Του Τίτου Αθανασιάδη*

ΜΕΡΟΣ 7ο (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Ο διαπρεπής ιστορικός και δημοσιογράφος της εποχής εκείνης Δημ. Σβολόπουλος, πατέρας του σημερινού ακαδημαϊκού και πανεπιστημιακού καθηγητή Κων. Σβολόπουλου, στο βιβλίο του για την «Ιταλική Εισβολή του 1940» αναφέρει ότι ο Γκράτσι στη στιχομυθία του με τον Μεταξά, όταν ο τελευταίος τελείωσε την ανάγνωση του κειμένου και σηκώθηκαν όρθιοι αμφότεροι, είπε στον Έλληνα Πρωθυπουργό:

•Κύριε Πρόεδρε, έχω εντολή να σας ανακοινώσω ότι σε περίπτωση μη αποδοχής των όρων, τα ιταλικά στρατεύματα θα εισβάλουν στην Ελλάδα την 6η πρωινή. Στην επισήμανση αυτή του Γκράτσι, ο Δ. Σβολόπουλος επισημαίνει ότι ο Μεταξάς παρατήρησε στον Ιταλό πρέσβη:

•Κύριε πρέσβη, το περιεχόμενο του τελεσιγράφου και ο τρόπος κατά τον οποίο μου επεδόθη σημαίνουν κήρυξη πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας.

Ο έμπειρος Μεταξάς έκανε και μάθημα στον υποτίθεται έμπειρο Ιταλό διπλωμάτη.

Έτσι όρθιοι όπως ήταν οι δύο άνδρες, ο Μεταξάς έκανε ένα βήμα προς την πόρτα εξόδου του σαλονιού για να δείξει στον απρόσκλητο και θρασύ επισκέπτη του ότι η ακρόαση είχε τελειώσει. Και χωρίς να του δώσει το χέρι, τον οδήγησε στην εξώθυρα.

Όταν ο Γκράτσι έφυγε σαν «βρεγμένη γάτα», ο Μεταξάς στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπηλός και περίφροντις. Ήταν δευτερόλεπτα βαθιάς περισυλλογής για το τι έπρεπε να κάνει ευθύς αμέσως.

Ένας άνθρωπος ηλικίας 70 περίπου ετών με μάλλον εύθραυστη υγεία και ταλαιπωρημένος το τελευταίο εξάμηνο από την αγωνία που του δημιουργούσε το μπαράζ των ιταλικών προκλήσεων, εκαλείτο τώρα από την Ιστορία να ηγηθεί ενός λαού στον «υπέρ πάντων αγώνα του» όπως ο ίδιος είπε λίγες ώρες αργότερα στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Διαμιάς εξαφανίστηκαν η κόπωση των ημερών και η αϋπνία των τελευταίων 48 ώρων.

(σ.σ. Στο Ημερολόγιό του ο Μεταξάς σημειώνει για το βράδυ της 26ης προς 27 Οκτωβρίου «Τι νύχτα! Κατά τας 2 το πρωί ο Νικολούδης τηλεφωνεί καταγγελία «Στέφανι»… Νικολούδης σπίτι μου. Συνεννόησις με Παπάγον και σύνορα. Τέλος έως 4 π.μ. δημοσίευσις ανακοινωθέντων Αθηναϊκού Πρακτορείου, διαψεύσεων… Εννοείται ότι ελαγοκοιμήθηκα δύο ώρες (5-7π.μ.), διακοπτόμενος από το τηλέφωνο».

Όσον αφορά το βράδυ της 27ης προς 28η Οκτωβρίου, ο Μεταξάς κατάφερε να κοιμηθεί 2½ με 3 ώρες.

Μόλις τελείωσε η δίλεπτη περισυλλογή, ο Μεταξάς ντύθηκε στα γρήγορα, τηλεφώνησε στον Νικολούδη (υφυπουργό Τύπου) και τον Μαυρουδή (υφυπουργό Εξωτερικών), δίνοντας τις απαραίτητες οδηγίες για σύγκληση του πρώτου Πολεμικού Συμβουλίου. Τηλεφώνησε επίσης στον βασιλιά Γεώργιο Β΄ και στον Αρχιστράτηγο Παπάγο και έφυγε εσπευσμένως για το γραφείο του. Πριν φτάσει σ’ αυτό σταμάτησε στην κατοικία του Βρετανού πρέσβη Πάλαιρετ τον οποίο ενημέρωσε για τα συμβάντα και ζήτησε την άμεση βοήθεια των Άγγλων.

