Του Τίτου Αθανασιάδη*

ΜΕΡΟΣ 5ο

24 Οκτωβρίου 1940

Ο Ιωάννης Μεταξάς σημειώνει στο Ημερολόγιό του: «Φήμαι ότι αύριο πρωί αρχίζει Ιταλία επίθεσιν εναντίον μας –από Αμερικήν, Πάλαιρετ (σ.σ. Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα), από Ρώμην, από Ιωάννινα. Αφ’ ετέρου άρθρον Τάιμς και νευρικότης Γερμανών και ελπίς των ότι θα τηρήσω ουδετερότητα και εναντίον Αγγλίας. Τότε τι με προκαλούν; Ελάβαμεν όλα τα μέτρα μας».

•Ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα Έρμπαχ τηλεγραφεί στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, στο Βερολίνο, ότι ο μόνιμος Έλληνας υφυπουργός Εξωτερικών Νικ. Μαυρουδής του είπε πως η Ελλάδα ενδεχομένως να εξέταζε με συμπάθεια αίτημα παραχώρησης βάσεων στους Ιταλούς, σε σχέση με τις επιχειρήσεις κατά της Αιγύπτου. Ιταλική επιδρομή όμως κατά της Ελλάδας θα συναντούσε την ελληνική αντίσταση (βλέπε σχετικά Αννίβα Βελλιάδη, πρέσβη ε.τ. «Μεταξάς - Χίτλερ», εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 220).

•Ο αρχηγός του Γερμανικού Στρατού, στρατηγός Μπράουχιτς ανέφερε στον Χίτλερ, ότι οι Ιταλοί θέλουν να καταλάβουν την Κέρκυρα και ακτές της νότιας Ελλάδας.

Ο Γερμανός δικτάτορας Αδόλφος Χίτλερ αντιδρά περιφρονητικά στη σκέψη του Μουσολίνι, χαρακτηρίζοντάς την «βλακεία». Αυτό που προέχει, τονίζει στον Μπράουχιτς ο αρχηγός του Γ΄ Ράιχ, είναι η κατάληψη της Κρήτης, την οποία θεωρεί απαραίτητη για την επιτυχία της εκστρατείας στη Βόρειο Αφρική (που άρχισε με την ιταλική επίθεση κατά της αγγλοκρατούμενης Αιγύπτου, την 13η Σεπτεμβρίου 1940), (βλέπε σχετικά Αννίβα Βελλιάδη, πρέσβη ε.τ. «Μεταξάς - Χίτλερ», εκδόσεις Ενάλιος, σελ. 219).

25 Οκτωβρίου 1940

•Ο έλληνας πρεσβευτής στη Βέρνη, Ψαρούδας, τηλεγραφεί στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών:

«Κατά πληροφορίας εκ Βερολίνου, η επίθεσις (της Ιταλίας) κατά της Ελλάδος, είναι ζήτημα ημερών»

(Πηγή: Διπλωματικά έγγραφα του Ελληνικού Βασιλικού Υπουργείου Εξωτερικών: Η ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος – 1940).

•Ο Γενικός πρόξενος της Ελλάδας στα Τίρανα, Αργυρόπουλος τηλεγραφεί στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών:

«Επιβεβαιούται η πληροφορία περί επιτάξεως των συγκοινωνιακών μέσων. Η κίνησις των πολιτών από πόλεως εις πόλιν κατέστη δυσκολωτάτη. Η τηλεγραφική επικοινωνία συναντά μεγάλας δυσχερείας. Παρατηρείται ζωηροτάτη κίνησις εις το ενταύθα Ιταλικό Στρατηγείον, του οποίου οι αξιωματικοί ανεχώρησαν εις Αργυρόκαστρον. Διάχυτος είναι η γνώμη ότι ευρισκόμεθα εις τα πρόθυρα ιταλικής δράσεως».

