“Από τις πιο έντονες καλλιτεχνικές χαρές, που δίδει το Μόναχο, είναι η παλαιά του πινακοθήκη.

Ανάμεσα στους θησαυρούς της Ιταλικής Αναγέννησης, μέσα από την υπέροχη συλλογή του Γερμανικού Κουατροτσέντο και της πλούσιας φλαμανδικής τέχνης μετά τους θαυμάσιους, πίνακες των Ρέμπραντ, Ντύρερ, Χολμπάιν, Βερονέζε και Βελασκεθ, ο Γκρέκο στέκεται ξεχωριστός θαυμαστός, δυνατός, ανάμεσα στους μεγαλύτερους”.

Με αυτά τα λόγια αρχίζει την ανταπόκριση του για το έργο του Θεοτοκόπουλου από το Μόναχο, στο εβδομαδιαίο περιοδικό “Κυριακή του Ελεύθερου Βήματος”, ο Κων/νος Μαλέας, ζωγράφος κι ο ίδιος στις τρεις Σεπτεμβρίου 1927. Από το Μόναχο, που η μοίρα έταξε να ταξιδέψει ένα χρόνο πριν από το θάνατό του, στέλνει τακτικές ανταποκρίσεις, αφού παραμένει εκεί, περισσότερο από δύο μήνες, ζωγραφίζοντας, τοπία κυρίως της γερμανικής υπαίθρου και επισκεπτόμενος μουσεία και κάθε ναό της τέχνης στην πόλη του Μονάχου.

Ο Κων/νος Μαλέας γεννήθηκε το 1897 στην Κων/λη, φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, σπούδασε αρχιτεκτονική και στη συνέχεια ζωγραφική στο Παρίσι.

Εγκαταστάθηκε μετά τις σπουδές του στη Θεσσαλονίκη και αργότερα οριστικά στην Αθήνα. Για μεγάλα όμως χρονικά διαστήματα ταξιδεύει εντός και εκτός της Ελλάδας, ζωγραφίζοντας εντατικά. Μετέχει ενεργά στις ιδεολογικές ζυμώσεις της εποχής του, φίλος του Γληνού, του Δελμούζου και του Τριανταφυλλίδη, εικονογραφεί το αναγνωστικό της Α’ Δημοτικού, το Αλφαβητάρι με τον ήλιο. Είναι το πρώτο αναγνωστικό γραμμένο στη δημοτική γλώσσα.

Λαβαίνει μέρος σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο Παρίσι, μαζί με τους Λύτρα και Παρθένη και το 1923 τιμάται με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Θεωρείται δε από τους σύγχρονους του, από τους πιο προικισμένους εκπροσώπους του αντιακαδημαϊκού πνεύματος.

Το έργο του δέχεται στα πρώιμα στάδια επιδράσεις από το συμβολισμό, αλλά αργότερα επηρεάζεται από τα μετεμπρεσιονιστικά κινήματα.

Στη συνέχεια λοιπόν της ανταπόκρισης του από το Μόναχο γράφει: Το έργο του Θεοτοκόπουλου χωρίς αναμνήσεις άλλων, ακέραιο, με μια ενορχήστρωση χρωμάτων και μορφών, μια συρροή προς το κέντρο του κάθε πίνακα, ένας ρυθμός γραμμικών και πλαστικών κατευθύνσεων, οδηγεί προς την ουσίαν της συλλήψεως.

Οι αρετές της λιτής φόρμας, τα εκφραστικά χρώματά του, τα παρατεταγμένα σε χτυπητές αντιθέσεις, η δυνατή και στέρεη αρχιτεκτονική του η αναβλύζουσα, σαν άφθονη πηγή, σύνθεσή του, η αδρή και γιγαντιαία προσωπικότητα του, κάτι το νέο που ξεπηδά γενικά από το έργο του, κάτι βαθειά επιγνωσμένο και αυθόρμητα εμπνευσμένο, κάνουν τον Γκρέκο έναν πολύ μεγάλο τεχνίτη, που μας εμπνέει αρχιτεκτονική τάξη, και ρυθμό μουσικό, πλαστικότητα και ενότητα υπέρ της αρμονίας”.

