Του Γιάννη Χλουβεράκη

“Χίλια δεντρά ‘καμεν ο Θεός πολλά χαριτωμένα,

μα σαν την όμορφη ρογδιά δεν ήκαμε κιανένα”.

Σίγουρα σε πολύ μεγάλα κέφια θα πρέπει να βρισκόταν ο Δημιουργός, όταν ήρθε και η σειρά της ρο(γ)διάς. Θαμνόδενδρο, φυλλοβόλο, με λεπτά κλαδιά, ακανθοφόρα, κατάφορτη με στιλπνά βαθυπράσινα φύλλα. Μ’ ένα μπουμπούκι ζωγραφιστό, που ανοίγει σε σάρκινο κόκκινο λουλούδι, τις μέρες του Μαγιού, σε σχήμα καμπάνας.

Η ομορφιά δεν είναι σιωπή

“της ροδιάς το λουλούδι

παραδείγματος χάρη,

είναι ένα αριστούργημα

που το απαγγέλλει η μέρα (Νικηφόρος Βρεττάκος)”

Το τέλος του καλοκαιριού ο πράσινος σφαιρικός καρπός παίρνει το χρώμα της φωτιάς και της γης_ κι όταν σπάσει το φθινόπωρο και ξεχυθούν από μέσα τα ρόδινα μαργαριτάρια – τι να πει κανείς για το εργαστήρι της φύσης! Κι ύστερα σου λένε για «συσκευασίες» και προδιαγραφές της … Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ομορφιά της ρογδιάς και η φρεσκάδα του ρογδιού είναι αναμφισβήτητη_ το δηλώνει ο κρητικός :

“Ανθοστολίστηκε η ρογδιά απού ‘χω στην αυλή μου,

γελά μου κάθε που με δει, μιλιώ τση και μιλεί μου.

Τριαντάφυλλο ‘σαι το πρωί, κρίνο το μεσημέρι.

ρογδιά το προσαργάτινο στσ’ αυλής μου το παρτέρι.

Δυό ρόγδια σου ‘βαλε ο Θεός στο μπέτη και τη μούρη,

για να μη βρίσκει ο πάσα εις απάνω σου κουσούρι

(Κωστής Φραγκούλης)”

Η ροδιά είναι το μοναδικό είδος της οικογενείας των PUNICACEAE. Εκαλλιεργείτο από τους αρχαιοτάτους χρόνους στην Ελλάδα, όπου ήταν γνωστή ως ροιά στην εποχή του Ομήρου, στους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκινόου (Οδ. Β1) και του Λαέρτη (Οδ. 1589): «ογχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι» (όγχνη, η αχράς των αρχαίων, η αγριαπιδιά, που συνέβαλε στο μαρτύριο του Ταντάλου).

Ως ροά την αναφέρει ο Θεόφραστος και ο Διοσκορίδης γράφει : «ρόα πάσα εύχυμος, ευστόμαχος, άτροφος» - υπονοεί τον καρπό.

Στους Βοιωτούς και τους Κρήτες ήτο γνωστή, ως σίδη ή σίδα (πελασγική ονομασία).

Εν τούτοις, ο Πλίνιος που είχε ιδιαίτερη εκτίμηση στο δένδρο ως οπωροφόρο και καλλωπιστικό, λέει ότι εισήχθη στην Ευρώπη από την Καρχηδόνα (σημερινή Τυνησία), απ’ όπου πήρε και το όνομα του καρπού της MALUM PUNICUM (μήλο της Καρχηδόνας).

Ροδιές εικονίζονται στα καρχηδονικά και φοινικικά παράσημα και στα νομίσματα της Ρόδου. Η φλογοφόρος ροδιά αποτελεί στρατιωτικό έμβλημα και το «στέμμα» του καρπού της ροδιάς απεικονίζεται σε οικόσημα ηγεμόνων.

