Του Βασίλη Χατζηγιάννη*

Εκείνοι που ζούσαν στο παρελθόν, στον εφιάλτη εκείνων των καιρών, ονειρεύονταν το μέλλον και εμείς τώρα που ζούμε στο μέλλον εκείνο έχομε κατά μεγάλο μέρος τα ίδια όνειρα έστω και αν πολλά έχουν ήδη ξεπεραστεί.

Οι ελπίδες του σήμερα για το μέλλον είναι ως επί το πλείστον οι ίδιες με εκείνες του παρελθόντος. Κάποτε σκεφτόμαστε ότι οι δυνατότητες των ανθρώπων δεν είχαν αναπτυχθεί πλήρως γιατί οι περισσότεροι ήταν αμόρφωτοι.

Η μόρφωση, πιστεύαμε, ότι ήταν η λύση του προβλήματος και ότι με μια καλή μόρφωση όλοι θα ήμασταν σοφοί και ορθολογιστές. Αλλά αργότερα καταλάβαμε ότι μπορούσαν να διδαχθούν τόσο το ψέμα και το κακό όσο και η αλήθεια. Η μόρφωση ασφαλώς και είναι μια μεγάλη δύναμη, αλλά μπορεί να λειτουργήσει τόσο προς την μια κατεύθυνση όσο και προς την άλλη. Λέγαμε ότι η επικοινωνία μεταξύ των κρατών θα οδηγούσε σε μια καλύτερη κατανόηση μεταξύ των λαών, σε ανταλλαγή γνώσεων, και επομένως σε μια μεγαλύτερη ανάπτυξη των ανθρωπίνων δυνατοτήτων.

Όμως έχει αποδειχθεί ότι και τα μέσα επικοινωνίας μπορεί να νοθευθούν ή να χαλιναγωγηθούν. Μπορούν να διαδώσουν αλήθειες ή ψέματα, καλή πληροφόρηση ή απλή προπαγάνδα. Η επικοινωνία λοιπόν είναι μια μεγάλη δύναμη αλλά, πάλι, μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Κάποτε πιστεύαμε ότι οι εφαρμοσμένες επιστήμες θα μπορούσαν τουλάχιστον να απελευθερώσουν τον άνθρωπο από υλικές δυσκολίες, και κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα πραγματικά έγινε, για παράδειγμα στην ιατρική, στη βιολογία και στην τεχνολογία.

Όμως σήμερα υπάρχουν επιστήμονες που εργάζονται σε μυστικά εργαστήρια προκειμένου να δημιουργήσουν άγνωστες αρρώστιες, βιολογικά όπλα μαζικής καταστροφής και πολεμικές μηχανές ασύλληπτης καταστροφικής ισχύος. Με την εξέλιξη των μεταμοσχεύσεων ενθαρρύνθηκε το έγκλημα για εξεύρεση και πώληση μοσχευμάτων. Δεν αναφέρομαι βέβαια στη δωρεά οργάνων που είναι πράξη τεράστιας ηθικής αξίας και δεν έχει καμιά σχέση με την μόρφωση και είναι πράξη επαινετή.

Σε κανένα δεν αρέσει ο πόλεμος. Σήμερα το όνειρο όλων μας είναι η ειρήνη που θα είναι η σωστή λύση. Απαλλαγμένοι από τις δαπάνες των εξοπλιστικών προγραμμάτων μπορούμε να κάνομε όλα εκείνα που έχομε ανάγκη. Η ειρήνη είναι μια μεγάλη δύναμη για το καλό αλλά και για το κακό. Μα θα μου πείτε, πώς η ειρήνη μπορεί να είναι και για το κακό; Αυτό δεν το ξέρω, θα το μάθομε όταν κάποτε θα υπάρξει παγκόσμια ειρήνη. Επομένως έχομε την ειρήνη ως μια μεγάλη δύναμη, την υλική ισχύ, την επικοινωνία, τη μόρφωση, την τιμιότητα και τις αξίες τόσων ιδεαλιστών.

