ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Μία σπουδαία ερμηνεία- πολλές, όχι τόσο σπουδαίες, ιστορίες.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

THE THEORY OF EVERYTHING

Σκην.: Τζέιμς Μαρς

Πρωτ.: Έντι Ρέντμεϊν, Φελίσιτι Τζόουνς, Τομ Πράιορ, Χάρι Λόιντ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο διδακτορικός φοιτητής αστροφυσικής στο Κέμπριτζ, Στίβεν Χόκινγκ, γνωρίζει κι ερωτεύεται τη συμφοιτήτριά του, Τζέιν Γουάιλντ. Ο ενθουσιασμός και οι ακαδημαϊκές προοπτικές τους θ’ ανακοπούν προσωρινά, από τη νόσο του κινητικού νευρώνα την οποία εμφανίζει ξαφνικά ο Στίβεν και παραλύει σταδιακά το σώμα του.

Βιογραφικό δράμα, βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Travelling to infinity: my life with Stephen» που εξέδωσε το 2008 η Τζέιν Γουάιλντ Χόκινγκ, σύζυγος του 73χρονου βρετανού κοσμολόγου Στίβεν Χόκινγκ από το 1965 ως το 1995. Η ταινία κέρδισε δύο Χρυσές Σφαίρες, ανδρικής ερμηνείας σε δράμα για τον 33χρονο Ρέντμεϊν και μουσικής για τον Γιόχαν Γιόχανσον, ενώ είναι επίσης υποψήφια για πέντε Όσκαρ (ταινίας, α’ ανδρικού και γυναικείου ρόλου, διασκευασμένου σεναρίου και μουσικής).

Το φιλμ, όσο καλοφτιαγμένο και όμορφο είναι, νομίζω ανήκει στην ίδια κατηγορία με το «Το παιχνίδι της μίμησης» («The imitation game», Μόρτεν Τίλντουμ). Αφενός και τα δύο είναι βασισμένα σε αληθινές ιστορίες ευφυών επιστημόνων που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες- αφηγήσεις που από μόνες τους αποτελούν ιδανικά παραδείγματα θέλησης κι επιμονής. Αφετέρου, και τα δύο είναι υποψήφια για πολλά Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία για τις ερμηνείες των αρσενικών πρωταγωνιστών τους, οι οποίες είναι μεν εξαιρετικές, αλλά αποτελούν ίσως το μοναδικό θέλγητρο σε κατά τ’ άλλα φροντισμένες όπως είπαμε, αλλά συμβατικές και συχνά άνευρες αφηγήσεις.

Χαρακτηριστικά εδώ, ο Ρέντμεϊν προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία, απ’ αυτές στις οποίες ο ηθοποιός ‘χάνεται’ όπως λέμε σ’ έναν ρόλο που είναι πραγματικό πρόσωπο, η προϋπάρχουσα γνώση μας για το οποίο λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης. Η φωτογραφία του Μπενουά Ντελόμ χαρίζει στην ιστορία τον νοσταλγικό, ρομαντικό κι αισιόδοξο χαρακτήρα της, κι οι υπόλοιπες ερμηνείες συμπληρώνουν επάξια τη μαεστρία του Ρέντμεϊν, αλλά από ‘κει και πέρα η σκηνοθεσία παραμένει διεκπεραιωτική και η πλοκή μοιάζει να ξεμένει από ενέργεια κάμποση ώρα πριν από το τέλος της.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΣΣΑΛΙΑ

LA FRENCH

Σκην.: Σεντρίκ Χιμένεθ

Πρωτ.: Ζαν Ντιζαρντέν, Ζιλ Λελούς, Σελίν Σαλέτ, Μελανί Ντουτέ

Στη Μασσαλία του 1975, ο Πιέρ Μισέλ είναι ο νέος ανακριτής για το οργανωμένο έγκλημα, αποφασισμένος να εξαρθρώσει το κύκλωμα διακίνησης ηρωίνης, του οποίου ηγείται ο εξίσου δυναμικός Γκαετάν Ζαμπά, και η σύγκρουσή τους θα είναι δραματική.

Αστυνομική περιπέτεια, με τίτλο που παραπέμπει στο ίδιου θέματος «Ο άνθρωπος από τη Γαλλία 2» («French Connection II», Τζον Φράνκενχαϊμερ, 1975), όπου ο Τζιν Χάκμαν μεταβαίνει στη Μασσαλία για να εξαρθρώσει το ίδιο κύκλωμα που είχε ξεκινήσει να καταδιώκει μέσα στους δρόμους της Νέας Υόρκης στο «Ο άνθρωπος από τη Γαλλία» («The French Connection», Γουίλιαμ Φρίντκιν, 1971). Εκτός όμως από τη θεματική σύνδεση με τους παραπάνω τίτλους, η ταινία του Χιμένεθ μοιάζει επίσης σαν μια γαλλική εκδοχή του «Ένταση» («Heat», Μάικλ Μαν, 1995), στον τρόπο με τον οποίο αντιπαραθέτει δύο εξίσου αποφασιστικούς χαρακτήρες σε διαφορετικές πλευρές του νόμου, σαν να αντικατοπτρίζονται ο ένας στον άλλο ή σαν διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, ενσαρκωμένοι από δύο εξίσου στιβαρούς, δυναμικούς και αρρενωπούς πρωταγωνιστές, σε μια ιστορία που ζωντανεύει με συναισθηματική βαρύτητα, αληθοφανή ανασύσταση εποχής, σφιχτό ρυθμό και πρόσφορα διακυβεύματα, τα οποία όμως υπηρετούνται από τη σκηνοθεσία χωρίς την αγωνία και την αίσθηση κινδύνου που χαρακτηρίζουν τους παραπάνω αμερικανικούς τίτλους.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΡΝΤΕΚΑΪ

MORTDECAI

Σκην.: Ντέιβιντ Κεπ

Πρωτ.: Τζόνι Ντεπ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Γιούαν Μαγκρέγκορ, Ολίβια Μαν, Πωλ Μπέτανι, Τζεφ Γκόλντμπλουμ

Ο Τσάρλι Μόρντεκαϊ είναι ένας άγγλος αριστοκράτης έμπορος τέχνης, ο οποίος χρειάζεται επειγόντως ρευστό για να καλύψει τα τεράστια χρέη του, κι έτσι αναλαμβάνει την αποστολή που του αναθέτουν οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, να εντοπίσει έναν χαμένο πίνακα του Φρανθίσκο Γκόγια.

Κωμική περιπέτεια, που μεταφέρει στον κινηματογράφο τον ομώνυμο χαρακτήρα, τον οποίο δημιούργησε ο βρετανός συγγραφέας Κίριλ Μπονφιλιόλι, στη λογοτεχνική τριλογία που κυκλοφόρησε από το 1973 ως το 1979.

Ο Ντεπ πάντοτε είχε έφεση σε εκκεντρικούς ρόλους που απαιτούσαν εξεζητημένη εμφανισιακή μεταμόρφωση, υποδυόμενος χαρακτήρες όπως ο Ψαλιδοχέρης, ο Εντ Γουντ και ο Ίκαμποντ Κρέιν. Όμως μετά από την τεράστια επιτυχία που είχε ως Τζακ Σπάροου στο «Οι πειρατές της Καραϊβικής: η κατάρα του Μαύρου Μαργαριταριού» («Pirates of the Caribbean: the curse of the Black Pearl», Γκορ Βερμπίνσκι, 2003) και στις συνέχειές του, οι ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες στη φιλμογραφία του αυξήθηκαν εμφανώς, αριθμώντας έκτοτε τον Γουίλι Γουόνκα, τον Σουίνι Τοντ, τον Τρελοκαπελά, τον Μπάρναμπας Κόλινς, τον Τόντο και τον Λύκο.

Η ταινία δεν αξιοποιεί ούτε τις πολλές ιδέες της, ούτε το ταλαντούχο καστ της, ενώ, παρά τις δυνατότητες που φαίνεται να διαθέτει ως χαρακτήρας, ο Μόρντεκαϊ αποδεικνύεται ένας από τους λιγότερο διασκεδαστικούς στη φιλμογραφία του Ντεπ, μάλλον επειδή είναι γραμμένος με λιγότερη συνέπεια απ’ όση απαιτεί τέτοιου είδους εκζήτηση ώστε να γίνει πειστική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γκαρνταρόμπα του, η οποία δε θυμίζει πραγματικό ξεπεσμένο αριστοκράτη, παρά μάλλον έναν απατεώνα που παριστάνει έναν τέτοιο. Ένα άλλο παράδειγμα, είναι η άφιξή του στις Η.Π.Α., κατά την οποία φαίνεται να έχει ταξιδέψει όχι από μια άλλη χώρα, αλλά από το παρελθόν, αφού μοιάζει να μη διαθέτει αντίληψη του σύγχρονου τρόπου ζωής, όπως συμπεραίνεται από τα μάλλον αναχρονιστικά και συντηρητικά σχόλια και την υπερβολική απορία του για τα ημίγυμνα θηλυκά που περιφέρονται σε αφθονία, στάση που επιπλέον είναι μάλλον αντιφατική με τη δική του υψηλή λίμπιντο και τη γενικότερα άνετη στάση του απέναντι στις γυναίκες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ 2: ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

THE WOMAN IN BLACK 2: ANGEL OF DEATH

Σκην.: Τομ Χάρπερ

Πρωτ.: Φίμπι Φοξ, Έλεν Μακρόρι, Τζέρεμι Έρβαϊν, Όουκλι Πέντεργκαστ

Στη διάρκεια του βομβαρδισμού του Λονδίνου κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δύο δασκάλες φυγαδεύουν μια ομάδα παιδιών σ’ ένα παλιό σπίτι μακριά από την πόλη, στο οποίο μικροί και μεγάλοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με το φάντασμα μιας γυναίκας που προσπαθεί να σκοτώσει τα παιδιά.

Ταινία τρόμου, που αποτελεί συνέχεια του «Η γυναίκα με τα μαύρα» («The woman in black», Τζέιμς Γουότκινς, 2012), με τη σειρά του βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της 73χρονης βρετανίδας Σούζαν Χιλ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1983. Δυστυχώς, αυτή η συνέχεια είναι ακόμη πιο κοινότοπη και προβλέψιμη από την πρώτη ταινία, χωρίς να έχει να προσφέρει κάτι περισσότερο από τα γνωστά κλισέ του είδους (τριξίματα, περιπλανήσεις στα σκοτάδια και απότομα τρομάγματα με το μοντάζ), και με μια πλοκή που αποφασίζει να σταματήσει σε τυχαίο σημείο, απλώς επειδή τελειώνει ο χρόνος της, αφού η Γυναίκα με τα Μαύρα για κάποιο λόγο ικανοποιείται πρόσκαιρα με τον θάνατο του πιλότου Χάρι, αλλά επανεμφανίζεται μέσα από τη φωτογραφία του λίγο αργότερα στο αποκατεστημένο σπίτι της Ιβ και του μικρού Έντουαρντ στο τέλος του φιλμ, μόνο και μόνο για να απειλήσει (;) για μια επόμενη συνέχεια.