Να ακυρωθεί ως αντισυνταγματική και παράνομη η υπουργική απόφαση που επιβάλλει την καθιέρωση των πληρωμών μέσω κάρτας (POS) ζητούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ), σημειώνοντας ότι η συσκευή POS επιφέρει κέρδη στις τράπεζες από 1% έως 2% του τζίρου των επιτηδευματιών και αντίστοιχη μείωση του εισοδήματός τους.

Όπως είναι γνωστό, οι συσκευές POS είναι ένα τερματικό μηχάνημα αποδοχής καρτών από το οποίο πραγματοποιείται η πληρωμή αγοράς αγαθών, δηλαδή είναι μία διαδικτυακή εφαρμογή που επιτρέπει να δέχεστε πληρωμές μέσω χρεωστικής, πιστωτικής ή προπληρωμένης κάρτας.

Η ΓΣΕΒΕΕ αναφέρει ότι μέλη της είναι 90 Ομοσπονδίες, 1.100 Σωματεία και 140.000 επιχειρηματίες. Μεταξύ των επιχειρηματιών περιλαμβάνονται επιχειρήσεις που έχουν ετήσιο τζίρο από 2 εκατ. ευρώ έως 10 εκατ. ευρώ και απασχολούν από κανένα εργαζόμενο (καθώς είναι αυτοαπασχολούμενοι) έως 49 εργαζόμενους. Ακόμα η Γενική Συνομοσπονδία σημειώνει ότι οι Τράπεζες για κάθε συναλλαγή μέσω POS λαμβάνει προμήθεια (1% έως 2%) ανάλογα με τον κύκλο των εργασιών της κάθε επιχείρησης, ενώ πλήττονται οι μικρές, πολύ μικρές επιχειρήσεις και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ήδη πληγεί από την οικονομική κρίση.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση και ο νόμος 4446/2016 (άρθρο 65) που προβλέπουν την εφαρμογή των POS πλήττουν το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας που προστατεύεται από το άρθρο 5 του Συντάγματος. Από την πλευρά του ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας επαναλαμβάνει τα περί αντισυνταγματικότητας (αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, αντίθεση με τα άρθρα 5 και 20 του Συντάγματος, κ.λπ.) τόσο της υπουργικής απόφασης όσο και του εν λόγω νόμου, ενώ σημειώνει ότι οι δικηγόροι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του νόμου 4446/2016.

Ακόμη ο ΔΣΑ υπογραμμίζει ότι κατά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών ο δικηγόρος έχει σχέση εντολής με τον εντολέα του και η επιβολή πρόσθετου κόστους στις συναλλαγές των δικηγόρων με τους εντολείς τους, έχει ως συνέπεια αδικαιολόγητη, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση και δυσχέρανση της πρόσβασης στην Δικαιοσύνη.