη διακρίνεται σε πολλές απ’αυτές, όχι όμως και ο ίδιος, που ήταν ένας σεμνός άνθρωπος. Σε απόσταση 500 μέτρων από την μάντρα, υπήρχε και μια μικρή σπηλιά, αόρατη σχεδόν, στη θέση Βατονερό - Λημέρι όπου φιλοξενούσε τον ασύρματο του Λασιθίου με υπεύθυνο αξιωματικό τον Άλεξ Ρέντελ ή Αλέξη. Λίγο πιο πάνω από το Λημέρι υπήρχε άλλη «αόρατη» σπηλιά με την ονομασία «Χωματόσπηλιος», όπου φιλοξενούνταν σε όλη την διάρκεια της Κατοχής Ρώσοι δραπέτες του αεροδρομίου Καστελλίου μαζί με Ιταλούς και Αυστριακούς αυτόμολους.

7. Αξίζει να αναφέρω και δύο Κασταμονιτσανούς οι οποίοι συμμετείχαν στην μεταφορά των εφοδίων από την Δέρματο στην Κασταμονίτσα και που τα ονόματά τους παραμένουν ακόμη και σήμερα άγνωστα. Στα σχόλια του αξιόλογου ερευνητή της Αντίστασης, δικηγόρου κ. Κώστα Γιανναδάκη, στην εφημερίδα «Μεσόγειος» στις 22 Μαΐου 2001, (όπου δημοσιεύει σε μετάφραση το βιβλίο του Στάνλευ Μος ILL MET BY MOONLIGHT), αναφέρει το όνομα του ενός Κασταμονιτσανού μεταφορέα. Πρόκειται για τον Ιωάννη Σαριδάκη του Μιχαήλ ή Τσούλουκα. (Βρήκε φριχτό θάνατο από ατύχημα μετά την απελευθέρωση όταν τον καταπλάκωσε μεγάλος δρυς που ο ίδιος έκοβε). Ο άλλος μεταφορέας είναι ο Ιωάννης Σαριδάκης του Εμμανουήλ ή Κασογιάννης.

Αυτοί οι δύο ήταν πάντοτε οι μεταφορείς των εφοδίων που έφταναν στην Κασταμονίτσα και από εκεί στο Λημέρι και στην μάντρα του Σηφογιάννη. Έμπιστοι άνθρωποι του Γεωργίου Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη τους ανέθετε συχνά αρκετές αποστολές.

8. Για την Κασταμονίτσα, την οικογένεια του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη, το Γερμανικό αναρρωτήριο που υπήρχε στο χωριό, το Κασταμονιτσανό αόρι και την εγκατάστασή τους στην σπηλιά στη θέση Βατονερό –Λημέρι, τον Σηφογιάννη και τη μάντρα του, καθώς και τους δυο δραπέτες Ρώσους Βασίλη και Ιβάν ή Βάνυα (οι οποίοι πήραν μέρος αργότερα στο σαμποτάζ της Δαμάστας), ο Στάνλευ Μος στο βιβλίο του «ILL MET BY MOONLIGHT» αναφέρει : …όταν χάραζε η αυγή φάνηκε πίσω από ένα λόφο το χωριό (σημ. η Κασταμονίτσα). Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι του Ζαχάρη (σημ. Κίμωνα Ζωγραφάκη), όπου μας περίμενε ολόκληρη η οικογένεια : ο πατέρας, η μητέρα, δύο αδελφοί και δύο αδελφές. Είχαν ετοιμάσει από πριν ένα τεράστιο γεύμα, και το γλέντι μας –γιατί γλέντι ήταν – κράτησε ως που ξημέρωσε για καλά. Στο τέλος τα μάτια μας δεν άνοιγαν και με πραγματική ανακούφιση βρήκαμε, όταν ανεβήκαμε επάνω, να μας περιμένουν πραγματικά κρεβάτια, με μαλακά στρώματα και ολοκάθαρα σεντόνια. Δεν ξυπνήσαμε παρά το μεσημέρι…

…σαν πραγματικοί μεγιστάνες φάγαμε το μεσημεριανό μας στο κρεβάτι, όπου μας περιποιήθηκαν οι αδελφές του Ζαχάρη, (σημ. Μαρία και Ευθυμία), δύο γελαστές, έξυπνες και όμορφες κοπέλες που μου θύμιζαν τα πρώτα μοντέλα του Πικασό…

…αποφασίσαμε ότι την άλλη μέρα ο Πάντυ, (σημ. Πάτρικ Λη Φέρμορ), θα έφευγε με τον Μίκυ, (σημ. Μιχάλης Ακουμιανάκης), για το Ηράκλειο για να αντιληφθεί κι ο ίδιος τις κινήσεις του Κράιπε, ενώ εγώ με την υπόλοιπη ομάδα θα ανέβαινα στα βουνά πάνω από την Κασταμονίτσα για να βρω ένα στρατηγείο από όπου θα επιχειρούσαμε το τόλμημά μας και θα ξεκινούσαμε για τη δύσκολη επιστροφή μας. Ολόκληρη την ημέρα την περάσαμε με συζητήσεις. Ευτυχώς δεν είχαμε πολλούς επισκέπτες γιατί στην άκρη του χωριού υπήρχε ένα μεγάλο Γερμανικό αναρρωτήριο και δεν ήταν φρόνιμο να μπαινοβγαίνουν μέσα στο σπίτι πολλοί άνθρωποι ενώ ήταν ακόμη μέρα. Οι Γερμανοί συνήθιζαν να διασχίζουν το χωριό σε μικρές ομάδες, να στέκονται στις γωνίες των δρόμων και να προσπαθούν να αγοράσουν κανένα φρέσκο αυγό από τους χωρικούς…

