
Τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της μεσημεριάτικης σχόλης, μέχρι να έρθουν οι απογευματινές παραδόσεις των μαθημάτων, με τους συμφοιτητές και φίλους συχνάζαμε στο καφενείο του “Κρητικού”. Ήταν ένα παραδοσιακό μαγαζί, στην οδό Σόλωνος, πίσω από το τότε Δημοτικό Νοσοκομείο.
Η παρέα μας, με “αχαμνό” πορτοφόλι, καταφεύγαμε αποκλειστικά στον ελληνοποιημένο καφέ, που τότε τον λέγαμε “τούρκικο”.
Εκεί, λοιπόν, μέσα σε καπνούς, τσιγάρα και τους χτύπους από τα πούλια όσων έπαιζαν τάβλι ή φωνασκούσαν στην “πρέφα”, έμαθα τα είδη του καφέ: Μέτριος, σκέτος, γλυκός, βραστός με ολίγη, βαρύς, γλυκύς βραστός. Κάποιοι, γελώντας, πειράζοντας τον καφετζή, παράγγελναν “σκέτο στο μισό φλιτζάνι”, άλλοι “μέτριο με δύο φουσκάλες” και οι Κρητικοί “ένα καπετανίστικο”!
Το είδος του καφέ που μου έκανε εντύπωση ήταν ο “ναι και όχι”. Από ό,τι μπόρεσα να καταλάβω δεν ήταν ο μέτριος, με ίση ποσότητα καφέ και ζάχαρη. Μου θύμιζε ζυγό ακριβείας ως προς την ποσότητα που ήθελε, δεν ήταν, επίσης, ούτε ζεστός ούτε κρύος.
Ο καφετζής έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης για να πετύχει τον συγκεκριμένο καφέ.
Τότε, τα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια, δεν ήμουν “θεριακλής” του καφέ. Μου άρεσε κάθε φορά να δοκιμάζω και άλλον, να έχω την εμπειρία της γεύσης και του αρώματος όλων των ειδών.
Μεσούσης της φοίτησής μου, ήρθε η επάρατος Τυραννία και συμπορεύτηκα, έκτοτε, με τον αγωνιστή παπα-Γιώργη Πυρουνάκη, της Ελευσίνας, εξόριστο τότε στον Άγιο Στέφανο, στο Μπογιάτι των πολιτικών κρατουμένων.
Στην αρχή, οι συναντήσεις μας γίνονταν στο “Σύλλογο των Καλλιτεχνών” της οδού Ακαδημίας, όπου είχε μετατραπεί σε “γιάφκα” των καλλιτεχνών και λογοτεχνών, που αντιτάσσονταν στο καθεστώς, με επίκεντρο τον παπά Πυρουνάκη.
Ανάμεσά τους ο Γιάννης Νεγρεπόντης, μόλις αποφυλακισθείς, μας διάβασε, πριν από την έκδοση, το “Φυλάττειν Θερμοπύλας”. Η Κλεοπάτρα Πρίφτη, ο Χρήστος Κατσιγιάννης, ηθοποιός και λογοτέχνης, ο ζωγράφος Μιχάλης Αγγελάκης, η Έλλη Αλεξίου και άλλοι. Ο κοινός σκοπός ήταν αιτία και η Έλλη Αλεξίου με προσκάλεσε στο σπίτι της, στην οδό Θεσπρωτέως 1, πίσω από τον λόφο του Στρέφη, να διαβάσουμε τα πρώτα μου ποιήματα τής υπό έκδοση συλλογής “Πορεία”.
Ανέβηκα τα σκαλάκια της εισόδου, με υποδέχθηκε στο κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού, με κατάφορτους τους τοίχους από φωτογραφίες και αναμνηστικά. Επαιρόταν, κυρίως, για ένα σιδερένιο σφυρί που το είχε κατασκευάσει για κείνην ένας μαθητής της, Τεχνικής Σχολής, παιδί των εξορίστων της ήττας, όταν ήταν δασκάλα, εξόριστη στη Ρουμανία και η ίδια.
Με έμπασε στην κουζίνα, ήμαστε όρθιοι, να μου ψήσει καφέ και με ρώτησε, ορεξάτη, με την ηρακλειώτικη προφορά της, που δεν άλλαξε ποτέ.
-Χωριανάκι, πώς πίνεις τον καφέ σου;
-Όπως τον βγάλει η καζανιά, της είπα.
Το πρόσωπό της σοβάρεψε, ανταπαντώντας μου.
-Άκουσε να δεις, τον καφέ σου θα τον-ε-πίνεις μόνο όπως τον συνηθίζεις και τον θέλεις εσύ. Ποτέ διαφορετικά. Πρέπει στη ζωή σου να έχεις ιδιορρυθμίες, να είσαι δύσκολος, αν-ε-σκοπεύεις να γίνεις μεγάλος.
