480-431 π.Χ.

Κάτω Ιταλία και Σικελία

Κατά την ίδια χρονική περίοδο ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας, Μεγάλης Ελλάδας όπως ονομάσθηκε και Σικελίας διατηρώντας στενούς δεσμούς με τον Μητροπολιτικό ελληνισμό και διαβιώντας υπό κλιματολογικές και γενικότερες συνθήκες ανάλογες προς των Ελλήνων της Μητροπόλεως, έζησαν έντονα δημιουργική ζωή σε αρκετούς τομείς, ιδιαίτερα στη φιλοσοφία και στην τέχνη, ανήγειραν μεγαλοπρεπείς ναούς δωρικούς, έκοψαν νομίσματα, το εξαγωγικό και διαμετακομιστικό εμπόριο τους έδωσε πλούτο και ευημερία. Η μάχη της Ιμέρας νικηφόρα κατά των Καρχηδονίων εδραίωσε την ασφάλεια όλης της περιοχής και έδωσε πλούσια λάφυρα τα οποία μαζί με άλλα εβοήθησαν εις την ανάπτυξη της περιοχής. Και εδώ τα ελληνικά κράτη αλληλεμάχοντο, μεταξύ των είχαν οξύτατες αντιθέσεις και σοβαρά προβλήματα που εμποδίζουν την ομαλή πολιτική ζωή. Αυτά όμως τα κράτη πλεονεκτούσαν έναντι εκείνων της Μητροπόλεως, είχαν εξαιρετικά γόνιμο γη και δεν χρειάσθηκε να πολεμήσουν εναντίον των Καρχηδονίων επί εβδομήκοντα χρόνια μετά τη νίκη της Ιμέρας 480 π.Χ. ενώ οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους μετά τη νίκη των Πλαταιών 479 π.Χ. και της Μυκάλης συνέχισαν τον πόλεμον κατά των Περσών επί τριάντα χρόνια.

Η σύγκρουση των μεγάλων

ελληνικών δυνάμεων

Σπάρτης - Αθηνών

431-404 π.Χ.

Στην πεντηκονταετία που ακολούθησε μετά το τέλος των Περσικών πολέμων 479-431 π.Χ. η Ελλάδα, με κέντρο πολιτικό, πολιτιστικό, πνευματικό, εμπορικό, οικονομικό την Αθήνα, εδημιούργησε το λαμπρότερο της πολιτισμό “Χρυσός αιώνας” ονομάστηκε και παράλληλα έδωσε την πιο τέλεια μορφή του Δημοκρατικού πολιτεύματος. Τον “Χρυσόν” αυτόν “αιώνα” κατά τον οποίον κυριαρχεί η μορφή του Περικλέους ακολούθησε η μεγάλη κρίση του Πελοποννησιακού πολέμου που κράτησε 27 χρόνια 431 - 404 π.Χ.

Οι τριακοντούτεις σπονδές που έγιναν μεταξύ των δύο πόλεων 446 π.Χ. εκράτησαν μόνον 14 χρόνια και εξέσπασε ο πόλεμος που σε ένταση και έκταση εξεπέρασε όλους τους έως τότε πολέμους μεταξύ των Ελλήνων. Επεκτάθηκε σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο με επίκεντρο στη Στερεά Ελλάδα, αλλά μεγάλες επιχειρήσεις διεξήχθησαν στο Ανατολικό Αιγαίο στις ακτές Μ. Ασίας - Θράκης - Μακεδονίας και έφθασαν και εις το Ιόνιον Πέλαγος, Κάτω Ιταλία (Μεγάλη Ελλάδα) Σικελία. Διεξήχθη με πρωτοφανή ένταση, αγριότητα (ιδέ Γράμματα μνημόσυνα λήθης σελίδα 57) επέφερε χαλάρωση των ηθών και ανατροπή των ηθικών αξιών και αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδος. Γιατί όποια και αν ήταν η έκβασή του, θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Διότι ενώ η νίκη της Αθήνας θα καθιέρωνε την ηγεμονία της και θα εξησφάλιζε την εθνική ενότητα στην Ελλάδα, η νίκη της Σπάρτης θα διαιώνιζε το καθεστώς της αυτονομίας και του πολιτικού διαμελισμού της χώρας σε πολλά μικρά κράτη - πόλεις όπως και έγινε με τη νίκη της Σπάρτης και είχε πολλές άλλες σοβαρές επιπτώσεις, τη διαρκή ανάμιξη της Περσίας στα εσωτερικά της Ελλάδος μετά το 404 π.Χ. και μετατόπισε το κέντρο του Αρχαίου ελληνικού κόσμου από την κυρίως Ελλάδα στην Περσία και στον ελληνισμό της Δύσεως. Η κατάσταση αυτή θα διατηρηθεί ως την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου.