Ο Πάλαιρετ του είπε ότι θα αποστείλει αμέσως κρυπτογραφικό μήνυμα στο Φόρεϊν Όφις. Ο Μεταξάς του απάντησε:

•Όχι κύριε πρέσβη, στείλτε απλό τηλεγράφημα, διότι με το κρυπτογραφικό θα χάσουμε χρόνο!

Μερικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Πάλαιρετ έσπευσε στον Μεταξά στο σπίτι του στην Κηφισιά, διότι διέμενε τότε εκεί κοντά και έγινε εκεί η ενημέρωση.

Στο πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού πρώτος από τους υπουργούς έφθασε ο Εμπορικής Ναυτιλίας Αμβρόσιος Τζίφος, ο οποίος στις ανέκδοτες σημειώσεις του, μέρους των οποίων περιελήφθη στο Παράρτημα που συνοδεύει το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΕΤΑΞΑ», αναφέρει (σελ. 747):

«Εις το γραφείον του Προέδρου έφθασα πρώτος εκ των Υπουργών. Τον βρήκα καθισμένο σε μια πολυθρόνα με το ύφος ανθρώπου που είχε βγάλει από τους ώμους του ένα τεράστιο βάρος, του ανθρώπου που αισθάνεται ότι έχει εκτελέσει και απέναντι της πατρίδος του και απέναντι του εαυτού του το καθήκον του.

»Έφθασαν και οι άλλοι υπουργοί και κατά τας 4:15 συγκεντρωθήκαμε όλοι στην αίθουσα του Υπουργικού Συμβουλίου.

»Εν μέσω νεκρικής σιγής και με συγκίνησιν ζωγραφισμένην στα πρόσωπα όλων, ο Πρόεδρος μας είπεν ότι εις τας 3 το πρωί… (και συνέχισε με την αναφορά στα διατρέξαντα). Στη συνέχεια ο Μεταξάς προέβη σε κρίσεις και σχόλια:

«Μη νομίζετε –είπε– ότι ο πόλεμος αυτός τον οποίο αναλαμβάνει η Ελλάς είναι πόλεμος π.χ. του 1912, όπου οι σκοποί μας ήταν απελευθερωτικοί και όπου τα φοβερά δεινά του πολέμου ήτο δυνατόν να μετριασθούν από την μέθη της νίκης.

»Σήμερα αναλαμβάνομεν σκληρότατον αγώνα, με μέσα τελείως άνισα και δεν πρέπει να αυταπατώμεθα ότι θα πολεμήσωμεν μόνον τους Ιταλούς.

»Τα συμφέροντα του Άξονος είναι αναπόσπαστα και αργά ή γρήγορα θα πολεμήσουμε και τους Γερμανούς.

»Το πιθανώτερον λοιπόν, είναι να χάσωμε προσωρινώς την Μακεδονία και την Ήπειρον και δεν αποκλείεται και αυτάς τας Αθήνας και τας εστίας μας και ό,τι άλλο έχουμε και να τα εγκαταλείψωμεν προσωρινώς, μεταβαίνοντες εις Πελοπόννησον ή εις Κρήτην.

»Ο πόλεμος, λοιπόν, που αναλαμβάνει σήμερα το Έθνος είναι μόνον και μόνον πόλεμος τιμής και επειδή πιστεύω βαθύτατα ότι αι ηθικαί αξίαι τελικώς θα θριαμβεύσουν επί των υλικών, έχω απόλυτον την πεποίθησιν ότι η νίκη θα είναι τελικώς με το μέρος των Συμμάχων.

»Η γενική τύχη του πολέμου δεν θα κριθεί εις την Βαλκανικήν.

»Εν τω μεταξύ βεβαίως θα υποφέρωμεν τα πάνδεινα, αλλά με το θαυμάσιον φρόνημα του λαού, με την ολόψυχον ένωσιν όλων των Ελλήνων και με το μεγάλο μίσος κατά των Ιταλών που επροκάλεσε η «Έλλη», πιστεύω εις το θαύμα. Εις την Νίκην.

»Και επειδή είμαι βαθύτατα θρήσκος, νομίζω ότι η Παναγία θα προστατεύση τα όπλα μας…».

Το Συμβούλιο που άρχισε στις 5 π.μ. ήταν σύντομο. Διήρκεσε ένα τέταρτο της ώρας. Στο μεταξύ έφθασε και ο βασιλιάς από το Τατόι και επακολούθησε Πολεμικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του και με τη συμμετοχή των αρχηγών του Στρατού και του Στόλου.

