Αχνός ο ήλιος, λες απ’ το δρόμο του ξεστράτισε,
στις δυτικές βουνοκορφές ψευτοκρυβότανε
και το δειλό φεγγάρι σιγαλά αναθάρρησε
και στου πελάου τη γραμμή φανερωνόμτανε.

Κι εσύ έσχιζες τα νερά με δελφινιού τη χάρη,
την ώρα που αγνάντευε ο ήλιος το φεγγάρι.

Κι όπως το φως του ήλιου αγάλι αγάλι αδυνάτιζε
ένα πλατύ χαμόγελο έλαμπε και τη ψυχή μου άγγιζε.

Και μια αυλακιά από κατάλευκο αφρό
τριγύρω στο κορμί σου, στο ήρεμο νερό.
Λες και ξεπρόβαλε ο αφρός σε τούτη τη γαλήνη,
για να χαϊδέψει το κορμί και πόνους ν’ απαλύνει.

Κι εσύ έσχιζες τα νερά με δελφινιού τη χάρη,
την ώρα που αγνάντευε ο ήλιος το φεγγάρι.