Του π. Ηλία Βολονάκη

Την Κυριακή της Ορθοδοξίας η Εκκλησία μας εορτάζει την αναστήλωση των εικόνων με τη σύγκληση της Εβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος αυτή έθεσε τέλος σε μια μεγάλη περιπέτεια της Εκκλησίας που διήρκησε εκατό και πλέον έτη (730-843).

Το κόστος υπήρξε τεράστιο. Εικόνες και εικονόφιλοι διώκονταν ανελέητα. Οι ναοί απογυμνώθηκαν. Κειμήλια ανεκτίμητης αξίας και σημασίας κατακλάσθηκαν. Στα δύσκολα αυτά χρόνια φυγαδεύτηκε και ήρθε στην Κρήτη η Παναγία η Μεσοπαντήτισσα.

Με την απόφαση της Συνόδου επιβεβαιώθηκε η πραγματικότητα της Θείας Σαρκώσεως και συνεπώς της υποστατικής ένωσης του κτιστού με το άκτιστο, γεγονός που ισοδυναμεί με σωτηρία του γένους των βροτών ανθρώπων. Εφ’ όσον ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος, προσέλαβε την πλήρη ανθρωπότητα - πλην αμαρτίας- και κατά συνέπειαν ως πλήρης άνθρωπος μπορεί να εξεικονίζεται με τη μοναδική μορφή που προσέλαβε.

Έτσι κρίθηκε η αλήθεια της πίστεως από την αίρεση, όπως το διατύπωσε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Α’ Ιωαν. δ’ 23).

“Να με ποιο κριτήριο αναγνωρίζεται το πνεύμα του Θεού. Όποιος διακηρύττει πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός που ήρθε και έγινε αληθινός άνθρωπος, αυτός έχει το πνεύμα του Θεού. Όποιος όμως δεν παραδέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε και έγινε αληθινός άνθρωπος δεν έχει το πνεύμα του Θεού”.

Έτσι η εικόνα του Χριστού, όπως και κάθε άλλη εικόνα, βεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την πραγματικότητα της σωτηρίας η οποία δεν είναι ιδέα, αλλά γεγονός που συντελέστηκε στο πρόσωπο του αναστημένου Χριστού και αντανακλάται στη ζωή των Αγίων της Εκκλησίας.

Επομένως η ύπαρξη των εικόνων στην Εκκλησία μας λειτουργεί ως ένα εποπτικό και παιδαγωγικό μέσο της πίστεως μας, ως κριτήριο ζωντανής σχέσεως του πιστού με τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους.

Σύμφωνα με το Συνοδικό της Ορθοδοξίας ο πιστός καλείται να πιστεύει ότι η τιμή της εικόνας δεν πρέπει να αποδίδεται στο ξύλο αυτό καθ’ εαυτό, αλλά η μετάβαση να έχει ως αντικειμενικό σκοπό και στόχο το πρωτότυπο προς το οποίο και μεταβαίνει η τιμητική προσκύνηση.

Σύμφωνα με το Συνοδικό, η λατρεία επιτρέπεται και αποδίδεται στο Θεό, στην εικόνα ο πιστός οφείλει να αποδίδει τιμή και σεβασμό.

Η εικόνα ανέκαθεν (από τα χρόνια των κατακομβών) αποτέλεσε το αντικείμενο της ευσέβειας των ορθοδόξων χριστιανών. Είναι μέσα καθαγιασμού και τρόπος πνευματικής αναστάσεως και μεσολαβήσεως ώστε ο θεατής να μιμείται τις αρετές ή τα κατορθώματα της πίστεως του εικονιζομένου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιώντας τη μακραίωνη πολιτισμική παράδοση του ελληνισμού κατόρθωσε να αναπτύξει το ζωγραφικό-τεχνοτροπικό μέρος των εικονισμάτων, καθιστώντας την εικόνα λειτουργικό γεγονός ως προς όλα τα στοιχεία του. Έτσι τα χρώματα και τα σχήματα, η συμπλοκή και η σύνθεσή τους απέκτησαν σωτηριολογικό λόγο, υποστηρίζοντας την πνευματική προσπάθεια του πιστού.

Με τον τρόπο αυτό η εικόνα συμβάλλει στη δημιουργία του λειτουργικού χώρου και χρόνου.

Οι εικόνες φανερώνουν ό,τι και η Θεία Ευχαριστία την προσδοκία της σωτηρίας μας εν Χριστώ στα έσχατα.

Τέλος γιατί η πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι αφεριωμένη στην Ορθοδοξία; Κατά τον Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης οι πιστοί δεν ζούμε “φιλόυλον και φιλοκτήμονα βίον” αλλά τηρούμεν το πνεύμα της εορτής της Ορθοδοξίας “αληθεύοντας εν αγάπη” όπως παραγγέλλει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος (Εφεσ. δ’ 15). Μάλιστα αγάπη προς τον Θεόν, αγάπη προς τον συνάνθρωπον.[ad]null[/ad]