Του Γιάννη Παπαδάκη*

Κατά την επιστήμη της Φυσικής, κβάντα θεωρούνται οι μικρότερες δυνατές ποσότητες ενός μετρήσιμου φυσικού μεγέθους. Για να το πούμε διαφορετικά, η κάθοδος από το μικρό στο ελάχιστο είναι κλιμακωτή και μάλιστα με μίνιμουμ προδιαγραφές στα «σκαλοπάτια». Γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι το φωτόνιο αποτελεί το μικρότερο πακέτο ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας στο μέχρι τώρα γνωστό σύμπαν. Η ενεργειακή κλίμακα φτάνει μέχρι το φωτόνιο, δε νοείται δηλαδή ηλεκτρομαγνητική ενέργεια ίση με μισό ή εν τρίτο του φωτονίου.
Κατά την επιστήμη, η φύση έχει προαποφασίσει ποια είναι αυτά τα κβάντα και με βάση αυτές τις παραμέτρους λειτουργεί και εξελίσσεται το σύμπαν. Η κβαντική φύση του σύμπαντος επαληθεύεται καθημερινά μέσα από μετρήσεις και παρατηρήσεις που διατρέχουν όλο το εύρος της χωροχρονικής κλίμακας.
Όταν μια ιδέα, ένα σύστημα ιδεών ή μια θεωρία ερμηνεύει ορισμένα φυσικά φαινόμενα με επιτυχία, δημιουργεί ταυτόχρονα μια πρόκληση σε επιστήμονες και φιλοσόφους: άραγε μήπως μπορούμε να την εφαρμόσουμε εξίσου επιτυχώς και σε άλλα πεδία; Εδώ βέβαια αρχίζει ένα «παιχνίδι» που μερικές φορές καταλήγει σε διαφωνίες, επιστημονικές αντιμαχίες, ακόμα και βαθιές συγχύσεις.
Με γνώση όλων των παραπάνω, ας εξετάσουμε αν η τόσο επιτυχής ιδέα του «διακριτού ελάχιστου», δηλαδή του κβάντουμ, θα μπορούσε να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε φαινόμενα πέρα από εκείνα με τα οποία καταπιάνεται η επιστήμη της Φυσικής. Η ωφέλεια που μπορεί να προκύψει από ένα τέτοιο προβληματισμό προηγείται των όποιων απαντήσεων, με την έννοια ότι μας ανοίγει νέες δυνατότητες, νέους τρόπους για να εκφράσουμε αυτές καθαυτές τις ερωτήσεις.
Είχαμε γράψει σε προηγούμενο άρθρο (Ελληνότροπος Σύνθεση Νοήματος) ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού τρόπου σκέψης είναι η έμφαση στην επιλογή της ερώτησης πριν καν μπούμε στο κυνήγι των απαντήσεων. Λογικό να ξεκινήσουμε λοιπόν με μια διερεύνηση του γενικότερου «τόπου» της ερώτησης.
Έχει άραγε έννοια να υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα κβάντουμ αλήθειας; Ένα κβάντουμ εμπιστοσύνης; Για να το θέσουμε διαφορετικά, έχει νόημα να υποθέσουμε ότι για να οικοδομήσουμε στοιχειώδες νόημα ανθρώπινης ζωής (όπως και αν το αντιλαμβανόμαστε) απαιτείται ένα μίνιμουμ πχ. αλήθειας ή εμπιστοσύνης; Αν ναι, κατά πόσο είναι ανιχνεύσιμο; Υπάρχει άραγε κάποιος δοκιμαστικός τρόπος, ένα «τεστ», για να δούμε αν και κατά πόσο μια κοινωνία, μια ομάδα ανθρώπων ή ένα άτομο υπερβαίνει ή υστερεί από αυτό το διακριτό ελάχιστο;
Με το παραπάνω σκεπτικό, επιστρέφουμε νομίζω αβίαστα σε μια από τις τρεις θεμελιώδεις αρχές τις ελληνότροπης σκέψης: την έννοια του μέτρου. Το κβάντουμ απλώς παριστάνει μια συγκεκριμένη εκδοχή ύπαρξης ενός συγκεκριμένου ελάχιστου μέτρου.
Το μέτρο καθορίζεται από ορισμένα περιθώρια μέσα στα οποία κινείται μια ιδέα ή ένα μέγεθος. Λέμε ότι κάτι «κυμαίνεται εντός των ορίων». Αν το ένα ή και τα δύο όρια δεν υπάρχουν τότε υπάρχει απουσία μέτρου, δημιουργείται δηλαδή μια κατάσταση άμετρη και γι αυτό ά-πειρη, έξω δηλαδή από το πεδίο της εμπειρίας.
