Του Γιάννη Παπαδάκη*

Τα εισαγωγικά στον τίτλο διευκολύνουν την εξέταση που θα αποπειραθούμε να κάνουμε εδώ. Οι ερμηνείες και οι βαθύτεροι λόγοι νια όσα διαδραματίστηκαν τις τελευταίες ημέρες ως προς τον χρονισμό, την αναγκαιότητα, την συνολική χρησιμότητά τους αλλά και το κόστος, τόσο στο άμεσο παρόν αλλά και σε βάθος χρόνου, αποτελούν πλέον υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε ορισμένες λογικές «ασυνέπειες» και «ασυμμετρίες» οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον ακριβώς διότι μπορούν -αν τις εκμεταλλευτούμε σωστά- να ισχυροποιήσουν όχι μόνο τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας αλλά ίσως και την ικανότητά της να διαδραματίσει ένα κεντρικό ιστορικό ρόλο στην Ευρώπη, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο στις παρούσες συνθήκες.

Καταρχήν θα πρέπει να κάνουμε κάποιες βασικές υποθέσεις εργασίας ώστε να δημιουργήσουμε ένα κατάλληλο πλαίσιο αλληλοκατανόησης. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς να αναφέρουμε πρόσφατα γεγονότα, οπότε αναγκαστικά υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας. Ας το έχει αυτό υπόφη του ο αναγνώστης.

Η μεγάλη δυσκολία που έχει στα χέρια του αυτή τη στιγμή ο κ. Τσίπρας είναι να πείσει τους Ευρωπαίους ότι το συντριπτικό ΟΧΙ του ελληνικού λαού (με όλες του τις ιδιαιτερότητες) στην ουσία είναι ένα συντριπτικό ΝΑΙ: ναι στην Ευρώπη, ναι στο ευρώ, ναι σε μια συμφωνία, ναι σε νέα μέτρα, ναι σε νέο δάνειο. Παράλληλα, όταν οι Ευρωπαίοι τον ρωτήσουν γιατί διακήρυξε ότι το ΝΑΙ σήμαινε αυτόματα και ΝΑΙ στην εθνική υποτέλεια, τις δοτές κυβερνήσεις και την παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας, θα διασκεδάσει τις εντυπώσεις και σωστά θα το πράξει. Άλλωστε στο πεδίο της πολιτικής υπάρχει η έννοια της «ποιητικής άδειας» ακόμα περισσότερο από ό,τι συμβαίνει στους χώρους της λογοτεχνίας και της ποίησης. Αρκεί κανείς να μην κάνει μοιραία λάθη που κοστίζουν στους άλλους (ιδιαίτερα στους ισχυρότερους) «πολιτικές ζωές».

Υπάρχουν δυστυχώς πολλές λογικές «ασυνέπειες» τις οποίες ο κ. Τσίπρας πρέπει έντεχνα να μετατρέψει σε θετικά σημεία για την Ελλάδα για να μη γίνουν επιχειρήματα για όλους εκείνους που ερμηνεύουν τη βούληση των Ελλήνων ως ένα ακόμη αποδεικτικό στοιχείο για να δείξει η Ευρωζώνη την έξοδο στην Ελλάδα, να προχωρήσει σε μια στενότερη νομισματική ενοποίηση, ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα βολικότατο τετελεσμένο ως προς την τραγική μοίρα όσων παίζουν με τους κοινούς κανόνες, όπως τους αντιλαμβάνονται οι 18 εταίροι.

Αναμενόμενα λοιπόν όλα αυτά, δύσκολα διαχειρίσιμα αλλά όχι ακατόρθωτα για κάποιον πολιτικό με οξύ αισθητήριο που πείθει ότι θα παραμείνει στο πολιτικό παιγνίδι για αρκετό χρόνο. Το σημείο-πρόκληση όμως έγκειται στο γεγονός ότι έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα ο κ. Τσίπρας δεν έχει απέναντι του ούτε το μεγάλο κεφάλαιο, ούτε κάποιες μεγάλες ιδιωτικές διεθνείς τράπεζες ή ούτε κάποια οργανωμένα «εθνοβόρα» hedge funds. Απέναντι του έχει 18 δημοκρατίες με τα κοινοβούλιά τους, τις αντιπολιτεύσεις τους, τους ψηφοφόρους τους και τις προτεραιότητές τους ως προς την οικονομία και τις εθνικές τους επιλογές. Δεν υπάρχουν μη δημοκρατικοί «εχθροί».