Επηρμένος, λοιπόν, όπως ήμουν, λόγω εποχής και ονείρων, “το έδεσα σκουλαρίκι” και διάλεξα, έκτοτε, να πίνω τον πιο δύσκολο, σπάνιο και ιδιόρρυθμο καφέ, τον “ναι και όχι”. Διορίστηκα στο Σπήλι και στο καφενείο του Μανώλη έπινα καφέ, μόνο “ναι και όχι”. Στην πόλη του Ρεθύμνου, που μετατέθηκα, στο καφενείο “Το Κολωνάκι” και του “Στάθη” έπινα αποκλειστικά τον ίδιο καφέ. Ήρθα, μετά από μερικά χρόνια στην πόλη μας. Το παραδοσιακό καφενείο του “Μοχιανού”, πίσω από τα δικαστήρια, όπου σύχναζαν οι χωριανοί μου, Χερσονιώτες, είχε κλείσει, υπήρχε μόνο του “Αλκιβιάδη”, στην πλατεία “Δασκαλογιάννη”, εκεί συνέχιζα, ανεξαιρέτως, να πίνω τον ίδιο καφέ. Όπου βρισκόμουν, λοιπόν, ήμουν απόλυτος στον “ναι και όχι”. Έτσι, στις παρέες συγκαταλεγόμουν στους “in”, γιατί πάντα έπινα σπάνιο καφέ.
Σιγά-σιγά, όμως, τα παραδοσιακά καφενεία του Κέντρου έκλειναν και φύτρωναν μοντέρνες καφετέριες, εξοβελίζοντας τα καφενεία. Άρχισα να καταφεύγω στα εργατικά προάστια της πόλης, μα και εκεί τα καφενεία μετατρέπονταν σε καφετέριες και οι “χαρίεσσες” σερβιτόρες, που αντικατέστησαν τους μουντούς καφετζήδες και τα γκαρσόνια, με την άσπρη ποδιά και το στρογγυλό δίσκο, δεν γνώριζαν ούτε καν κατ’ όνομα τον καφέ “ναι και όχι”.
Άρχισα, συνεπώς, στις παρέες να είμαι τώρα “off”. Δεν μπορούσα πια να έχω την ιδιορρυθμία που με ξεχώριζε από τους άλλους. Ήμουν ντεμοντέ.
Ξαφνικά, εσχάτως, άρχισα να διαπιστώνω ότι, ναι μεν είχε χαθεί ο καφές μου, του “ναι και όχι”, άρχισε, όμως, ως μέθοδος, πλέον, σύγχρονων πολιτικών, που γίνεται τρόπος ζωής τμήματος και του λαού, να έχει μεγάλη πέραση.
Με έκπληξη ακούσαμε να κυριαρχεί “η δημιουργική ασάφεια”, το “όχι”, να μεταμορφώνεται “εν μία νυκτί” σε “ναι”, η αλήθεια να ερμηνεύεται σε “μετα-αλήθεια”, το αντι “μνημόνιο” και ο αγώνας του, σε “μνημόνιο”. Στην Ιστορία που διδάσκαμε οι φιλόλογοι, η καταστροφή της Σμύρνης έγινε “συνωστισμός”, η Θεσσαλονίκη δεν απελευθερώθηκε με αίμα αλλά “προσαρτήθηκε”.
Οι Τούρκοι δεν ήταν αιμοσταγείς κατακτητές και γενίτσαροι τεσσάρων αιώνων, αλλά αδελφοί, με τους οποίους συμβιώναμε ειρηνικά. Το κυριότερο, μάλιστα, μπορούμε να είμαστε λίγο πατριώτες και μη πατριώτες, να κυβερνούμε και να κάνουμε συγχρόνως αντικυβερνητική διαδήλωση.
Να έχουμε σύνορα, αλλά να μην έχουμε θαλάσσια σύνορα. Να δηλώνουμε άθεοι, αλλά να είμαστε καλού-κακού, και κάπως με την Εκκλησία. Να συντασσόμαστε με το Έθνος, αλλά να έχουμε και λίγο διεθνισμό. Να επαιρόμαστε για τους αγωνιστές παππούδες της ΕΔΑ, αλλά εκπροσωπώντας τον πιο ακραίο λαϊκισμό να τους έχουμε προσόν για το δημόσιο. Να είμαστε, με ακραίες εκδηλώσεις, κατά των παρελάσεων στις εθνικές εορτές, εκδιώκοντας, βιαίως, ακόμα και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από το βάθρο, αλλά όταν καταλαμβάνουμε την εξουσία να καμαρώνουμε “σαν γύφτικο σκεπάρνι” στις εξέδρες, ως τιμώμενα κυβερνητικά πρόσωπα.
Τελικά, άρχισα να πιστεύω ότι η ιδιορρυθμία μου, του “ναι και όχι”, τώρα δικαιώνεται. Αφού, πλέον, “το όχι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του ναι”.
*Ο Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος είναι καθηγητής Ιστορίας της Π.Α.Ε.Α.Κ., συγγραφέας