Αίτια και αφορμές

του πολέμου

Ήδη από την αρχαιότητα υποστηρίχθηκε η άποψη ότι ο Περικλής για να παρακάμψει τις δυσκολίες της εσωτερικής του πολιτικής επωφελήθηκε της πρώτης ευκαιρίας που του εδόθηκε για να αρχίσει τον πόλεμο. Η άποψη αυτή που υποστηρίχθηκε από την Αττική κωμωδία αρχικά από τον Κρατίνο 430 π.Χ. αργότερα από τον Αριστοφάνη στις κωμωδίες του Αχαρνης, Ιππής, Όρνιθες Λυσιστράτη κ.λ.π. (425-405) αλλά δεν είναι εύκολη πάντοτε η χρησιμοποίηση γιατί η κωμωδία έχει πολύ ανεπτυγμένη την υπερβολή και την υποκειμενικότητα, η τότε κωμωδία αποτελούσε την αντιπολίτευση της Κυβερνήσεως.

Τον Ιστορικό Έφορο (4ος αιώνας π.Χ.) αλλά και σύγχρονους Ιστοριογράφους Κ.Ι. Beloch, δεν είναι σύμφωνη με τη γνώμη του Θουκυδίδου και απορρίπτεται από τους ιστορικούς ερευνητές.

Είναι βέβαιο ότι ο Περικλής δεν επεζήτησε τον πόλεμο και ούτε τον απέφυγε όταν τα ίδια τα γεγονότα δεν του άφηναν περιθώρια εκλογής αφού η άρνησή του θα είχε καταλυτικές συνέπειες στο κράτος των Αθηνών. Ο Θουκυδίδης ως έχει λεχθεί και ανωτέρω θεωρεί ως πρωταρχική αιτία “τους Αθηναίους μεγάλους γεγενημένους και φόβον παρέχοντας τοις Λακεδαιμονίοις αναγκάσαι εις το πολεμείν” και ακόμη στην ύπαρξη της διπλής ηγεσίας της Αθήνας και της Σπάρτης καθώς και στην αντίθεση των πολιτευμάτων των και επομένως και της εσωτερικής πολιτικής (ολιγαρχία - Δημοκρατία) ανάμεσα στις δύο αυτές ηγετικές πόλεις. Η Αθηναϊκή δημοκρατία έγινε παγκόσμιο σύμβολο και θαυμάζεται αιώνες ολόκληρους ως την εποχή μας, αυτό οφείλεται στον Περικλή. Εκείνος υπήρξε ο κύριος συντελεστής “του αιωνίου θαύματος” και με τον “Επιτάφιό” του που εξεφώνησε το 430 π.Χ. “έκαμε την ίδια τη Δημοκρατία να γίνει έργο Τέχνης, ένα αισθητικό αριστούργημα, ο Παρθενών του πολιτικού λόγου και λογισμού.