Στα μεν φυσικά μεγέθη, τα κβάντα υποδηλώνουν ότι υπάρχει ελάχιστο όριο στο μέτρο ενώ για το μέγιστο όριο συνήθως στηριζόμαστε στο ότι η ενέργεια στο Σύμπαν είναι πεπερασμένη και όχι άπειρη. Στην περίπτωση των ιδεών όμως τα πράγματα δυσκολεύουν. Πώς φανταζόμαστε μια κατάσταση στην οποία η αλήθεια μεγιστοποιείται; Τι είδους νόημα συνοδεύει μια πραγματικότητα απεριόριστης αλήθειας;
Αν προσπαθήσουμε να πάμε με τη Λογική για να βρούμε λύση, τα πράγματα παίρνουν μια ενδιαφέρουσα στροφή. Αν τολμήσουμε να υποθέσουμε ότι κάθε τι αντιληπτό κινείται εντός κάποιων δεδομένων περιθωρίων, η υπόθεσή μας αυτή δρα αυτοπεριοριστικά μια και εξ ορισμού είναι εφαρμόσιμη και στον εαυτό της, δηλαδή στην υπόθεσή μας αυτή καθεαυτή. Το παραπάνω δεν είναι σοφιστικό εγχείρημα ούτε έξυπνο λογοπαίγνιο αλλά δείχνει ότι η Λογική έχει όρια. Η ίδια η Λογική επιστήμη άλλωστε το έχει αποδείξει αυτό. Υπάρχει δηλαδή μέτρο και στο μέτρο. Αναφέρομαι στην επιστημονική δουλειά του μεγάλου Γερμανού μαθηματικού Κούρτ Γκαίντελ (Kurt Godel, 1906-1978) συνεργάτη και συναδέλφου του Αλβέρτου Αϊνστάιν (Albert Einstein, 1879-1955) στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον (Princeton) των ΗΠΑ ο οποίος απέδειξε ότι υπάρχουν λογικές προτάσεις οι οποίες διαφεύγουν αποδειξιμότητας όσο κι αν προσθέτουμε αξιώματα (νέους κανόνες) σε κάποιο λογικά οργανωμένο σύστημα.
Η ίδια η Λογική λοιπόν μας επιβάλλει ότι υπάρχει τουλάχιστον μια αντιληπτή έννοια η οποία δεν γνωρίζει μέτρο, δεν κινείται δηλαδή εντός περιθωρίων. Αν και προβλέπει την ύπαρξή της δεν την καθορίζει -αυτό εναπόκειται σε εμάς. Η παραπάνω λογική αναγκαιότητα μας καλεί να καθορίσουμε τουλάχιστον ένα πεδίο στην αντίληψή μας ως ά-μετρο (άρα και ά-πειρο, εκτός εμπειρίας), έχει δε σημαντικές συνέπειες στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και ως εκ τούτου αξίζει να μας απασχολήσει σε ένα μελλοντικό άρθρο.
Εδώ ας κρατήσουμε μόνο το συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να απαιτήσουμε τα πάντα να έχουν μέτρο διότι κάτι τέτοιο δρα αυτοπεριοριστικά.
Ας δούμε τι συμβαίνει στην περίπτωση της αλήθειας. Αν υποθέσουμε ότι η αλήθεια δεν είναι άμετρη, τότε είτε υπάρχει λιγότερη αλήθεια από την ελάχιστη δυνατή για την δημιουργία στοιχειώδους νοήματος, είτε υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από εκείνη που επιτρέπει σύνθεση νοήματος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: απουσία αντιληπτού νοήματος. Για διαφορετικούς λόγους σε κάθε περίπτωση, αλλά με το αυτό αποτέλεσμα.
Ανάλογα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και για την έννοια της εμπιστοσύνης. Ας το δούμε αυτό και με κάποια παραδείγματα. Αν πάω σε ένα εστιατόριο και παραγγείλω κάτι, το τρώω έχοντας εμπιστοσύνη ότι δεν θα δηλητηριαστώ. Το ίδιο όταν περνάω με πράσινο, εμπιστεύομαι τον οδηγό του σταματημένου αυτοκινήτου ότι δεν θα κινηθεί ξαφνικά προς τα μένα αλλά θα παραμείνει ακίνητο μέχρι να περάσω απέναντι. Μπορεί άραγε να υπάρξει σχέση κοινωνίας αν δεν υπάρχει η παραμικρή εμπιστοσύνη μεταξύ ανθρώπων;
Μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία με αξιώσεις για έναν τρόπο πολιτισμού που παράγει νόημα ενώ έχει χαθεί κάθε έννοια αλήθειας ή εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της; Η ίδια ερώτηση ισχύει και για το άλλο άκρο: τι πολιτισμό μπορεί να παράγει μια κοινωνία στην οποία υπάρχει υπέρμετρη αλήθεια και εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της;
Ως προς το πρώτο ερώτημα, δηλαδή της έλλειψης αλήθειας και εμπιστοσύνης, ας αναρωτηθούμε αν και κατά πόσο μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Προφανώς δεν πρόκειται να κηρυχθούν ξαφνικά εκτός νόμου η αλήθεια και η εμπιστοσύνη. Το πιο πιθανό όμως είναι να μειώνονται τμηματικά και συστηματικά.
