Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο και την Μικρασιατική Καταστροφή, ήταν σχεδόν μια χρεοκοπημένη χώρα. Αναγκάστηκε να πάρει το περίφημο προσφυγικό δάνειο, έκανε εσωτερικό δανεισμό μήπως και ορθοποδήσει.

Η εντεινόμενη δραστηριότητα της οικονομίας, προκάλεσε από το 1924 ζήτηση κεφαλαίων με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν μεγάλες αναλήψεις καταθέσεων αλλά και προεξοφλήσεις έντοκων γραμματίων. Οι τράπεζες, ιδιαίτερα, εξαργύρωναν μαζικά τα έντοκα γραμμάτια που διατηρούσαν, ώστε να αναγκαστεί η Εθνική ως εγγυήτρια, να καταβάλει από τα διαθέσιμά της το τίμημα των εξοφλήσεων (χωρίς τη συνδρομή του Δημοσίου που δεν είχε τη δυνατότητα), το οποίο έφτασε σε 611.964.907 δρχ. Τα έντοκα εξάλλου γραμμάτια, που προσέγγιζαν το χρόνο ωρίμανσης, αποτέλεσαν πρόσθετη απειλή. Ενα μέρος λοιπόν του αναγκαστικού δανείου χρησίμευσε για την εξόφληση και προεξόφληση έντοκων γραμματίων.

Ο πληθωρισμός, η αύξηση των φόρων (ιδίως των έμμεσων), η στενότητα χρήματος και η κερδοσκοπία, είχαν ως αποτέλεσμα μια ανακατανομή του εισοδήματος από τις λιγότερο ευνοημένες τάξεις σε κοινωνικές κατηγορίες που επωφελήθηκαν τις συνθήκες αυτές. Σημειώθηκε έτσι στην Αθήνα πολλαπλασιασμός ιδιωτικών αυτοκινήτων καθώς και αύξηση της κατανάλωσης ειδών πολυτέλειας.

Στα 1925-26, ιδρύθηκαν 81 νέες εταιρίες με κεφάλαιο 452 εκατομμύρια δραχμές, ενώ η αύξηση κεφαλαίων των δημοσίων επιχειρήσεων έφτασε τα 260 περίπου εκατομμύρια - ποσό που αντιστοιχούσε με τετραπλασιασμό της ανόδου του προηγούμενου έτους. Ωστόσο, η μεγάλη στενότητα διαθεσίμων ανάγκασε την τράπεζα να περιορίσει το ρυθμό πιστοδότησης προς τους δύο κύριους αποδέκτες των δανείων της (τον εμπορικό και τον αγροτικό τομέα), ώστε ο τόκος των δανείων να φτάσει τα 30%.

Ταυτόχρονα αυξήθηκε ο αριθμός των ατμοπλοίων. Από 216 εργοστάσια σε ενέργεια τα 43 ιδρύθηκαν το χρόνο αυτό, με πρώτη των κλωστοϋφαντουργία, την καπνοβιομηχανία, ενώ ο αγροτικός τομέας αντιμετώπισε πρόβλημα χρηματοδότησης.