Το φιλί του Ιούδα

Την 25η Οκτωβρίου, ημέρα Παρασκευή, συνήλθε το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως κάθε Παρασκευή, υπό την προεδρία του Ιωάννη Μεταξά, όπως αναφέρει ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Αμβρόσιος Τζίφος, στις ανέκδοτες σημειώσεις του, τμήματα των οποίων περιελήφθησαν στο παράρτημα του Ημερολογίου του Μεταξά (Δ΄ τόμος, έκδοση Ίκαρος 1960, επιμέλεια Φαίδων Βρανάς):

«Ο Μεταξάς μας ανεκοίνωσε ότι υπήρχαν πολλά σημεία από τα Αλβανικά σύνορα που έπειθαν και πάλι ότι η επίθεσις επίκειται και ότι από πολλές πρεσβείες μας είχε λάβει ανησυχητικές πληροφορίες…

«Μας επανέλαβε ότι όχι μόνον δεν ήτο διατεθειμένος να συζητήσει ουσιαστική παραχώρηση, αλλά ούτε καν σε πράξι συμβολικού χαρακτήρα (να προβεί), όπως θα ήτο η άρνησις εκ μέρους της Ελλάδας της μονομερούς Αγγλικής και Γαλλικής εγγυήσεως όπως είχε κάνει η Ρουμανία.

«Μας ανεκοίνωσε επίσης ότι είχε λάβει πρόσκληση του Γκράτσι σε δείπνο στην ιταλική πρεσβεία δια το Σάββατο, 26 Οκτωβρίου, μετά την παράσταση του ιταλικού μελοδράματος στο Βασιλικό Θέατρο που θα διηύθυνε ο υιός του μουσικοσυνθέτου Πουτσίνι και πρόσθεσε: Πιθανώτατα αυτή η πρόσκλησις να είναι στάχτη στα μάτια και τίποτε άλλο. Επειδή όλοι –πρόσθεσε ο Μεταξάς– θα έχετε ίσως λάβει προσκλήσεις και εννοώ πόσο δυσάρεστο δια τον καθένα σας είναι να δεχτεί το φιλί αυτό του Ιούδα, καθορίζω τα εξής: Ο ίδιος δεν θα δεχθώ και από τους υπουργούς θα πάνε μόνο δύο. Οι υφυπουργοί Εξωτερικών και Τύπου (σ.σ. Μαυρουδής και Νικολαΐδης) και κανείς άλλος.

»Ως προς την στρατιωτικήν κατάστασιν –συνεχίζει ο Τζίφος– ο Μεταξάς μας είπε ότι είναι πολύ λιγώτερο ανησυχητική παρά κατά τον Αύγουστο, διότι το εν τω μεταξύ διάστημα είχε χρησιμοποιηθεί εντατικώτατα δια την μυστικήν επιστράτευσιν και δια την βελτίωσιν των θέσεων του πυροβολικού μας στην κύρια γραμμή αμύνης μας».

Το υπουργικό Συμβούλιο της Παρασκευής, 25ης Οκτωβρίου 1940, ήταν το τελευταίο της ειρηνικής περιόδου.

Το πόκερ Μεταξά - Μουσολίνι

Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου, παρουσιάζεται σε πρώτη παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας το φημισμένο μελόδραμα του Πουτσίνι «Μαντάμ Μπατερφλάι», παρουσία του γιου του Ιταλού συνθέτη, που έφθασε στην Αθήνα γι’ αυτό το λόγο, προσκεκλημένος του Γενικού Γραμματέα Τεχνών, διαπρεπούς δημοσιογράφου και προσωπικού φίλου του Μεταξά, Κωστή Μπαστιά, που εσήμαινε ότι η πρόσκληση ήταν της ελληνικής κυβέρνησης.

Την παράσταση παρακολούθησαν ο βασιλιάς Γεώργιος, ο διάδοχος Παύλος και η σύζυγός του πριγκίπισσα Φρειδερίκη, ο πρωθυπουργός Ιω. Μεταξάς, πολλοί υπουργοί, ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι και μέλη της ιταλικής πρεσβείας και όλη σχεδόν η κοσμική και καλλιτεχνική Αθήνα με τα σμόκιν και τις τουαλέτες της.

Η παρουσία των Ελλήνων επισήμων στην παράσταση ήταν προφανές ότι στόχευε στο να δείξει τις φιλειρηνικές διαθέσεις της Ελλάδας και της ηγεσίας της και τον σεβασμό της προς τα έργα του Πολιτισμού και της Προόδου.

