Του π. Ηλία Βολονάκη

Αυτή είναι η προτροπή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου προς τους χριστιανούς της Κορίνθου όπως καταγράφεται στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής του Ασώτου (Α’ Κορ. στ’ 12-20).

Το σώμα, το πολυπλοκότερο δημιούργημα της αγάπης και της σοφίας του Θεού, πρέπει να γίνεται όργανο και μέσον δοξολογίας του Τριαδικού Θεού.

“Δοξάσατε τον θεό και με το σώμα σας”.

Αλήθεια, πού ανεβάζει το ανθρώπινο σώμα ο χριστιανισμός. Το θέλει και το καλεί να είναι μέσο δοξολογίας του Θεού.

“Η Μεταμόρφωση του Χριστού μας αποδείχνει το μέτρο των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Μας φανερώνει το ανθρώπινο σώμα όπως το έπλασε εξαρχής ο Θεός και όπως το προορίζει να ξαναγίνει με τη δική Του χάρη και με δική μας θέληση και προσπάθεια. Μας υπογραμμίζει ότι όχι μόνον η ψυχή αλλά και το σώμα είναι προορισμένο να γίνει πνευματοφόρο όπως το αναστημένο σώμα του Χριστού, να γίνει φορέας του Αγίου Πνεύματος.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι το σώμα “ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος έστιν” (Α’ Κορ. στ’ 19).

Πώς όμως ο άνθρωπος, όχι μόνο δια του πνεύματός του, αλλά και δια του υλικού του στοιχείου, του σώματός του, θα δοξάζει και θα δοξολογεί τον Θεό;

Α. “Οταν αποδέχεται και συναισθάνεται ότι το σώμα του είναι δημιούργημα του Θεού. Η δημιουργία του ανθρώπου και του σώματός του βρίσκεται στη φράση εκείνη της Γενέσεως “ποιήσωμεν άνθρωπον”. Και ενώ για όλα τα άλλα δημιουργήματα ο Θεός “είπε και εγενήθησαν” προκειμιένου για το τελειότερο δημιούργημα, τον βασιλέα της κτίσεως, τρόπον τινά συσκέπτεται και συνεργάζεται η Παναγία Τριάς.

Β. Οταν συναισθάνεται τη θεϊκή του προέλευση και την ιερότητα του σώματός του. Οτι το σώμα, όπως και ολόκληρος ο άνθρωπος, ανήκει στον Κύριο. “Το σώμα τω Κυρίω, και ο Κύριος τω σώματι”. Οτι το σώμα είναι μέλος του Χριστού και έμψυχος ναός του Τριαδικού Θεού και καλείται να το μεταβάλει σε ιερό θυσιαστήριο σε “θυσίαν ζώσαν τω Θεώ” (Ρωμ. ιβ’ 1).

Γ. Οταν αγωνίζεται να διαφυλάξει καθαρό το σώμα από κάθε μολυσμό αμαρτωλό. Οταν οι νέοι και των δύο φύλων αγωνίζονται με τα μέσα που προσφέρει η Εκκλησία -και είναι δυνατόν- να διατηρήσουν την αγνότητά τους. Οταν οι σύζυγοι προσπαθούν να φυλάξουν “την κοίτην αμίαντον” και να ζουν “εν Κυρίω”. Οταν όλοι αποφεύγουν -με κάθε θυσία- πόσο δύσκολο στις ημέρες μας, αλλά και πόσο αναγκαίο- τα αμαρτήματα “και τα πάθη της σαρκός, τα οποία ταλαιπωρούν, εξευτελίζουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη προσωπικότητα. Γι’ αυτό, “φεύγετε την πορνείαν” θα φωνάξει με αποτροπιασμό και έμφαση ο Παύλος, ο μέγας απόστολος των Εθνών. “Ακόμη όταν προσπαθεί με τη μετρημένη εργασία και δίαιτα, με την αληθινή φροντίδα και περιποίηση του σώματος, με την αληθινή χριστιανική άσκηση να έχει ένα σώμα εγκρατές, καθαρό, υγιές, δυνατό, πειθαρχημένο, σωστά τοποθετημένο στην ιεραρχία των αξιών, όργανο και εργαλείο του πνεύματος. Η εμπειρία των ασκητών της Εκκλησίας διδάσκει: “Ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι”. Το σώμα δεν είναι εχθρός που πρέπει να καταπολεμηθεί, να καεί, να εξαφανισθεί.

Δεν είναι μνήμα της ψυχής, όπως έλεγε ο Πλάτωνας, αλλά είναι προορισμένο να αναστηθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, να μεταμορφωθεί και να συμμετάσχει στη δόξα της Βασιλείας των Ουρανών, όταν έλθει “ο καινός ουρανός και η καινή γη (Αποκ. κα’ 1).

Στην Εκκλησία μας το σώμα μετέχει στην “κοινήν εν Χριστώ ζωή”. Μετέχει στη μυστηριακή και αγιαστική ζωή της Εκκλησίας.

Με το βάπτισμα βαπτίζεται στ’ αγιασμένα νερά της κολυμβήθρας. Δέχεται και το σώμα την καθαρτική και λυτρωτική Θεία Χάρη. Ενδύεται τον Χριστό. Χρίεται δια του αγίου Μύρου. Το άγιο Πνεύμα εναποθέτει επάνω μας την ανεξίτηλη σφραγίδα του.

Στο γάμο ευλογείται και αγιάζεται η ψυχοσωματική ένωση δύο ανθρώπων προς ολοκλήρωση του ανθρώπου και διαιώνιση του ανθρώπινου γένους.

Δια του μυστηρίου του ευχελαίου προσφέρεται, όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, η θεραπεία από σωματικών και ψυχικών ασθενειών.