Η αντίθεση Αθήνας και

Σπάρτης

Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων η Ελλάδα απέκτησε ένα καθεστώς δυαρχίας των δύο πόλεων Αθηνών - Σπάρτης που από τη φύση του ήταν ασταθές πολλά χρόνια και μόνον το 446 π.Χ. με τις τριακοντούτεις σπονδές το καθεστώς της δυαρχίας έλαβε αναγνώριση de jure. O όρος όμως της συνθήκης αυτής που επέτρεπε την προσχώρηση των ελεύθερων πόλεων στην Αθηναϊκή ή Πελοποννησιακή συμμαχία ανάλογα με την προτίμησή τους ηύξησε το διπλωματικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο ηγέτιδες πόλεις. Για να αποφευχθούν οι εσωτερικοί πόλεμοι μετά τους Περσικούς πολέμους στην Ελλάδα δύο δυνατότητες υπήρχαν: ή να διατηρηθεί η Πανελλήνια συμμαχία που έγινε στην Κόρινθο προς απόκρουση του Περσικού κινδύνου ή να επικρατήσει πολιτικά και οικονομικά η μία εκ των δύο και να γίνει η αδιαφιλονίκητος ηγέτις του ελληνισμού, πράγμα που ούτε η μία ούτε η άλλη είχε τις υλικές δυνατότητες για να ενώσουν την Ελλάδα με τη δύναμη, όπως προσωρινά επέτυχαν οι Μακεδόνες βασιλείς Φίλιππος και Αλέξανδρος. Πιστεύεται ότι ο Περικλής μετά το 446 π.Χ. αντιλήφθηκε ότι η ένωση της Ελλάδος θα έπρεπε με πολιτικά μέσα να επιδιωχθεί και επροχώρησε στη σύγκληση Πανελληνίου συνεδρίου και στην ίδρυση της Πανελληνίου αποικίας των Θουρίων (Κάτω Ιταλία). Δεν επροχώρησαν όμως οι Αθηναίοι να προσεταιρισθούν παρέχοντες εις τους συμμάχους των πολιτικά δικαιώματα Αθηναίου πολίτου, η μόνη πολιτική που ίσως θα έφερνε την ένωση της Ελλάδος υπό την Ηγεσία των Αθηνών. Αντʼ αυτού προσπάθησαν να μεταβάλουν αυτούς σε υπηκόους και με σκληρά μέτρα αντιμετώπισαν τις αποστασίες των. Ίσως τότε να μην υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης της αποστασίας, όπως εκφράστηκε ο Περικλής σε ένα του λόγο “...διότι ως τυραννίδα έχετε αυτήν την αρχήν, την οποίαν φαίνεται ότι είναι άδικον μεν να λάβετε, να την αφήσετε δε επικίνδυνον”. Με την πολιτική αυτή φυσικόν ήταν οι σύμμαχοι των Αθηναίων να αποβλέπουν προς τους Σπαρτιάτες ως ελευθερωτές και η απελευθέρωσή των από τον Αθηναϊκό ζυγό να γίνει ο επίσημος πολεμικός σκοπός και το σύνθημα της Σπαρτιατικής προπαγάνδας.