Με φόντο αυτό το πολιτικό σκηνικό, οι δύο φράσεις-κλειδιά του κ. Τσίπρα, ότι «η δημοκρατία λυτρώνει» και ότι «η Ευρώπη προχωράει με συμβιβασμούς» πρέπει να ελπίζουμε ότι θα λειτουργήσεουν ασύμμετρα για να μη ζημιωθεί ανεπίστρεπτα η Ελλάδα.

Διότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να υπαινιχθεί ο κ. Τσίπρας ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα είναι «κάτι παραπάνω» από ίση με τις υπόλοιπες 18, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ισχυρότερων, αυτών της Γερμανίας και της Γαλλίας. Όπως άλλωστε είπε και ο ίδιος, η μεγαλύτερη κατάχτηση της Ευρώπης είναι ότι μεγάλοι και μικροί έχουν ίδια φωνή στην Ευρώπη.

Εδώ τίθεται το θέμα: για ποιο λόγο να ξοδέψει πολιτικό κεφάλαιο η κ. Μέρκελ ή ο κ. Ολάντ για να πείσουν τους άλλους 16 εταίρους να πάνε στα κοινοβούλιά τους και να ξοδέψουν και εκείνοι πολιτικό κεφάλαιο ώστε η Ελλάδα να κάνει αυτά που εξ αρχής είχαν προτείνει και δεν δέχτηκε;

Αν υποθέσουμε ότι οι όροι της νέας συμφωνίας είναι πολύ ευμενέστεροι από πριν, το παραπάνω σενάριο γίνεται ανέφικτο. Αν η Ελλάδα κερδίσει πολύ καλύτερη συμφωνία (πχ. μια μεγάλη μείωση χρέους + περίοδο χάριτος με καθυστέρηση αποπληρωμής των δόσεων + αναπτυξιακό πακέτο) τότε ποιος σταματάει τους υπόλοιπους εταίρους (στο παρόν και το μέλλον) να διαμαρτυρηθούν για άνιση μεταχείριση και ιστορικό προηγούμενο; Τίθεται εδώ το λεγόμενο moral hazard (ηθικός κίνδυνος) και κανένα δημοψήφισμα δεν το ξορκίζει. Κανείς στην Ευρώπη δεν θα τολμήσει να παίξει με τον ασκό του Αιόλου για χάρη της Ελλάδας.

Ας υποθέσουμε τέλος ότι η λύση θα κρύβει δυσάρεστες εκπλήξεις και ότι θα είναι επίπονη για όλους, δεν αποκλείεται να μπούμε στην περιοχή της Πύρρειας νίκης και να αποτελέσουν τα παραπάνω «όρους-γλυκαντικό» έτσι ώστε να ξεφορτωθεί «χωρίς δράματα» η Ευρωζώνη την Ελλάδα, προσωρινά ή μόνιμα. Οι δικηγόροι διαζυγίων ανά την υφήλιο ξέρουν καλά από ανάλογους συμβιβασμούς και αποτελεσματική διαχείριση οικογενειακών δραμάτων. Αν απλώς αναζητείται μια φόρμουλα για το ευρωπαϊκό ανάλογο αυτού του παραδείγματος, αυτή μπορεί κάλλιστα να βρεθεί. Η νέα διαπραγματευτική ομάδα μπορεί να βρεθεί μπροστά σε ασύλληπτα διλήμματα, τα οποία δεν θα έχει καν την πολυτέλεια χρόνου να φέρει σε νέο δημοψήφισμα.

Εξάλλου, με μεγάλη λογική συνέπεια, η κ. Μέρκελ μπορεί να πει απλά στον κ. Τσίπρα: σεβόμαστε την ψήφο του Ελληνικού λαού (το λέει ήδη) αλλά εξίσου σεβόμαστε και τις 18 άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Αν βρείτε 10 εταίρους να σας υποστηρίξουν θα το σκεφτώ και ίσως να σας υποστηρίξω και εγώ... Ούτε αντιδημοκρατική θα είναι η στάση της ούτε θα έχει λογικές ασυνέπειες. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ηγέτες. Ας λειτουργήσουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατικές διαδικασίες...