Στη σκέψη του Μεταξά πιθανόν να κυριάρχησε η αντίληψη, ότι εάν μετά την παράσταση αυτή, που πήρε δημοσιότητα και στην Ιταλία, ο στρατός της τελευταίας εξαπέλυε επίθεση κατά της Ελλάδας, η χώρα του Πουτσίνι θα διασυρόταν διεθνώς, καθώς θα καταδεικνυόταν από τη μία η ελληνική καλή προαίρεση και το υψηλό επίπεδο του σύγχρονου πολιτισμού της και από την άλλη, η ιταλική φασιστική υπουλότητα. Γι’ αυτό άλλωστε έστειλε τον βασιλιά και τη βασιλική οικογένεια, αλλά παρέστη και ο ίδιος στην επίσημη πρώτη, με τον πρεσβευτή της Ιταλίας στην πρώτη σειρά!

Το ιταλικό καθεστώς, αντίθετα, έδρασε κατ’ άλλον τρόπο. Στόχευε με την παράσταση να αποκοιμίσει την ελληνική κυβέρνηση.

Όπως αναφέρει ο Γκράτσι στο βιβλίο του «Η Αρχή του Τέλους» (έκδοση της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρος, μετάφραση Χρυσώ Γκίκα), ο Πουτσίνι (υιός) πριν έλθει στην Αθήνα, φρόντισε να συναντηθεί με τον υπουργό Λαϊκής Διαφώτισης της κυβέρνησης Μουσολίνι, Παβολίνι, για να τον ρωτήσει μήπως έπρεπε να μην αποδεχθεί την πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης, λόγω των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ο υπουργός όμως του απάντησε ότι απεναντίας έπρεπε να αποδεχθεί την πρόταση και ότι «το ταξίδι του στην Ελλάδα θα συνέβαλλε στην ύφεση των ιταλο-ελληνικών σχέσεων!».

Η παράσταση του μελοδράματος του Πουτσίνι στην Αθήνα, το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου 1940, έκρυβε πίσω από τα παρασκήνιά της, ένα αδυσώπητο πόκερ Μεταξά – Μουσολίνι.

Ευωχίες

στην Αθήνα,

δολοπλοκίες

στα σύνορα

26 Οκτωβρίου 1940

Το Σάββατο, 26 Οκτωβρίου, είναι ημέρα έντασης και απροκάλυπτης προετοιμασίας των Ιταλών στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, όπου η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Στην Αθήνα, η ανησυχία στους δρόμους, στα γραφεία, στα καταστήματα είναι έκδηλη. Ο κόσμος όμως απορεί, «πώς είναι δυνατόν να πηγαίνουμε σε πόλεμο, όταν χθες βράδυ στο Βασιλικό Θέατρο οι επίσημοι της ιταλικής πρεσβείας ήταν όλο χαιρετούρες και χαμόγελα προς τους Έλληνες κυβερνήτες». Φαίνεται ότι ακόμα και ο πόλεμος προϋποθέτει θεατρική παράσταση!

Αν μπορούσε αυτός ο λαός να διανοηθεί τι θα γινόταν το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου στην ιταλική πρεσβεία, επί της Βασιλίσσης Σοφίας, στο κέντρο της Αθήνας…

Στους κήπους και στα σαλόνια του μικρού αυτού ανακτόρου (από τα ωραιότερα νεοκλασικά της Αθήνας) θα εξελισσόταν το βράδυ εκείνο μια ιλαροτραγωδία που ήταν αδύνατον να συλλάβει και το πιο διεστραμμένο μυαλό συγγραφέα μυθιστορημάτων.

Στο μεγάλο χολ, μετά την είσοδο του κτιρίου, ο Ιταλός πρέσβης και η σύζυγός του με τους κορυφαίους της πρεσβείας, εν επισήμω εμφανίσει και με «πλάκα» τα παράσημα στο στήθος τους υποδέχονταν τους προσκεκλημένους, τους καλλιτέχνες και ηθοποιούς του θεάτρου, πρωταγωνιστές και κομπάρσους της παράστασης της προηγούμενης ημέρας «Μαντάμ Μπατερφλάι», αλλά και ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών της Αθήνας και το συρφετό των «κοσμικών» εκείνων που τρέχουν χαρούμενοι από δεξίωση σε δεξίωση για να επιδειχθούν, να φλερτάρουν και να «τσιμπήσουν» κάποιο μεζέ.