Θα πρέπει να λεχθεί ότι στον Αθηναϊκό επεκτατισμό αποδίδεται η πρωταρχική αιτία του πολέμου και ότι η άποψη που ήδη από την αρχαιότητα εκφράστηκε ότι η αντίθεση ανάμεσα στους Δωριείς και Ίωνες υπήρξε αφορμή του πολέμου δεν έγινε αποδεκτή αφού η δωρική Κέρκυρα συνεμάχησε με την Ιωνική Αθήνα και οι Ιωνικές πόλεις της Αθηναϊκής συμμαχίας επανεστάτησαν και εζήτησαν τη βοήθεια της Σπάρτης. Εκτός από τη σύγκρουση συμφερόντων και επιρροών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής πολύ σοβαρή αιτία της μεταξύ των έχθρας αποτελούσε η πολιτική και πολιτιστική αντίθεση μεταξύ των. Η Αθήνα είχε δημοκρατικό πολίτευμα που έδιδε εις τους πολίτας ισονομία, ισηγορία, ενώ η Σπάρτη ολιγαρχία που έχουσα κάτω από τον έλεγχο της τον κρατικό μηχανισμό καθιέρωνε την ανισότητα μεταξύ των πολιτών. Ο Θουκυδίδης γιʼ αυτές τις διαφορές βάζει στη Δημηγορία Κορινθίων να λέγουν “εκείνοι (οι Αθηναίοι) είναι καινοτόμοι και επινοητικοί και ταχείς στην εκτέλεση των σχεδίων τους, εσείς (οι Σπαρτιάτες) περιορίζεσθε στη διατήρηση των κτήσεών σας... Εκείνοι αποτολμούν πράγματα που ξεπερνούν τις δυνάμεις των, ριψοκινδυνεύουν χωρίς φρόνηση και είναι πάντοτε αισιόδοξοι στις αντιξοότητες. Εσείς επιχειρείτε έργα κατώτερα και από τις δυνάμεις σας. Είσθε διστακτικοί ακόμη και όταν η επιτυχία είναι βεβαία. Εκείνοι είναι δραστήριοι, εσείς είσθε αναβλητικοί. Οι Κορίνθιοι σύμμαχοι των Σπαρτιατών συγκρίνουν Σπαρτιάτες και Αθηναίους.

Στον Επιτάφιο ο Περικλής συγκρίνει την Αθήνα με τη Σπάρτη.

“Και στα πολεμικά πράγματα διαφέρομεν (οι Αθηναίοι) από τους εχθρούς μας. Η πόλη μας είναι φιλόξενη για όλους τους ανθρώπους και δεν υπάρχει σε μας νόμος ξενηλασίας (απέλαση ξένων) που να εμποδίζει τον ξένο να μάθει ή να δει κάτι που θα μπορούσε αν δεν ήτο κρυφό, να ωφελήσει τον εχθρό μας που θα το έβλεπε. Και τούτο γιατί πιστεύουμε περισσότερο στην αξία μας παρά σε μυστικές ετοιμασίες και στρατηγήματα. Και στην ανατροφή, ενώ οι εχθροί μας από τα μικρά τους χρόνια υποβάλλονται στην πιο σκληρή εκγύμναση, εμείς έχομε ευχάριστη ζωή, χωρίς γιʼ αυτό να υστερούμε στο να αντιμετωπίζομε τους ίδιους κινδύνους. Αντικρίζομε τους κινδύνους πρόθυμα και όχι με βαριά καρδιά. Τους αντικρίζομε από ανδρεία περισσότερο παρά από υπακουή σε κάποιο νόμο και τούτο είναι για μας κέρδος μεγάλο, γιατί δεν θλιβόμαστε από πριν για τις συμφορές που ίσως έλθουν, και όμως όταν έλθουν, δεν είμαστε λιγότερο γενναίοι από εκείνους που γυμνάζονται αδιάκοπα.

Η Κόρινθος ήταν η πόλη από την Πελοποννησιακή συμμαχία, που ώθησε αποφασιστικά τη συμμαχία στον πόλεμο αυτό. Εμπορική πόλη έχουσα στην αποκλειστική της εκμετάλλευση την περιοχή της Δύσεως (Ιταλία), ανησύχησαν όταν οι Κερκυραίοι που ήταν αποικία ιδική των, συμμάχησεν με τους Αθηναίους με την οποίαν συμμαχίαν το κράτος των Αθηνών έδειχνε καθαρά την απόφασή του να επεκτείνει την οικονομική και πολιτική του επιρροή προς τη Δύση.

Στη γενική συμμαχική συνέλευση που έγινε το φθινόπωρο του 432 π.Χ. αποφασίσθηκε οριστικά ο πόλεμος. Οι μόνοι που έφεραν αντίρρηση ήταν οι Αρκάδες αλλά οι Κορίνθιοι κατώρθωσαν να τους μεταπείσουν παρουσιάζοντας τον αγώνα ως αγώνα απελευθερώσεως των Ελλήνων.