“Και τα πορτραίτα! Τι να πει κανείς.

Τι αποτύπωσις χαρακτήρων, τι πνευματοποίησις σχημάτων και ποία έκφρασις χρωμάτων, που μόνον ένας υπέρτερος χρωματιστής μπορούσε να συνθέσει και να παραθέσει, σαν κάτι το πολύηχο και το ρυθμικό και συνάμα αισθαντικό Τα γκρίζα του είπαν “Intermedia” μουσική αναπαύσεως, που εξαιρουν τις τόσες χρωματικές δυναμικότητες, μέσα στη στατικότητα του υπέροχου συνόλου”.

Καημός του Κων/νου Μαλέα είναι πως η Εθνική Πινακοθήκη στις μέρες του έχει μόνο δύο έργα του Θεοτοκόπουλου και προτείνει: “Μια και δεν μπορούμε να έχουμε τα πρωτότυπα να κάμομε τουλάχιστον αντίγραφα των”. Ο Μαλέας βλέπει τα έργα του Κρητικού ζωγράφου με ματιά μεθυσμένου από τα χρώματα και το θειο φως, που εκπέμπουν. Διαβάζει όλα τα βιβλία που έχουν γραφεί για τον Θεοτοκόπουλο στα Ελληνικά και Γαλλικά, δεν είναι όμως πολύγλωσσος για να μελετήσει και όσα έχουν γραφεί στα Ισπανικά, Αγγλικά ή Γερμανικά. Εύχεται λοιπόν “να βρεθεί κάποτε ένας πλούσιος να διαθέσει ένα σημαντικό ποσό, για να μεταφρασθούν στα Ελληνικά, όλα τα βιβλία που έχουν εκδοθεί στις άλλες χώρες για τον Γκρέκο”.

Είναι γνωστό όμως ότι, όσα ονειρεύτηκαν ή ευχήθηκαν, οι ιδεολόγοι και οραματιστές, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνται στην ολότητά τους, μέσα στα στενά χρονικά όρια της ζωής τους.

Οι προσδοκίες και οι επιθυμίες του Κων/νου Μαλέα, όσες αφορούσαν στο έργο του Θεοτοκόπουλου, έχουν πραγματοποιηθεί, σήμερα, κατά ένα μεγάλο μέρος.

Οχι μόνο μεταφράστηκαν, στα Ελληνικά, βιβλία που έχουν γραφεί από ξένους μελετητές για το Μεγάλο ζωγράφο, αλλά και Ελληνες επιστήμονες έχουν με ευλάβεια σκύψει πάνω από το έργο του, μελέτησαν τη ζωή του, προσδιόρισαν τον τόπο καταγωγής του, και φώτισαν την καλλιτεχνική του πορεία από το Χάντακα στο Τολέδο. Σήμερα και η Πινακοθήκη της Αθήνας έχει περισσότερους από δύο πίνακες, του Γκρέκο αλλά και το Ηράκλειο, η πόλη του τον γέννησε, απέκτησε και δεύτερο πίνακα. “Τη Βάπτιση του Χριστού”, με χρήματα, που πρόσφεραν πρόθυμα επώνυμοι και ανώνυμοι πολίτες. Οι πίνακες φυλάσσονται στο Ιστορικό Μουσείο, μέχρι να γίνει πραγματικότητα η επιθυμία των Ηρακλειωτών, να αποκτήσει επιτέλους η πόλη πινακοθήκη.

Μέχρι τότε μπορεί να υπάρξει η δυνατότητα να αποκτηθεί κι άλλο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, που με την πεμπτουσία της τέχνης του μας υποβάλλει διανοητικά, το υπέρτατο νόημα της δημιουργίας. Ρένα Μιχαήλου

καθηγήτρια φιλόλογος