Κάθε φορά που κάποιος προδίδει μιαν αλήθεια την οποία κατέχει ή την εμπιστοσύνη την οποία απολαμβάνει, τότε συνήθως λαμβάνονται λογικές αποφάσεις για να αποτραπούν ανάλογα περιστατικά στο μέλλον. Αν και αυτές οι αποφάσεις δεν οδηγούν αναγκαστικά σε μείωση αλήθειας ή εμπιστοσύνης ως μεγέθη, δημιουργούνται οι συνθήκες για την έκλειψη των αρχικών τους μορφών. Αντί να προσπαθεί κανείς να πείσει ότι είναι ο εαυτός του και όχι κάποιος άλλος, η ταυτότητά του λύνει το πρόβλημα. Αν χρειάζεται και δεύτερος τρόπος ταυτοποίησης, τότε τα δακτυλικά αποτυπώματα προσφέρονται ως λύση. Αν πρέπει να υπάρξει και τρίτος, η τεχνολογία αναγνώρισης της ίριδας του ματιού αποτελεί καλά δοκιμασμένη τεχνολογική απάντηση. Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια (ταυτοποίηση) παρέχεται και μάλιστα με επίπεδα αυξανόμενης, αλλά και αυξημένα διαμεσολαβημένης (όχι προσωπικής) εμπιστοσύνης. Η ανάγκη όμως για άμεση, αδιαμεσολάβητη, “προσωπικής υφής” εμπιστοσύνη εκλείπει, με αποτέλεσμα να ατροφεί μαζί της και η όποια ικανότητα (τρόπος πολιτισμού σχέσεων) έχει ήδη αναπτυχθεί για την ικανοποίησή της.
Αν το δούμε αυτό συστημικά, το αποτέλεσμα της τμηματικής απώλειας σχέσεων εμπιστοσύνης, σε μια περίοδο ας πούμε δεκαετιών, οδηγεί μια κοινωνία αργά αλλά σταθερά σε ένα όλο και πιο διαμεσολαβημένο παρόν. Η φυσική (προσωπική) βεβαιότητα ότι εγώ είμαι εγώ και ότι εσύ είσαι εσύ δεν επαρκεί πια για να γίνουν οι απαραίτητες ανταλλαγές μηνυμάτων ή πληροφοριών, συναλλαγές, αγοραπωλησίες, επίσημες εγγραφές κλπ. Αν δεν έχω διαβατήριο δεν μπορώ να ταξιδέψω. Αν δεν έχω ταυτότητα δεν μπορώ να πάρω τα χρήματά μου από την τράπεζα. Αν είμαι πιλότος δεν μπορώ να μπω στο θάλαμο διακυβέρνησης χωρίς να με ταυτοποιήσει κάποιο σύστημα ασφαλείας. Τα συστήματα παρεμβάλλονται ως αναγκαίες συνθήκες για αυτό.
Το βαθύτερο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν η πορεία αυτή στο μέλλον περάσει από το αναγκαίο στο ικανό, αν δηλαδή ολοκληρωθεί και αυτονομηθεί.
Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει εδώ ότι στην ουσία πρόκειται για μια συγκεκριμένη διαχείριση της ελευθερίας. Το σύστημα μεταβαίνει από μια αρχική κατάσταση μεγαλύτερης (λιγότερο δομημένης) ελευθερίας σε μια νέα κατάσταση μικρότερης (περισσότερο δομημένης) ελευθερίας. Η νέα κατάσταση είναι συνήθως πιο αποτελεσματική (πχ. αυτοματοποιημένη) ενώ ταυτόχρονα το αρχικό ρίσκο έχει ελεγχθεί με επιτυχία, έχει γίνει δηλαδή μια βέλτιστη διαχείριση της αρχικής αβεβαιότητας.
Το παραπάνω παράδειγμα δεν είναι μεμονωμένο αλλά αποτελεί ένα κρίκο στην ατέλειωτη αλυσίδα των αλλαγών που συμβαίνουν καθημερινά ως αποτελέσματα λογικών αποφάσεων. Στην ουσία πρόκειται για τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της εντροπίας και της βελτιστοποίησης σε λειτουργία. Η μεν εντροπία αποτρέπει την επιστροφή στην πρότερη κατάσταση η δε βελτιστοποίηση εξασφαλίζει ότι η νέα κατάσταση θα έχει καλύτερη διαχείριση ρίσκου και απόδοση, άρα και πιο ισχυρά δομημένη ελευθερία.