Δια δε της θείας Κοινωνίας ο άνθρωπος δέχεται εντός αυτού το σώμα και το αίμα του Θεανθρώπου Ιησού. Γίνεται οικεία του απείρου Θεού. Γίνεται “Χριστοφόρος και Θεοφόρος, σύσσωμος και σύναιμος” του Δεσπότου Χριστού. Η θεία Κοινωνία αγιάζει όλα τα μέλη, τα όργανα και τις αισθήσεις του σώματος. Ετσι το σώμα καθαίρεται, αγνίζεται, φωτίζεται, αγιάζεται, θεώνεται. Μετέχει στο πνευματικό πανηγύρι της ψυχής. Ποτίζεται από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ετσι ο άνθρωπος αποκτά “νουν Χριστού” (Α’ Κορ. β’ 16), αποκτά πνεύμα Χριστού, οφθαλμούς Χριστού, “σπλάγχνα οικτιρμών”.

Ετσι βλέπει, ακούει, ομιλεί, σκέπτεται, αισθάνεται, εργάζεται, αγαπά, σπλαγχνίζεται, όπως ο Χριστός. Ετσι κατανοούμε τον λόγο του Αποστόλου Παύλου. “Είτε ουν εσθίεται, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε” (Α’ Κορ. ι’ 31).

Αφού το σώμα του ανθρώπου τυχαίνει τέτοιας αντιμετώπισης μέσα στην Εκκλησία, η απόδοση τιμής στα λείψανα, ιδιαίτερα των αγίων, είναι απόλυτα σύμφωνη με το πνεύμα και το γράμμα του Ευαγγελίου.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς πιστεύει: “Προσκυνούμε τα ιερά λείψανα επειδή δεν αφαιρέθηκε απ’ αυτά η αγιαστική δύναμη, όπως δεν αποχωρίστηκε και η θεότητα από το Δεσποτικό Σώμα του Κυρίου, κατά τον τριήμερον θάνατό του”. Και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: “Οταν έλθει το τέλος και χωρίσει η ψυχή από το κορμί, τότε πλέον η χάρη του Αγίου Πνεύματος οικειοποιείται και αγιάζει καθολικά όλο το κορμί, αυτής της ψυχής και γι’ αυτό οστά γυμνά και λείψανα των αγίων εκβλύζουν ιάματα και θεραπεύουν κάθε ασθένεια”.

Και ο άγιος Δαμασκηνός σημειώνει ότι οι άγιοι είναι “ευωδία Χριστού” (β’ Κορ. β’ 15), απόδειξη της συνεχιζόμενης παρουσίας της χάριτος του αγ. Πνεύματος, που τους περιέβαλλε στην επίγεια ζωή τους. Για τον ίδιο λόγο τα άγια λείψανα είναι θαυματουργά “αναβλύζοντα ιάματα τοις προστρέχουσιν αυτοίς εν πίστει”.

Το ίδιο ισχύει και πολύ περισσότερο μάλιστα για τα αύφθαρτα λείψανα των αγίων, όπως του αγίου Σπυρίδωνος και της αγίας Θεοδώρας της Βασίλισσας στην Κέρκυρα, του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου στην Εύβοια, του αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη και άλλων αγίων.

Στις 15 Μαϊου 1966, στην πλατεία του Λιμεναρχείου της πόλεώς μας, έγινε η τελετή της αποδόσεως της Τιμίας Κάρας του αγίου Αποστόλου Τίτου από τον καθολικό επίσκοπο Ιωσήφ Ολιβόττι στον Μητροπολίτη τότε της Κρήτης Ευγένιο.

Η Τιμία Κάρα, τοποθετημένη σε αργυρή λειψανοθήκη, που είχε κατασκευαστεί με προσφορές των πιστών, μεταφέρθηκε από τον Μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο με μια μεγαλειώδη πομπή δια της 25ης Αυγούστου στον Ιερό Ναό του Αγίου Τίτου και τοποθετήθηκε σε ξυλόγλυπτο κουβούκλιο. Η Τιμία Κάρα παραμένει έκτοτε στο ναό του Αγίου Τίτου ως ένα από τα ιερότερα κειμήλια της Εκκλησίας Κρήτης.

Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια που το ιερό λείψανο του πρώτου Επισκόπου της Κρήτης είναι και πάλι στην Εκκλησία που ίδρυσε και οργάνωσε ο Αγιος Τίτος και αποτελεί πηγή χάριτος και αγιασμού για τον ορθόδοξο λαό μας.

Τιμούμε τα λείψανα των αγίων μας, και είναι μεγάλη ευλογία για μας, που αποτελούμε μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας του Χριστού. Τα περιφρουρούμε και είμαστε υπερήφανοι και καυχώμαστε εν Κυρίω ως ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ομως τα ιερά λείψανα είναι καρπός της πανάρχαιας παράδοσής μας να ενταφιάζουμε τους νεκρούς μας, ακολουθούντες το παράδειγμα του Κυρίου μας.

Σεβόμαστε τους κεκοιμημένους αδελφούς μας, τους ενταφιάζουμε και αναμένουμε την κοινή των πάντων ανάσταση. Αυτό άλλωστε ομολογούμε και στο Σύμβολο της Πίστεώς μας.

Στο σημείο αυτό, ως Ελληνας και ως μέλος της Εκκλησίας, αισθάνομαι χρέος αλλά και πλήρη ικανοποίηση να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τη συμπολίτισσά μας κα Ρένα Μπαντουβά - Μελά για όσα κατέγραψε στο επίκαιρο δημοσίευμά της στην εφημερίδα “ΠΑΤΡΙΣ” της 24 Φεβρουαρίου για την καύση των νεκρών.