Μετά το Υπουργικό Συμβούλιο ο Μεταξάς υπαγόρευσε στον γραμματέα του το Διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό που κατέληγε με τον παιάνα της Σαλαμίνας «νυν υπέρ πάντων αγών».

Επίσης υπογράφηκαν αμέσως τα Διατάγματα Γενικής Επιστράτευσης Στρατού Ξηράς, Ναυτικού και Αεροπορίας και Πολιτικής Επιστράτευσης καθώς και όλα τα προβλεπόμενα σε τέτοιες περιπτώσεις.

Όσοι υπουργοί έγραψαν αναμνήσεις αναφέρουν ότι ο Μεταξάς πριν υπογράψει το πρώτο διάταγμα έκανε τον σταυρό του και είπε «Ο Θεός σώζοι την Ελλάδα».

Ακόμη ο Μεταξάς επικοινώνησε με τους πρέσβεις μας στην Άγκυρα και το Βελιγράδι, όπως και με τον Τούρκο Πρόεδρο Ισμέτ Ινονού και τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών Σουκρή Σαράτσογλου.

Ενώ συνέβαιναν αυτά στην Αθήνα, στην Ελληνοαλβανική μεθόριο οι ιταλικές δυνάμεις άρχιζαν το πυρ στις 5:30 το πρωί. Μισή ώρα πριν την εκπνοή.

Λίγο αργότερα ηχούσαν οι πρώτες σειρήνες καθώς ακούγονταν οι βόμβοι των βομβαρδιστικών αεροπλάνων της Ιταλίας.

Στις 10 το πρωί εκφωνήθηκε από το ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου:

«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5:30 πρωινής σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κείμενο λιτό, αλλά ηρωικό που προκαλεί σεβασμό και προετοιμάζει τις ψυχές για την υπέρτατη θυσία υπέρ της πατρίδας.

Την ίδια ώρα σημειώνονται στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της χώρας ενθουσιώδεις εκδηλώσεις υπέρ της υπεράσπισης της πατρίδας και του πολέμου με την κάθοδο χιλιάδων λαού σε κεντρικά σημεία.

Οι πρώτες αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών εναντίον πόλεων και κατά αμάχου πληθυσμού σημειώθηκαν την 10 και 10:30 πρωινή ώρα στον Πειραιά και στη συνέχεια νέα επιδρομή πάλι κατά του Πειραιά την 13:00 μεσημβρινή ώρα, χωρίς νεκρούς ευτυχώς.

Ο ανηλεής βομβαρδισμός όμως των Πατρών είχε ως αποτέλεσμα 50 νεκρούς και άνω των 100 τραυματίες, ενώ τρομακτικές υπήρξαν οι καταστροφές οικοδομών και δημόσιων κτιρίων, γεγονός που οδήγησε στην εκκένωση της πόλης.

Την 11η πρωινή ώρα ο ενθουσιασμός του λαού στην πλατεία Συντάγματος και στους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών, όπως και στον Σταθμό Λαρίσης και γενικά στους σταθμούς λεωφορείων όπου επιβιβάζονταν οι στρατιώτες μας για να κατευθυνθούν στο μέτωπο είναι τόσο μεγάλος, ώστε ο βασιλιάς και ο Μεταξάς επιβιβάζονται σε ανοικτό αυτοκίνητο και περιέρχονται την πρωτεύουσα για να καταλήξουν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπου εγκαθίσταται το γενικό στρατηγείο.

Αργά το απόγευμα το Γενικό Αρχηγείο εκδίδει το δεύτερο πολεμικό ανακοινωθέν που μεταδίδεται από το Αθηναϊκό Ραδιόφωνο:

«Κατά την διάρκειαν της ημέρας, ιταλικαί δυνάμεις ποικίλης ισχυός εξηκολούθησαν προσβάλλουσαι ημετέρας δυνάμεις, αμυνομένας σθεναρώς.

»Αγών ενετοπίσθη επί μεθορίου γραμμής

»Παρά της εχθρικής αεροπορίας εβλήθησαν στρατιωτικοί τινες στόχοι άνευ ζημιών.

»Βόμβαι ριφθείσαι επί της πόλεως των Πατρών έσχον θύματα εκ του αμάχου πληθυσμού».