Αν η μετάβαση από την αρχική στη νέα κατάσταση γίνει σωστά, το κέρδος είναι μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα (άρα και υλική ευμάρεια) και υψηλότερη ασφάλεια. Το τίμημα είναι λιγότερη ανάγκη για φυσική εμπιστοσύνη σε συνδυασμό με μια υπαρκτική εμπειρία αυξημένης διαμεσολάβησης συστημάτων.
Μέσα από ανάλογα παραδείγματα, το ανθρώπινο είδος εξελίσσεται αυξάνοντας την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των χρηστικών τρόπων του. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνται και κενά τα οποία αν αγνοηθούν, θα οδηγήσουν τον άνθρωπο του μέλλοντος μαθηματικά σε μια μονοδιάστατη πραγματικότητα στην οποία η διττή φύση του (σώμα-πνεύμα, χρήση-σχέση) θα παραμένει όλο και περισσότερο ελλιπής, όπως ένα ποδήλατο αλλά με το ένα του πετάλι πολύ μικρότερο από τ’ άλλο.
Ο βαθμός που αυτή η πορεία κινδυνεύει να οδηγήσει τον μέσο άνθρωπο σε μια παθητική, ίσως ακόμα και μια εχθρική, στάση απέναντι στη ζωή πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά. Δεδομένου ότι τα αίτια για αυτόν το συστηματικό διαμεσολαβητικό κατατεμαχισμό, όπως είδαμε παραπάνω, είναι μη αναστρέψιμα, θα πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη δημιουργία νέων τρόπων για να οικοδομήσουμε ανθρώπινες σχέσεις αλήθειας και εμπιστοσύνης. Αυτοί οι νέοι τρόποι συμπεριφοράς, επικοινωνίας, ιεράρχησης προτεραιοτήτων, προσφοράς κλπ συνιστούν ανθρώπινο πολιτισμό έξω από τα διαμεσολαβητικά συστήματα και αποτελούν αναγκαίο εξισορροπητικό παράγοντα για να αντλήσουμε, ως ανθρώπινα όντα, ισορροπημένο νόημα ζωής.
Κάποτε η καθημερινότητα εμπεριείχε τη χρήση και τη σχέση σε μια αναλογία η οποία διευκόλυνε την αρμονική ύπαρξη της διττής φύσης του ανθρώπου. Στην εποχή μας απαιτείται συνεχής και συνειδητή προσπάθεια για να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία. Στο σπίτι, στο σχολείο, στην εργασία μας, παντού πρέπει να δημιουργούμε τις κατάλληλες «αναμονές» ώστε να έχουμε μια ουσιαστικότερη σχέση με το συνάνθρωπό μας, τον εαυτό μας αλλά και τον κόσμο γύρω μας. Η ικανότητα αυτή μπορεί μεν να μην οδηγεί σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή βέλτιστη απόδοση, αλλά αν ατροφήσει τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε ό,τι μας διαφοροποιεί από μονοδιάστατους χρήστες-καταναλωτές: την ανθρώπινη υπόστασή μας.
Αυτά τα διακριτά ελάχιστα, το κβάντουμ σχέσης, το κβάντουμ εμπιστοσύνης, αλήθειας, ελευθερίας κλπ, μας αναγάγουν από παράγοντες εξορθολογισμένης αποτελεσματικότητας σε όντα που αναζητούν νόημα ζωής πέρα από τα συνεχώς διευρυνόμενα όρια της χρήσης-κατανάλωσης αλλά και της αυξητικά δομημένης ελευθερίας που την διασφαλίζει. Τα «ανθρωπικά κβάντα» μας διαφοροποιούν από άλλα όντα τα οποία είτε έχουν ως μοναδικό υπαρκτικό άξονά τους την δημιουργία τρόπων μεγαλύτερης χρηστικής αποτελεσματικότητας και υλικής απόδοσης, είτε έχουν προσαρμοσθεί κατάλληλα ώστε να ανταποκρίνονται με ολοένα μεγαλύτερη συνέπεια στις αυξανόμενες απαιτήσεις της συνεχούς διεύρυνσης αυτών των ορίων.
Όσο υπάρχει η απαίτηση να παραμένει στο πεδίο του εφικτού η ανθρωπική υπέρβαση, τόσο τα ανθρωπικά κβάντα θα δοκιμάζονται αλλά δεν θα εκμηδενίζονται. Όσο ένα παιδί μπορεί να ατενίζει αστερισμούς και να ονειρεύεται, το «συν ένα» του Ελύτη, ευτυχώς, θα συνεχίζει να υπάρχει.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός (PhD) και εργάζεται στις ΗΠΑ