Η απουσία του πρωθυπουργού και των ισχυρών προσώπων της κυβέρνησης, μετά από ρητή εντολή του Μεταξά, με την αναγκαία εξαίρεση του υφυπουργού Εξωτερικών και του υφυπουργού Τύπου, αποτελούσε ηχηρό μήνυμα στον Ιταλό πρεσβευτή Γκράτσι, ότι η δολιότητά του, προέκταση αυτής των αυθεντών του στη Ρώμη, δεν περνούσε στην ταπεινή, «μετρημένη» και φιλειρηνική Αθήνα.

Και η απουσία αυτή την οποία σημείωσαν όλοι οι ξένοι πρεσβευτές και διπλωμάτες που είχαν κληθεί στη δεξίωση μετέφερε και σ’ αυτούς το μήνυμα της δυσαρέσκειας της ελληνικής κυβέρνησης και της ελληνικής ηγεσίας για την άγρια επιθετικότητα της Ιταλίας και τη δολιότητά της.

Όσοι Έλληνες ήταν υποχρεωμένοι να παραστούν στην πρεσβευτική δεξίωση, λόγω του δημοσίου λειτουργήματός τους ήταν αποτραβηγμένοι στις γωνίες των μεγάλων αιθουσών που φωτίζονταν από τους πολυελαίους και από εκεί να παρατηρούν σιωπηρά τα συμβαίνοντα στους πλούσιους από εδέσματα μπουφέδες με τα σερβιρισμένα από σαμπάνια ποτήρια και τις σημαιούλες των δύο χωρών δήθεν αγκαλιασμένες, έχοντας «κατεβασμένα» τα πρόσωπά τους, δύσθυμοι για τον αναγκαίο ρόλο τους στο «θέατρο του παραλόγου». Μερικοί έτρωγαν και έπιναν ακατάπαυστα, μετέχοντες εν αγνοία τους στα θυέστεια δείπνα που τους πρόσφερε ο δήθεν εγκάρδιος Ιταλός πρέσβης. Η παρομοίωση έγινε από τον ιστορικό μας Δημ. Κόκκινο, στο βιβλίο του για τον πόλεμο του ’40. Ο διαπρεπής ιστορικός χαρακτήρισε «θυέστειο» το δείπνο του Γκράτσι προς τους καλεσμένους του, ορμώμενος από τον μύθο, κατά τον οποίο ο Ατρέας σέρβιρε στον αδελφό του Θυέστη τις σάρκες των δύο παιδιών του, που είχε δολοφονήσει και το αίμα τους αναμεμιγμένο με κρασί.

Καθώς προχωρούσε η δεξίωση «τέρατα και σημεία» συνέβαιναν. Αξιωματούχοι της πρεσβείας και ο ίδιος ο πρέσβης άφηναν τους προσκεκλημένους και ανεβοκατέβαιναν στον επάνω όροφο, όπου έφθαναν στο κρυπτογραφικό μηχάνημα αποσπάσματα του τελεσιγράφου, τα οποία θα συρράβονταν στη συνέχεια.

Λίγο μετά έφθασαν και οι πλαστές ειδήσεις του Ιταλικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Στέφανι» για δήθεν επεισόδια Ελλήνων κομμάντος σε αλβανικό έδαφος εναντίον ιταλικών στόχων.

Οι δολοπλόκοι της Ρώμης είχαν φροντίσει το σχετικό τηλεγράφημα του «Στέφανι» να μεταδοθεί μετά τα μεσάνυχτα για να μην προλάβουν οι Κυριακάτικες ελληνικές εφημερίδες να δημοσιεύσουν την απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης που θα μεταδίδονταν μέσω του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ), ο διευθυντής του οποίου έστειλε στην ιταλική πρεσβεία έμπιστό του για να ενημερώσει τον υφυπουργό Τύπου Νικολούδη σχετικά με την ιταλική πλεκτάνη.

Ένας υπάλληλος της πρεσβείας πλησίασε τον Έλληνα υφυπουργό και του είπε ότι τον ζητούν. Όταν ο Νικολούδης ενημερώθηκε επέστρεψε στην αίθουσα της δεξίωσης, παρέμεινε για λίγο δήθεν σα να μη συνέβαινε τίποτα και ζήτησε συγγνώμη για να αποχωρήσει. Οπότε ο Ιταλός πρέσβης κάτι μυρίστηκε και τον ρώτησε μήπως συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο.