Συνάντηση

Χίτλερ - Μουσολίνι

Ενώ στις 11η το πρωί στην Αθήνα χιλιάδες λαού λοιδορούσαν τον Μουσολίνι ως «μακαρονά» και «φαφλατά», ο αρχηγός του ιταλικού φασισμού συναντώνταν στη Φλωρεντία με τον Χίτλερ, τον οποίο υποδέχτηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλεως, φωνάζοντάς του από μακριά, πριν την ανταλλαγή χειραψίας: «Φύρερ προχωρούμε ακάθεκτοι. Ο ιταλικός στρατός εισήλθε νικηφόρος στην Ελλάδα, σήμερα το πρωί στις 6». Ο Χίτλερ που γνώριζε την είδηση ήδη πριν από δύο με τρεις ώρες και είχε γίνει έξω φρενών διότι φοβόταν ότι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας θα μπορούσε να προκαλέσει αγγλική δράση υπέρ των ελληνικών στρατευμάτων και παραμονή αυτών στην Βαλκανική, ενώ ετοίμαζε την εκστρατεία του κατά της Σοβιετικής Ένωσης, έδωσε τόπο στην οργή. Έκανε, απλώς, ένα μορφασμό, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδοκιμασία ή ανησυχία για την εξέλιξη. Ο Μουσολίνι το αντελήφθη και όταν του έδωσε το χέρι για να τον υποδεχθεί του είπε: «Μην ανησυχείς Φύρερ, όλα θα τελειώσουν εντός 15 ημερών».

Ο Χίτλερ μειδίασε. Δεν είπε τίποτα. Και όταν προχώρησαν στην αίθουσα όπου θα συζητούσαν επί 7ωρο, η συζήτηση για την Ελλάδα τους απασχόλησε ελάχιστα. Είχαν να ρυθμίσουν άλλα θέματα.

Η ελπίδα του Μουσολίνι ότι «σε 15 ημέρες θα είχαν τελειώσει όλα» απεδείχθη φρούδα. Όλα του ήλθαν ανάποδα. Οι Έλληνες αντί να συντριβούν όπως πίστευε, εξεδίωξαν τον ιταλικό στρατό από το έδαφός τους σε 15 ημέρες ακριβώς και μετά δύο ημέρες καταδίωκαν τους Ιταλούς εντός της Βορείου Ηπείρου και πέραν αυτής. Γεγονός που ανάγκασε μετά έξι μήνες τον Χίτλερ να επέμβει, όχι τόσο για να σώσει το γόητρο του «συνεταίρου» και συμμάχου του, όσο για να διασφαλίσει τα νώτα του, ενώ ετοίμαζε την επιχείρησή του κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Συναγερμός

στο Λονδίνο

για την Ελλάδα

Ενώ στη Φλωρεντία συναντώνταν στις 11 το πρωί, της 28ης Οκτωβρίου 1940, οι Χίτλερ και Μουσολίνι και καθόριζαν την περαιτέρω αρπακτική δράση τους, στο Λονδίνο σήμαινε συναγερμός. Η βρετανική κυβέρνηση είχε ήδη λάβει το τηλεγράφημα του πρεσβευτή της στην Αθήνα, Πάλαιρετ, με το οποίο ενημερωνόταν για την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας και το αίτημα του Μεταξά για βοήθεια.

Συνήλθε αμέσως Υπουργικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ.

Διαβάστηκε σ’ αυτό το τηλεγράφημα Πάλαιρετ και συζητήθηκε η έκκληση του Μεταξά για άμεση, κατεπείγουσα βοήθεια για να σωθεί η Κέρκυρα και να προστατευθεί η πρωτεύουσα από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο συμμετείχαν και οι αρχηγοί των Βρετανικών Επιτελείων, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει ήδη ότι το κατεπείγον ζήτημα ήταν η αποτροπή ιταλικής εισβολής στην Κρήτη. Η Κρήτη, κατά τους Βρετανούς, είχε την πρώτη προτεραιότητα προς σωτηρία της από οποιοδήποτε άλλο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Η Κέρκυρα ακολουθούσε. Ήταν σημαντική κι αυτή. Από την Κέρκυρα, οι Άγγλοι θα μπορούσαν να βομβαρδίσουν ιταλικές πόλεις.