…αντιθέτως, παρά τις πικρές αναμνήσεις, ο πατέρας του Ζαχάρη (σημ. ο Γεώργιος Ζωγραφάκης ή Ξηρούχης), έμενε ασυγκίνητος και ατάραχος, σαν ακλόνητος βράχος. Σπάνια μιλούσε και σπάνια χαμογελούσε ο λαμπρός αυτός άνθρωπος με το όμορφο πρόσωπο, τα κατάλευκα μαλλιά και τις ελαφρές κινήσεις ενός αγριοκάτσικου…

…στις έντεκα τη νύχτα, ξεκινήσαμε και μεις. Η μάνα του Ζαχάρη μας αποχαιρέτησε με δάκρυα και κάνοντας τον σταυρό της. Οι αδελφές του μας είχαν ετοιμάσει ωραιότατα γλυκίσματα κι ο πατέρας του ήρθε μαζί μας για λίγο ως οδηγός. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος, το φεγγάρι μεγάλο και κατακάθαρο. Επί μιαν ολόκληρη ώρα ο πατέρας του Ζαχάρη, προπορεύονταν. Τα άσπρα του μαλλιά έλαμπαν στο φως του φεγγαριού, θύμιζαν κάποιο παραμυθένιο πρόσωπο. Μας οδήγησε στους πρόποδες του βουνού. Εκεί, δίχως άλλη κουβέντα, μας αποχαιρέτησε, γύρισε πίσω και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Από κει που στεκόμαστε βλέπαμε το μεγάλο Γερμανικό αναρρωτήριο και το ανηφορικό μονοπάτι που θα ακολουθούσαμε. Επί τρεις ολόκληρες ώρες σκαρφαλώναμε, θα’λεγε κανείς ότι ανεβήκαμε σε δυσθεώρητα ύψη…

…η σπηλιά μας ήταν πολύ μικρή και η είσοδός της αθέατη ακόμα κι από κοντά. Για να μπει κανείς μέσα θα έπρεπε να συρθεί με την κοιλιά. Για μένα έμοιαζε με ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, δυόμισι επί δύο μέτρα και με ύψος που μόλις έφθανε το ένα και σαράντα. Μικροσκοπικό αλλά και πολύ αναπαυτικό γιατί το πάτωμά του ήταν στρωμένο με φτέρες. Από τους έξη μας, ο Γρηγόρης, (σημ. Γρηγόρης Χναράκης), ο Ζαχάρης κι ο Ουάλλας Μπήρυ, (σημ. Αντώνης Παπαλεωνίδας), κοιμόταν κάτω από ένα βράχο εκεί δίπλα. Έτσι έμενε στην σπηλιά αρκετός χώρος για τους υπόλοιπους τρεις. Εμένα, το Γιώργη, (σημ. Γιώργης Τυράκης), και τον Μανόλη, (σημ. Μανόλης Πατεράκης) …

…ο Γιώργης κι εγώ οπλιστήκαμε ως τα δόντια κι ακολουθήσαμε το βοσκό (σημ. Μανόλη Σηφάκη ή Σηφομανόλη γιο του Σηφογιάννη). Όταν όμως φτάσαμε στην καλύβα του, (σημ. στην μάντρα), ένας άλλος βοσκός, (σημ. ο Σηφογιάννης), μας είπε ότι οι δυο Ρώσοι φοβήθηκαν κι έφυγαν. Γυρίσαμε στη σπηλιά μας. Και μετά δύο ημέρες ο βοσκός μας ήρθε πάλι να μας πει ότι οι «άνθρωποί» του είχαν φανεί και πάλι. Τον ακολουθήσαμε και σε λίγο βρισκόμαστε μπροστά σε δύο αληθινούς Ρώσους στρατιώτες που είχαν πιαστεί στην Κριμαία, αιχμάλωτοι. Είχαν δουλέψει επί δυο χρόνια σε διάφορα στρατόπεδα και ύστερα μεταφέρθηκαν στην Κρήτη, όπου εργάζονταν στα έργα στο Καστελλίου. Το φαγητό τους ήταν αφαντάστως λιγοστό ωσότου στο τέλος αποφάσισαν να δραπετεύσουν. Περιπλανήθηκαν μερικές μέρες στα βουνά νηστικοί, ρακένδυτοι και γεμάτοι πληγές. Τους ντύσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε, τους ταΐσαμε και έτσι ο Ιβάν και ο Βασίλης έγιναν δύο καλοί και ευχάριστοι σύντροφοί μας. Τα βράδια τραγουδούσαν τα νοσταλγικά τραγούδια της Ουκρανίας και μας έλεγαν για τις τρεις περίπου χιλιάδες άτυχους συντρόφους τους που τυραννιόταν στα στρατόπεδα της Κρήτης. Κάναμε διάφορα παράτολμα σχέδια να τους ελευθερώσουμε και να σχηματίσουμε μια μεγάλη ομάδα κρούσεως που να τρομοκρατήσει τους Γερμανούς…

9. Τελειώνοντας θα αναφέρω και μια μαντινάδα την οποία σκάρωσε ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο σπίτι του Γιώργη Ζωγραφάκη ή Ξηρούχη, τις μέρες πριν την απαγωγή, σε ένα τρικούβερτο γλέντι (Αυτή η μαντινάδα άρεσε πολύ και στον Κίμωνα Ζωγραφάκη, την τραγουδούσε μαζί με τον Πάτρικ και μου την ανέφερε ο αντιστασιακός Γιώργος Πολεμαρχάκης ο οποίος ήταν παρόν) :

Τση Κρητικούς αφορδακούς οι Γερμανοί δε θένε γιατί αυτοί τα κάνανε τα μάθια ντως και κλαίνε