Όχι, όχι απάντησε μειδιών και δήθεν εύχαρις, ο Νικολούδης, για να σπεύσει δρομαίως στο γραφείο του και να ειδοποιήσει τον Μεταξά.

Στην είσοδο του γκαράζ της πρεσβείας ένας ευφυής Αθηναίος είχε τοποθετήσει καρφιά, που δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αντιληπτά από τους σωφέρ των αυτοκινήτων που οδηγούσαν τους προσκεκλημένους στον τόπο της δεξίωσης. Έτσι αρκετά λάστιχα τρύπησαν με όλη τη σχετική φασαρία να φθάνει στις αίθουσες της δεξίωσης.

Τέσσερις ανακοινώσεις της κυβέρνησης που μεταδόθηκαν από το ΑΠΕ διέψευδαν τις προβοκάτσιες των Ιταλών στα σύνορα και εντός του αλβανικού εδάφους. Ήταν η πρώτη ήττα των Ιταλών στον επικοινωνιακό πόλεμο που άρχιζε 24 ώρες πριν από τον θερμό πόλεμο στη χιονισμένη Πίνδο.

Ενώ ο Γκράτσι τσούγκριζε το ποτήρι του με τη σαμπάνια με τους ανυποψίαστους Έλληνες προσκεκλημένους του, στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών έφθανε επείγον τηλεγράφημα από τη Ρώμη, λίγο πριν μεταδοθεί η πλαστή είδηση του «Στέφανι» για τα προβοκατόρικα επεισόδια που ζητούσε ο Μουσολίνι.

Το τηλεγράφημα ήταν του πρεσβευτή μας στην ιταλική πρωτεύουσα Ιω. Πολίτη και ανέφερε ότι «διετάχθη χθες υπό του Υπουργείου Αεροπορίας (της Ιταλίας) να ανασταλή η εξυπηρέτησις της αεροπορικής γραμμής Αθηνών - Ρόδου, μέχρι νεωτέρας διαταγής» και ότι «δεν του δόθηκε σαφής εξήγηση του μέτρου».

»Εξάλλου –προσθέτει ο Πολίτης– ταξιδιώτης αφιχθείς (στη Ρώμη) εκ Ρόδου με το τελευταίον αεροπλάνον είπεν, ότι τούτο δεν προσήγγισεν εις Αθήνας, λόγω του ότι, καθ’ ά εξήγησεν ο κυβερνήτης του αεροπλάνου, αι σχέσεις Ελλάδος και Ιταλίας εισήλθον εις κρίσιν». (σ.σ. Είναι προφανές ότι ολόκληρος ο ιταλικός διοικητικός μηχανισμός είχε αρχίσει τα κατά της Ελλάδας μέτρα του, ενώ τις ίδιες ώρες στην Αθήνα, αδελφωμένες οι σημαιούλες των δύο χωρών στο «θυέστειο δείπνο» του Γκράτσι, έδιδαν εντελώς άλλη εικόνα. Αυτή της συναδέλφωσης).

27 Οκτωβρίου 1940

Ώρα 4:00 (πρωινή). Οι τελευταίοι προσκεκλημένοι Έλληνες και ξένοι, ιδίως ξένοι διπλωμάτες που είχαν κάτι υποπτευθεί από το ανέβα – κατέβα των Ιταλών συναδέλφων τους στον επάνω όροφο της πρεσβείας και προσπαθούσαν να πληροφορηθούν τι συνέβαινε, αποχωρούν.

Ώρα 5:00. Τελειώνει η κρυπτογραφική μετάδοση του κειμένου του τελεσιγράφου με το οποίο θα κηρυσσόταν ο πόλεμος κατά της Ελλάδας. Ενώ έχει προχωρήσει ήδη η αποκρυπτογράφησή του σε μεγάλη έκταση.

Του κρυπτογραφικού κειμένου του τελεσιγράφου προηγούνται οδηγίες του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Τσιάνο, προς τον Ιταλό πρέσβη στην Αθήνα:

Προέχουν τρεις από τις οδηγίες αυτές:

α) Το τελεσίγραφο (διακοίνωση ονομάζεται στη διπλωματική γλώσσα) θα δοθεί προσωπικά στον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας (σ.σ. το αξίωμα αυτό κατέχει ο πρωθυπουργός Μεταξάς) στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.