Έχομε περισσότερες δυνάμεις αυτού του τύπου όσων δεν είχαν ποτέ οι παλαιότεροι και ίσως κάνομε καλύτερα πράγματα από όσα εκείνοι θα είχαν μπορέσει να κάνουν, αλλά εκείνο που αισθανόμαστε ότι πρέπει ακόμη να κάνομε φαίνεται τεράστιο σε σχέση με τα συγκεχυμένα δικά μας αποτελέσματα. Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει διότι δεν καταφέρνομε να δαμάσομε τους εαυτούς μας. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι ακόμη και οι πιο μεγάλες δυνάμεις μας και ικανότητές μας δεν συνοδεύονται με κάποιο εγχειρίδιο ορθής χρησιμοποιήσεώς των. Για παράδειγμα, η τεράστια συσσώρευση γνώσεων επί του φυσικού κόσμου και των νόμων που τον κυβερνούν φαίνεται μόνο να αποδεικνύει ένα είδος έλλειψης της γνώσης της συμπεριφοράς του. Η επιστήμη δεν διδάσκει το καλό ή το κακό.

Το όνειρο της ανθρωπότητας είναι να βρεθεί ο σωστός δρόμος. Ποια είναι η σημασία όλων αυτών; Τι μπορούμε να πούμε σήμερα σχετικά με το μυστήριο της ύπαρξής μας; Αν λάβομε υπόψη, όχι μόνο εκείνα που ήξεραν οι παλαιότεροι πρόγονοί μας αλλά και εκείνα που δεν ήξεραν και εμείς τα ανακαλύψαμε, τότε πιστεύω ότι η μοναδική τίμια απάντηση είναι: τίποτα. Αλλά πιστεύω, επίσης, ότι με αυτή την παραδοχή έχομε κάνει, πιθανώς, ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση.

Με το να παραδεχθούμε ότι δεν ξέρομε, και να διατηρούμε πάντοτε τη συμπεριφορά εκείνου που δεν ξέρει ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρει, μας δίνεται ο τρόπος να αλλάξομε, να προβληματιστούμε, να ανακαλύψομε νέα πράγματα και να προχωρήσομε στη γνώση του ίδιου του εαυτού μας, ώστε να καταφέρομε να κάνομε εκείνο που στην πραγματικότητα θέλομε, ακόμη και όταν δεν ξέρομε τι θέλομε.

Κοιτάζοντας προς τα πίσω, έχομε την εντύπωση ότι οι χειρότεροι περίοδοι της ιστορίας μας είναι εκείνες κατά τη διάρκεια των οποίων υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν σε κάτι με τυφλή πίστη και απόλυτο δογματισμό απαιτώντας ολόκληρος ο κόσμος να σκέφτεται όπως εκείνοι. Στη συνέχεια έκαναν πράγματα αντίθετα με τις αρχές των με τελικό σκοπό να αποδείξουν την αλήθεια του δικού τους δόγματος.

Η μόνη ελπίδα για μια πρόοδο της ανθρωπότητας προς μια κατεύθυνση που δεν θα μας οδηγεί σε ένα αδιέξοδο (όπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν) βρίσκεται στην αποδοχή της αμάθειας και της αβεβαιότητας. Δεν γνωρίζομε ποια είναι η σημασία της ζωής και ποιες είναι οι σωστές ηθικές αξίες, αλλά ούτε έχομε τον τρόπο να τις επιλέξομε. Οι ηθικές αξίες βρίσκονται έξω από το πεδίο της επιστήμης και πρέπει να το τεκμηριώσομε γιατί πολλοί πιστεύουν το αντίθετο.

Πιστεύουν ότι με την επιστήμη θα έπρεπε να έχει επιτευχθεί κάποιο θετικό αποτέλεσμα σχετικά με τις ηθικές αξίες. Αντιθέτως, λέγω εγώ, ότι με την διεύρυνση των επιστημονικών επιτευγμάτων δημιουργούνται περισσότερες ευκαιρίες προσβολής των ηθικών αξιών και ο καθένας μπορεί να σκεφτεί πολλές από τις περιπτώσεις αυτές όπως τα λεγόμενα φακελάκια στα νοσοκομεία, η εμπορευματοποίηση των γνώσεων (φροντιστήρια), η χρήση του διαδικτύου για εγκληματικές πράξεις (παιδεραστία) κ.λπ.

Σε όλη την επιστημονική γνώση που έχομε μέχρι σήμερα, πουθενά, σε κανένα σημείο, δεν υπάρχει κάτι που να μας λέει ότι είναι σωστό το: “μην κάνεις στον άλλο εκείνο που δεν θα ήθελες να κάνουν σε σένα”. Δεν υπάρχει καμιά επιστημονική απόδειξη γι’ αυτό.

Το πιο κοινό ανθρώπινο πρόβλημα, η μεγάλη ερώτηση, είναι πάντα: “τι πρέπει να κάνω;”, ερώτηση που αφορά δράση, “πρέπει να κάνω κάτι; τί πρέπει να κάνω;”. Πώς όμως μπορούμε να απαντήσομε σε μια τέτοια ερώτηση;

Πρώτα πρέπει να ερωτηθούμε : εάν κάνω αυτό τι θα συμβεί; Η απάντηση δεν μου λέει αν πρέπει να το κάνω ή όχι. Πράγματι υπάρχει ένα άλλο μέρος που λέει: θέλω να συμβεί ή όχι; Η ερώτηση “άν κάνω αυτό τι θα συμβεί; “ είναι τουλάχιστον δεκτική επιστημονικής έρευνας. Πράγματι είναι μια τυπική επιστημονική ερώτηση. Ενώ η επιθυμία:”θέλω να συμβεί” δεν έχει επιστημονικό έρεισμα. Για παράδειγμα ας σκεφτούμε ότι κατά τη διάρκεια ενός σεισμού βλέπω να ταλαντεύεται ένα κτίριο και συνειδητά ή και ασυνείδητα λέω όχι, μη, να μην πέσει, ή τον γιατρό που βλέπει τον ασθενή του να σβήνει επειδή σταμάτησε η καρδιά του και συνειδητά φωνάζει: μη, μη φύγεις. “Αυτά και τόσα άλλα παρόμοια δεν μπορεί να έχουν επιστημονικό έρεισμα.

Ας κάνομε ένα άλλο παράδειγμα: Ακολουθώντας μια οικονομική πολιτική, προβλέπω ότι θα προκύψει μια οικονομική κάμψη και φυσικά δεν τη θέλω. Βλέπετε, το να γνωρίζω μόνο ότι θα υπάρξει μια οικονομική κάμψη δεν σημαίνει ότι δεν την θέλομε. Πρέπει ύστερα να κρίνομε αν η έννοια της συνέπειας που προκύπτει, ή η σημασία ότι το κράτος, εξ αιτίας αυτής της οικονομικής κάμψης, και κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι σπουδαιότερη από την ταλαιπωρία των πολιτών, ή τουλάχιστον μερικοί θα ταλαιπωρηθούν και άλλοι όχι ή λιγότερο.

Επομένως πρέπει να υπάρχει επίσης σε κάποιο σημείο του συλλογισμού μας μια τελευταία κρίση σε εκείνο που έχει αξία, αν τα πρόσωπα ή η ζωή έχουν αξία. Στο τέλος τέλος μπορούμε να ακολουθήσομε τη διαδρομή του τι θα συμβεί πάντα με περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά οφείλομε να αποφασίσομε : “Ναι, θέλω να συμβεί “, ή “Όχι δεν θέλω”. Και η ετυμηγορία εδώ είναι διαφορετικής φύσεως. Δεν βλέπω πως, απλά γνωρίζοντας τι θα συμβεί, μπορώ και να καθορίσω αν αυτό είναι επιθυμητό ή όχι. Πιστεύω, επομένως ότι είναι αδύνατο να αποφασίζομε επί ηθικών θεμάτων χρησιμοποιώντας επιστημονικές μεθόδους που είναι δυο ανεξάρτητα πράγματα.



*Ο Βασίλης Χατζηγιάννης είναι dr. μηχανολόγος- ηλεκτρολόγος μηχανικός, ομότιμος καθηγητής Α ΤΕΙ Κρήτης

[email protected]

www.fourni.jimdo.com