Την επίσημη όμως κήρυξη του πολέμου απέφευγαν και τα δύο μέρη να κάμουν. Και όπως πάντα, η διπλωματία καθενός κατέβαλε προσπάθειες για να αναγκάσει τον αντίπαλο να κηρύξει τον πόλεμο και να πέσει σε κείνον η ευθύνη της συγκρούσεως και έτσι να πάρει με το μέρος του την κοινή γνώμη.

Ο χειμώνας που άρχισε (τον χειμώνα δεν εγίνοντο επιχειρήσεις) αναλώθηκε σε άκαρπες διαπραγματεύσεις.

Οι Λακεδαιμόνιοι υπέβαλαν στους Αθηναίους απαράδεκτες αξιώσεις, η πρώτη πρεσβεία στην Αθήνα αξίωσε να εξορίσουν από την πόλη τους Αλκμεωνίδας υπευθύνους για το Κυλώνειον άγος, αξίωση που απέβλεπε στη μείωση και απομάκρυνση του Αλκμεωνίδου Περικλέους.

Οι Αθηναίοι απήντησαν με παρόμοιο τρόπο, αξίωσαν από τους Λακεδαιμονίους να εξαγνίσουν “το από Ταινάρου άγος” και το άγος της Χαλκιοίκου Αθηνάς δηλαδή να τιμωρήσουν τους εναγείς απογόνους αυτών που είχαν σκοτώσει τους είλωτες στο ιερό του Ποσειδώνος και τον Παυσανία στον περίβολο του ναού της Αθηνάς. Μια δεύτερη πρεσβεία Σπαρτιατική απαίτησε: να λύσουν την πολιορκία της Ποτείδαιας, να ελευθερώσουν την Αίγινα και να ανακαλέσουν το ψήφισμα των Μεγαρέων. Ιδιαίτερα επέμειναν στο ψήφισμα των Μεγαρέων ξεκαθαρίζοντες ότι αρκούσε η αποδοχή αυτή για να διατηρηθεί η ειρήνη.

Μια τρίτη πρεσβεία έφερε το επόμενο μήνυμα “Λακεδαιμόνιοι βούλονται την ειρήνην είναι, είη δʼ αν ει τους Έλληνας αυτόνομους είναι”. Το μήνυμα αυτό ισοδυναμούσε με τηλεγραφική αξίωση αποκαταστάσεως της αυτονομίας των συμμάχων, με διάλυση δηλαδή της “Αττικής αρχής” και ακόμη το μήνυμα αυτό ήταν και κήρυγμα προπαγάνδας προς τους συμμάχους των Αθηναίων.

Η Αθηναϊκή εκκλησία του Δήμου πήρε την τελική απόφαση. Ο Περικλής κατώρθωσε να πείσει τους διχασμένους Αθηναίους ότι η τιμή της Αθήνας επέβαλε να απορρίψουν όλες τις προτάσεις και να αντιμετωπίσουν θαρραλέα τον πόλεμο και στην απάντησή τους. Ότι γενικά δεν δέχονται διαταγές, αλλά είναι πρόθυμοι, σύμφωνα με τις συνθήκες, να λύσουν τις διαφορές τους με διαιτησία σαν ίσοι προς ίσους, οι Αθηναίοι επαναλάμβανον την πρόταση και προς διαιτησία και έδιναν τη δυνατότητα για διαπραγματεύσεις. Οι Σπαρτιάτες δεν έστειλαν άλλη πρεσβεία, πράγμα που έδειχνε ποιός επιζητούσε τον πόλεμο και δικαίωσε στις γενικές γραμμές την αθηναϊκή πολιτική. Η σύρραξη ήταν αναπόφευκτη.

* O Στέλιος Βασιλάκης είναι φιλόλογος και πρώην

διευθυντής του Λυκείου “ο Κοραής”

Συνεχίζεται...