Το ρόγδι αναφέρεται πολλές φορές στην Βίβλο και το σχεδίαζαν στις κολώνες του ναού του Σολομώντος και στα άμφια των αρχιερέων. Ο Σολομών θεωρούσε τη ρογδιά δένδρο της γονιμότητος και το εξυμνούσε για τα πολλά του χαρίσματα.

Αν και θεωρείται ότι προέρχεται από την κεντρική Ασία, φαίνεται πολύ πιθανό να είναι Ελληνικής καταγωγής (βλ. Αγριολούλουδα της ελληνικής γης, Αθήναι 1965).

Η ρογδιά που μνημονεύεται σε πολλές μυθολογίες αποτέλεσε προϊόν κατασκευής μελανιού και βαφής. Ακόμη και σήμερο φλούδες του καρπού, τσίπες (μεμβράνες) και φύλλα της ρογδιάς χρησιμοποιούνται στην οικιακή βαφική και βυρσοδεψία και το σκληρό και ασάπιστο ξύλο της είναι πολύτιμο για την τορνευτική.

Οι μύθοι γύρω από τη ροδιά είναι ατελείωτοι. Η ροδιά ήταν αφιερωμένη στην Ήρα, προστάτιδα του γάμου και της γέννησης. Ο Παυσανίας στα Κορινθιακά του περιγράφει το χαμένο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς: «Το δε άγαλμα της Ήρας επί θρόνου κάθηται μεγέθει μέγα… και των χειρών τη μεν καρπόν φέρει ροιάς, τη δε σκήπτρον».

Στον ομηρικό ύμνο προς την Δήμητρα, ο Πλούτωνας «ροιής κόκκον έδωκε φαγείν» στην Περσεφόνη κι εκείνη μόλις τον έφαγε ξέχασε τη μάνα της και καταδικάστηκε να μένει το μισό χρόνο – όπως και οι σπόροι της ροδιάς – στα Τάρταρα και τον άλλο μισό στον Επάνω Κόσμο.

Εξάλλου, στον ιερό κήπο της Αφροδίτης ανάμεσα στα ευωδιαστά λουλούδια και τα δένδρα ήταν και η πολυαγαπημένη ροδιά, ισχυρό σύμβολο του έρωτα και εκδήλωση ακατάσβεστου πάθους και έξαλλης αφροντισιάς.

Ο αισθησιακός ποιητής Βάρναλης όταν θυμηθεί το σφιχτό, σαν ρόδι, κόρφο, τα στητά κορμάκια μέσα σ’ αράχνινες εσάρπες, «λουσμένα σε γάλατα αχνά και ζεστά», ανεβαίνουν απ’ το νερό οι παρηγορήτρες Ωκεανίδες :

“Να κορμί στον αφρό και στην άρμη δεμένο,

να κορμί σα λαμπάδα χυτό…

Να κι αστήθι, σα ρόδι, σφιχτό,

που μ’ αγάπη και πόνο για σε,

το φροντίζω, χρυσέ!”

Το ρόδι, αιώνιο σύμβολο πολυκαρπίας και ευκαρπίας, συνοδεύει την ώρα του γάμου την ευχή για ευτυχία και ευγονία:

Έχει στο σπίτι η μάνα μου το ρόγδι κι ανημένει,

για να το ρίξει οντέ θα μπεις σα νύφη στολισμένη.

“Νύφη μου ανέβα στον οντά κι έμπα στην κάμαρά σου,

το ρόγδι εκειά να σπάσουνε τα χέρια τα δικά σου.

Κι ως είν’ το ρόγδι σόγεμο απ’ την κορφή ως τον πάτο,

ετσά να καταστέσετε χρυσό νοικοκεράτο”.

Το ρόγδι έχει την τιμητική του και την Πρωτοχρονιά. Φλογερό σύμβολο της υπαρξιακής ευδαιμονίας εξορκίζει το πνεύμα κάθε επίγειου κακού:

“Όλοι τα ρόγδια τάχουνε κρεμασταλιές για γούρι,

μα ‘γω τα θέλω απάνω σου στο μπέτη και στη μούρη”!