Αλλά το ότι η Κρήτη έπρεπε να παραμείνει ελεύθερη και απρόσβλητη από τους Ιταλούς ήταν «εκ των ων ούκ άνευ», προκειμένου ο εχθρός να μην αποκτήσει ισχυρή βάση από την οποία θα έφερνε τα πάνω – κάτω στα σχέδια των Άγγλων για την υπεράσπιση της Αιγύπτου που εκείνη την εποχή υφίστατο τη βαριά προσβολή των ιταλικών τεθωρακισμένων και της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας.

Οι επιχειρήσεις στην Αίγυπτο ήταν το μεγάλο πρόβλημα του Τσώρτσιλ για την αποστολή πολεμικής βοήθειας στην Ελλάδα. Αν η βοήθεια αυτή ήταν μεγάλη, όπως ζητούσε ο Μεταξάς, η Αίγυπτος θα αποδυναμωνόταν.

Χωρίς πολλές συζητήσεις, πάντως, ο βρετανικός πολεμικός μηχανισμός ειδοποίησε, από το Λονδίνο, το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής να στείλει αμέσως, ως πρώτη δόση, στην Κρήτη, ένα τάγμα βρετανών πολεμιστών, το οποίο αποβιβάστηκε στη Μεγαλόνησο την 29η Οκτωβρίου.

Ακόμη το βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι εάν οι Ιταλοί βομβάρδιζαν την Αθήνα, οι Άγγλοι έπρεπε να απαντήσουν, βομβαρδίζοντας ιταλικές πόλεις.

Ενώ συνεχιζόταν η συνεδρίαση του βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου, ο Μεταξάς ζήτησε από τον Τσώρτσιλ την αποστολή στην Ελλάδα όσο το δυνατόν περισσοτέρων βρετανικών πολεμικών αεροσκαφών, ενώ ο Άγγλος πρεσβευτής πίεζε με δικά του μηνύματα να σταλεί κατεπείγουσα βοήθεια για την υπεράσπιση της Ηπείρου που υφίστατο σοβαρή προσβολή από τριπλάσιες ίσως των ελληνικών, ιταλικές δυνάμεις.

Τότε ο Τσώρτσιλ ειδοποίησε τον Πάλαιρετ να μην υπόσχεται πολλά στους Έλληνες, διότι δεν υπήρχε η δυνατότητα μεγάλης στρατιωτικής ενίσχυσης, όπως ήλπιζε ο Μεταξάς.

•Πείτε στον Έλληνα πρωθυπουργό, ανέφερε ο Τσώρτσιλ στον Πάλαιρετ ότι εγγυηθήκαμε την ανεξαρτησία της Ελλάδας μαζί με τη Γαλλία (13 Απριλίου 1939). Αλλά μετά την αποστασία της Γαλλίας από τη συμμαχία μας (22 Ιουνίου 1940), λόγω της ήττας της από τους Γερμανούς, είμαστε μόνοι και δεν μπορούμε να σηκώσουμε όλο το βάρος της ιταλικής επίθεσης στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα. Θα βοηθήσουμε όσο μπορούμε και θα δώσουμε την πρώτη προτεραιότητα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τα άλλα πολεμικά μέτωπα.

Λίγο αργότερα διατάζονταν από το Βρετανικό Γενικό Επιτελείο η αποστολή και μιας μοίρας βομβαρδιστικών αεροσκαφών για την υπεράσπιση από αέρος της Αθήνας.

Όταν η είδηση για την αεροπορική βοήθεια έγινε γνωστή στην Αθήνα, αργά το απόγευμα, η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε ζητώντας την αύξηση του αριθμού των βρετανικών αεροσκαφών. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο Τσώρτσιλ θα ικανοποιούσε το αίτημα των Ελλήνων.

Το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου οι Αθηναίοι θα ζούσαν σε εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, με τα μέτρα προφύλαξης ώστε να αποφεύγονται οι αεροπορικές προσβολές. Η κίνηση των οχημάτων στους δρόμους γινόταν αραιά και μόνο για στρατηγικούς λόγους και για λόγους έκτακτης ανάγκης. Οι φανοί των αυτοκινήτων έφεραν ειδικές καλύπτρες. Οι δημόσιοι φανοστάτες δεν ήταν εν λειτουργία. Τα παράθυρα των σπιτιών ήταν κλειστά.

Τα μέτρα ίσχυαν για όλη την Ελλάδα. Και οι Έλληνες έμπαιναν έτσι στη μακρά, σκοτεινή από κάθε άποψη περίοδο του πολέμου και της εν συνεχεία εχθρικής κατοχής, που θα διαρκούσε 4 χρόνια.

*Ο Τίτος Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος