Πολλά έχουν ακουστεί για τους σκορπιούς ανά τους αιώνες. Αυτό ακριβώς δείχνει ότι οι σκορπιοί ερέθιζαν τη φαντασία των ανθρώπων της ανατολής και της Μεσογείου. Αν ανατρέξουμε στη μυθολογία όλων των αρχαίων πολιτισμών, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν μύθοι, οι οποίοι αναφέρονται στο σκορπιό ως σύμβολο του κακού και του θανάτου.

Στην ελληνική μυθολογία, ο μεγάλος κυνηγός Ωρίωνας “πήγε στην Κρήτη και περνούσε την ώρα του κυνηγώντας συντροφιά με την Άρτεμη και τη Λητώ. Όπως δεν του ξέφευγε αγρίμι, η γη φοβήθηκε πως αυτός ο κυνηγός μπορούσε να ξεκάνει όλα τα θηρία. Θύμωσε πολύ μαζί του και γι’ αυτό έστειλε ένα μεγάλο σκορπιό, που κέντρισε τον Ωρίωνα στη φτέρνα.

Έτσι ο Ωρίων φαρμακώθηκε και πέθανε. Τότε η Λητώ και η Άρτεμις παρακάλεσαν θερμά το Δία να τιμήσει το παλικάρι, όπως του άξιζε. Γι’ αυτό ο Δίας μεταμόρφωσε τον Ωρίωνα σε λαμπερό αστερισμό ψηλά στον ουρανό, με το σκορπιό κάτω από τα πόδια του να θυμίζει το τέλος του” (Κακριδής & Συντάκτες, 1986, τ. 2, σελ. 46).

Στην κοιλάδα του Ευφράτη, το σύμβολο του σκορπιού αντιπροσώπευε ένα τέρας, μισό σκορπιός και μισό άνθρωπος: το ανθρώπινο κομμάτι ανήκε στον πάνω κόσμο του φωτός, ενώ το ζωικό στον κάτω κόσμο του θανάτου (Cloudsley-Thompson, 1986).

Oι σκορπιοί αντιμετωπίστηκαν για πρώτη φορά ως βιολογική οντότητα από τον Αριστοτέλη, για 2000 χρόνια περίπου οι απόψεις του ήταν γενικά αποδεκτές. Η πρώτη πραγματικά αντικειμενική και επιστημονική εργασία για τους σκορπιούς έγινε από τον Francesco Redi το 1671, ο οποίος μελέτησε τους σκορπιούς της Ιταλίας, της Αιγύπτου και της Τυνησίας, των οποίων το κέντρισμα προκαλεί θάνατο αρκετά συχνά.

Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί περίπου 1600 είδη σκορπιών, ενώ συνεχώς περιγράφονται νέα είδη. Σε όλο τον κόσμο 25 είδη σκορπιών έχουν δηλητήριο ικανό να προκαλέσει θάνατο σε ανθρώπους. Οι σκορπιοί είναι από τα παλιά αραχνίδια και ταυτόχρονα τα πρώτα ζώα που εποίκισαν την ξηρά. Οι πρώτοι σκορπιοί έζησαν πριν από 400-350 εκατ. χρόνια περίπου, ήταν υδρόβιοι και έφταναν το 1 μ. μήκος, από τότε μέχρι σήμερα έχουν διατηρήσει σχεδόν την ίδια μορφή. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από μερικά χιλιοστά μέχρι 21 εκατοστά. Ο μεγαλύτερος σκορπιός στον κόσμο ζει στη Νότιο Αφρική. Οι σκορπιοί ζουν από τροπικές έως εύκρατες περιοχές, αντέχουν στη μεγάλη ξηρασία και γι’ αυτό θεωρούνται από τα χαρακτηριστικότερα ζώα των ερήμων. Βέβαια τους συναντούμε και σε άλλους οικότοπους όπως παραλίες, φρύγανα, δάση, σπήλαια και ψηλά βουνά. Το μεγαλύτερο υψόμετρο που έχει βρεθεί σκορπιός είναι τα 4000 μ. στα Ιμαλάια.

Το χειμώνα δεν είναι δραστήριοι και γενικά δεν προτιμούν τις χαμηλές θερμοκρασίες. Είναι ζώα νυχτόβια, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας κρύβονται σε σχισμές βράχων, κάτω από πέτρες ή σκάβουν τρύπες στο έδαφος. Τρέφονται κυρίως με έντομα, αν και μερικά μεγάλα είδη των τροπικών μπορεί να τρέφονται και με σαύρες, μικρά θηλαστικά και φίδια. Γεννούν μικρά και όχι αβγά, τα οποία μόλις γεννηθούν ανεβαίνουν στην πλάτη της μητέρας τους και μένουν εκεί μέχρι την πρώτη τους έκδυση.

Σε όλο τον κόσμο οι σκορπιοί φέρουν δηλητήριο στο κεντρί τους. Το σημείο που έχει κεντριστεί από σκορπιό πρέπει αμέσως να έρθει σε επαφή με ζεστό νερό, καυτή άμμο ή άλλο αντικείμενο θερμοκρασίας μεγαλύτερης από 55οC, μέχρι να εξαφανιστεί εντελώς η αίσθηση του πόνου. Φυσικά, πάντα θα πρέπει να γίνει επίσκεψη σε γιατρό, ιδίως όταν τα θύματα είναι μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι ή άτομα με αλλεργία στο δηλητήριο του σκορπιού.

Πρακτικά, είναι καλό να γνωρίζουμε όλοι τον εξής γενικό κανόνα. Όταν ένας σκορπιός έχει λεπτές δαγκάνες και χοντρή ουρά, σημαίνει ότι το δηλητήριό του είναι ισχυρό. Όταν έχει χοντρές δαγκάνες και λεπτή ουρά, σημαίνει ότι το ζώο δεν βασίζεται στο δηλητήριο για τη σύλληψη της τροφής του, άρα δεν έχει πολύ ισχυρό δηλητήριο. Συγκεκριμένα, στην Κρήτη υπάρχουν 3 είδη σκορπιών:

• Ο μικρός καφέ (Euscorpius carpathicus), ο οποίος προτιμά σκιερά και υγρά μέρη, μπορεί να βρεθεί σε σπίτια, κελάρια κ.λπ. Ζει σε ρωγμές τοίχων, κάτω από πέτρες, σε εισόδους σπηλαίων, κάτω ή μέσα σε ξύλα, ακόμη και σε ψηλά βουνά (έχει βρεθεί σε υψόμετρο περίπου 2000 μ.).

• Ο μεγάλος μαύρος ή σκούρος καφέ (Lurus dufoureius), είναι ο πιο μεγάλος σκορπιός της Ελλάδας (περίπου 11 εκ.).

Είναι ενδημικός του Αιγαίου και σχετικά σπάνιος. Στην Κρήτη έχει βρεθεί σε λίγες περιοχές με σκίνους και πουρνάρια και με αρκετή υγρασία. Ζει σε τρύπες που σκάβει στο χώμα και βγαίνει στην επιφάνεια μόνο για να φάει και να αναπαραχθεί, παρ’ όλα αυτά δεν έχει ισχυρό δηλητήριο.

• Τέλος, υπάρχει ο κίτρινος (Mesobuthus gibbosus), o oποίος έχει ισχυρότερο δηλητήριο από τους άλλους δύο, τον συναντάμε κυρίως το καλοκαίρι σε ξηρές περιοχές με χαμηλούς θάμνους, καθώς και σε αμμώδεις παραλίες, κάτω από πέτρες ή ξύλα.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ερευνήτρια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Ιάσμη Στάθη για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσε.

* Η φωτογραφία είναι του Αποστ. Τριχά/Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.