Την 1η Σεπτεμβρίου, αρχή του νέου εκκλησιαστικού έτους, κρεμούν ένα ζευγάρι ρόγδια για να γεμίσει το σπίτι, ως γεμίζει το ρόγδι.

Το ρόδι είναι υγιεινό και δροσιστικό. Στην αλλοδαπή παρασκευάζεται ηδύποτο (και γρανίτα), η GRENADINE, που όπως λέει ο Ορέστης Δαβίας, λίγες σταγόνες σε κάθε κοκτέιλ δίδουν χρώμα γλυκού ροδοχαράματος και σε μείγματα χυμών σβήνει τη δίψα των οδοιπόρων της ερήμου.

Ο χυμός του ροδιού θεωρείται αναπλαστικός του αίματος, αντιπυρετικός, αφροδισιακός, αποτοξινωτικός, «κόβγει τη δίψα του αρρωστάρη» και εξαλείφει τις γεροντικές κηλίδες του δέρματος και τις ρυτίδες του προσώπου (των γυναικών!).

Γενικά το ρόγδι στο σπίτι είναι ένας «γιατρός», χωρίς πληρωμή. Η παλιά λαϊκή θεραπευτική χρησιμοποιούσε όλα τα μέρη του φυτού: άνθη, καρπούς, φλοιούς των καρπών, ρίζα και φλοιό της ρίζας (ήμερης και άγριας ρογδιάς), υπό μορφήν αφεψήματος, κατά της διάρροιας, της ταινίας, των αμοιβάδων, της ελονοσίας, για γαργαρισμούς και πλύσεις του στόματος σε περιπτώσεις αμυγδαλίτιδος και ουλίτιδος και ως κομπρέσα για τις αιμορροΐδες.

Αγάπη μου ξινόρογδο, ξαρωστικό κυδώνι,

όλο τον κόσμο ξαρωστείς μα εμένα θανατώνεις!

Ο καρπός της ροδιάς χρησιμοποιήθηκε και από τον Ιπποκράτη : «Συν μέν τω πυρήνι στάσιμον, άνευ δε του πυρήνος διαχωριστικόν», (δηλαδή κενωτικόν).

Τα σπέρματα με ρόδινη ή πορφυρή σάρκα, γλυκά ή ξινά ή γλυκόξινα, ανάλογα με την ποικιλία, τα βρίσκομε στο τραπέζι ως φρούτο, σε σαλάτες, σε μαρμελάδες και στα κόλλυβα (δροσά του πεθαμένου).

Στη μαγειρική επιβιώνει στο Ιράν, την Ινδία και αλλαχού_ οι αποξηραμένοι σπόροι δίδουν υπόξινη γεύση στο κάρι και σε διάφορες σάλτσες.

Η ροδιά αποτελεί πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες και ποιητές. Ας θυμηθούμε στίχους από την Τρελλή ροδιά του Ελύτη :

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς,

Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά

που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της

Πέστε μου

Είναι η τρελλή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γκρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά

που ξεφωνίζει την καινούργια ελπίδα π’ ανατέλλει;

Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα;

Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,

Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων

Στο στήθος των βαθειών ονείρων μας, είναι η τρελλή ροδιά;

Τέλος,

«Ένα τεράστιο ρόδι ο ήλιος κρεμασμένο από τον ουρανό»

ας προσέξουμε να μη σπάσει η κλωστή που το κρατάει και «τα κάνουμε ρόιδο».

Ηράκλειο, Μάιος 2004



Πηγές :

- Εμμ. Ι. Εμμανουήλ : Τα φυτά του Ομήρου Αρχεία Φαρ/κής, Αθήνα 1941

- Δ. Καββάδα : Βοτανικόν και Φυτολογικόν Λεξικόν, Αθήνα 1956.

- Έλμουτ Μπάουμαν : Η Ελληνική χλωρίδα. Αθήνα 1984.

- Ευαγ. Φραγκάκη : Συμβολή εις την Δημώδη Ορολογία των φυτών, Αθήνα 1969.