Εδώ έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά με τον τρόπο με τον οποίο μια δημοκρατία αντιμετωπίζεται από τις άλλες 18. Πρόκειται στην ουσία για μια «ευρωπαϊκή άλγεβρα δημοκρατιών», κάτι το οποίο πρέπει να κάνει κάθε Έλληνα περήφανο κι ας εμπεριέχει θανάσιμα ρίσκα για την Ελλάδα.

Η δημοκρατία σίγουρα λυτρώνει -ποιος το αρνείται αυτό;- το ζήτημα που μένει ανοιχτό είναι να δούμε ποιους ακριβώς θα λυτρώσει και γιατί. Διότι το να λυτρωθούν όλοι είναι μεν θεωρητικά δυνατό αλλά εξαιρετικά δύσκολο.

Είναι όμως πολιτικά εφικτό και, αν ναι, με ποιον τρόπο; θα αποπειραθούμε να δώσουμε μια απάντηση παρακάτω αφού πρώτα επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη (αλλά ζητήσουμε και την κατανόησή του) διότι εισερχόμαστε σε «χαοτικές περιοχές», εκτός Αριστοτέλειας λογικής και αξιωματικών κανόνων.

Συγχρόνως με την προσπάθεια εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής συμφωνίας για την Ελλάδα, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προσχωρήσει ενεργά και σε μια διαφορετική ερμηνεία του συντριπτικού χτεσινού ΟΧΙ. Κανένας στην Ευρώπη δεν θα αμφιβάλλει με μια ερμηνεία που θέλει το ΟΧΙ να είναι μια βροντερή κραυγή των νέων για ευκαιρία και αξιοπρέπεια στην εργασία. Άλλωστε οι αριθμοί και τα δεδομένα σχετικά με την ανεργία των νέων στον ευρωπαϊκό Νότο μιλούν από μόνα τους εδώ και χρόνια.

Έτσι, το χτεσινό ΟΧΙ γίνεται η αιχμή του δόρατος, η Ελλάδα ο φυσικός γεωγραφικός φορέας του αλλά και ο ευρωπαϊκός προάγγελος ενός προβλήματος που είναι ταυτόχρονα οξύ, κρίσιμο, επείγον και πανευρωπαϊκό αλλά και «πολιτικά ορθό». Είναι μια αποτελεσματική ερμηνεία του αποτελέσματος της Κυριακής η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια «δημιουργική» στρατηγική ευρωπαϊκού απεγκλωβισμού.

Στη βάση αυτή ίσως ο κ. Τσίπρας κατορθώσει να «κερδίσει» πιο γρήγορα κάποιους από τους Ευρωπαίους εταίρους, ιδιαίτερα στο Νότο, και να αποκτήσει «πάτημα» σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πλατφόρμα της οποίας είναι και ο φυσικός ηγέτης στην παρούσα συγκυρία. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι αυτό αποτελεί ακριβώς εκείνο που χρειάζεται τώρα η Ευρώπη και που δυστυχώς οι κοντόφθαλμες και αρτηριοσκληρωτικές ηγεσίες της δεν έχουν τολμήσει να πράξουν έξι χρόνια τώρα. Συγκεκριμένα, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να τα «δώσει κυριολεκτικά όλα» σε μια παράλληλη ευρωπαϊκή μάχη με δύο κυρίως μέτωπα:

Μέτωπο 1ο: μαζικό πακέτο υποστήριξης και χρηματοδότησης που να στοχεύσει στη αποτελεσματική μείωση της ανεργίας των νέων σε όλο τον ευρωπαϊκό νότο, και

Μέτωπο 2ο: να αρχίσει η Ευρώπη να στηρίζει ουσιαστικές προσπάθειες έτσι ώστε να υπάρξει ένας αποτελεσματικός «τρίτος πυλώνας» στις εθνικές οικονομίες που να αντισταθμίζει το κράτος και τον ιδιωτικό τομέα. Αναφέρομαι στον πυλώνα της «μη κερδοσκοπικής οικονομίας», στον οποίο μπορεί να βρει διέξοδο τόσο το μεγάλο και αναποτελεσματικό κράτος (χωρίς ξεπούλημα των «ασημικών») όσο και να ισορροπήσει το όλο σύστημα σε ένα πιο υγιές σημείο λειτουργίας από το συμβατικό και συχνά αποτυχημένο δίπολο κρατικού-ιδιωτικού τομέα.

Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε στο δεύτερο σημείο εδώ. Απλά θα σημειώσουμε ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου ο τρίτος πυλώνας υπερισχύει και ως προς το μέγεθος αλλά και ως προς την καινοτομία ως προς τους άλλους δύο (κράτος, ιδιωτικός τομέας). Θα αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά δύο από αυτά και ίσως επανέλθουμε εκτενέστερα σε μελλοντικό άρθρο.

Παράδειγμα πρώτο: Στην Βόρεια Καρολίνα σήμερα, ο μεγαλύτερος εργοδότης είναι το σύστημα νοσοκομείων Carolinas Healthcare System (διαδίκτυο carolinashealthcare.org) το οποίο άρχισε από ένα τοπικό νοσοκομείο (community hopistal) το 1940 και με βάση τα επίσημα στοιχεία του 2014 έχει 60000 εργαζόμενους και 7500 κρεβάτια σε 900 υπερσύγχρονες νοσοκομειακές εγκαταστάσεις και κέντρα υγείας, με κύκλο εργασιών περίπου 8 δισ. δολάρια, προσφέροντας υπηρεσίες σε 11 εκατομμύρια κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός με ανεξάρτητο διοικητικό συμβούλιο (χωρίς την συμμετοχή της ομοσπονδιακής, πολιτειακής ή τοπικής κυβέρνησης) και μάλιστα είναι ο 7ος μεγαλύτερος οργανισμός τέτοιου τύπου στις ΗΠΑ.

Παράδεινιια δεύτερο: Υπάρχει μια σχετικά νέα κατηγορία δημόσιων σχολείων (charter schools) που το Αμερικανικό κράτος τους επιτρέπει να δημιουργήσουν τα δικά τους προγράμματα και να έχουν ίδια ευθύνη της όλης λειτουργίας τους, εφόσον τηρούν επιτυχώς κάποιους λειτουργικούς και εκπαιδευτικούς κανόνες. Τα σχολεία κατευθύνονται από τοπικά διοικητικά συμβούλια (χωρίς κρατικούς εκπροσώπους) και η εμπειρία δείχνει ότι το συλλογικό αυτό «στοίχημα» έχει σαφώς κερδηθεί. Απλά αναφέρω ότι υπό αυτό το καινοτόμο λειτουργικό σχήμα λειτουργούν δύο πολύ επιτυχημένα και μοναδικά ως προς της αποστολή τους -για την ελληνοκεντρική παιδεία στις ΗΠΑ- δημόσια σχολεία (επίσης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα αλλά όχι κρατικά με τη στενή έννοια): η Ακαδημία Σωκράτη (Socrates Academy) στην πόλη της Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας και η Αρχιμήδειος Σχολή (Archimedean School) στο Μαϊάμι της Φλόριδα. Εύκολα μπορεί να πληροφορηθεί ο κάθε ενδιαφερόμενος περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα δύο αυτά πολύ καλά και σημαντικά σχολεία μέσω του διαδικτύου.

Ο πρωθυπουργός έχει μια μοναδική ευκαιρία να διαπιστώσει αν και κατά πόσον υπάρχει αρκετή «εγκλωβισμένη ενέργεια» στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς και πολιτικούς σχηματισμούς ώστε όχι μόνο να την απελευθερώσει αλλά ταυτόχρονα να δώσει στην Ευρώπη την διέξοδο που χρειάζεται χωρίς να περιμένει να το συνειδητοποιήσουν καλύτερα οι ηγέτες της. Ίσως έτσι πραγματικά να προλάβει ένα νέο σκοτεινό ευρωπαϊκό μεσαίωνα που είναι ήδη στον ορίζοντα κυρίως λόγω της επιταχυνόμενης παγκοσμιοποίησης, της επέλασης του καταναλωτισμού (χρήσης) και του κέρδους (ατομικότητας) ως υπέρτατων αξιών.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο ιστορικός ρόλος της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη και ευρύτερα στη Δύση δεν είναι άλλος από αυτόν: να «δείχνει» δηλαδή στην Ευρώπη το μέλλον ακόμα και όταν εκείνη δεν τολμά ή δεν είναι έτοιμη να το υιοθετήσει.

Μένει να δούμε αν ο κ. Τσίπρας αποδειχθεί ένας νέος Προμηθέας με ευρωπαϊκές προοπτικές ή όχι.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλ/γος μηχανικός (ΡhD) και εργάζεται στις ΗΠΑ.