(σ.σ. Τούτο σημαίνει ότι ο πρεσβευτής Γκράτσι πρέπει να μεταβεί στην οικία του Μεταξά και να τον ξυπνήσει για να του επιδώσει τη διακοίνωση που υπογράφεται από ολόκληρη την ιταλική κυβέρνηση, δεδομένου ότι την 3η πρωινή ώρα ο Μεταξάς δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο γραφείο του).

Ο Γκράτσι ήταν υποχρεωμένος να αποφύγει, ακόμη και να τηλεφωνήσει προηγουμένως στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για να προειδοποιήσει, έστω και την 10η νυκτερινή ώρα, ότι επιθυμεί να συναντήσει τον Έλληνα Πρωθυπουργό και Υπουργό Εξωτερικών την 3η πρωινή ώρα της 28ης Οκτωβρίου κατ’ εντολή της κυβέρνησής του.

Το ζήτημα ήταν να μεταβεί απροειδοποίητα στο σπίτι του Μεταξά, ώρα 3 το πρωί, όταν ο πρωθυπουργός θα κοιμόταν, για να τον αιφνιδιάσει «πιάνοντάς τον στον ύπνο», όπως λέει ο λαός και ελπίζοντας έτσι οι καταστρώσαντες το σχέδιο αυτό να τον κάμψουν, λαμβανομένης υπόψιν και της ηλικίας του.

Άλλη εξήγηση δεν νομίζω ότι μπορεί να δοθεί.

β)Το τελεσίγραφο δεν ανέφερε την ώρα που τα ιταλικά στρατεύματα θα εξαπέλυαν την επίθεσή τους στα ελληνοαλβανικά σύνορα εναντίον της Ελλάδας. Η παράλειψη αυτή ήταν σκόπιμη, διότι εάν αναφερόταν η ώρα της επιχείρησης η διακοίνωση (και επειδή η προθεσμία των τριών ωρών, μέχρι την 6η πρωινή ήταν ασφυκτικά περιορισμένη) θα εθεωρείτο και θα προβαλλόταν διεθνώς ως εκβιαστικό τελεσίγραφο, με όρο αποδεικνυόμενο γραπτώς (scripta manent έλεγαν οι αρχαίοι Λατίνοι).

γ) Ο Τσιάνο τόνιζε στον Γκράτσι να επιχειρήσει να πείσει τον Μεταξά να επιτρέψει στον ιταλικό στρατό να περάσει ελεύθερα τα σύνορα.

•Για να απογυμνώσει τους ισχυρισμούς του πρακτορείου «Στέφανι» περί επεισοδίου στη μεθόριο που προκλήθηκε από ελληνικό φυλάκιο, η ελληνική πλευρά ζήτησε Έλληνες αξιωματικοί της συνοριακής γραμμής να συναντηθούν με Ιταλούς συναδέλφους τους την 4η απογευματινή της 27ης Οκτωβρίου. Οι Έλληνες είχαν ντοκουμέντα, ότι τα πυρά που εκτοξεύθηκαν την 26η Οκτωβρίου, εναντίον ιταλικού φυλακίου προέρχονταν όχι από ελληνικό φυλάκιο, αλλά από το αλβανικό χωριό Βέρνικ που απείχε 4 χιλιόμετρα από τα ελληνικά σύνορα.

Ο Έλληνας μάλιστα αξιωματικός –διοικητής του φυλακίου– ειδοποίησε αμέσως τον απέναντι Ιταλό συνάδελφό του, μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς και ζήτησε να συναντηθεί μαζί του προς διευκρίνιση του τι συνέβαινε, σύμφωνα με τους στρατιωτικούς κανονισμούς.

Κατά την ορισθείσα όμως συνάντηση της 4ης απογευματινής ώρας, της Κυριακής, 27 Οκτωβρίου προσήλθε ένας Ιταλός ανθυπασπιστής και δύο Έλληνες αξιωματικοί, οι οποίοι παρεκάλεσαν τον βαθμολογικά κατώτερό τους Ιταλό να επαναληφθεί η συνάντηση και να προσέλθει σ’ αυτήν ο Ιταλός αξιωματικός, διοικητής του φυλακίου.

Η συνάντηση όμως αυτή ουδέποτε έγινε διότι οι Ιταλοί μετά 11 ώρες θα εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα.

Μεθαύριο η συνέχεια

*Ο Τίτος Αθανασιάδης είναι δημοσιογράφος