Του Δημήτρη Χ. Σάββα

“Σαρανταρά” τη λέει ο λαός μας και πρόκειται για τη σαρακοστή των Χριστουγέννων, η οποία έχει σαν ορόσημο την εορτή του Αγίου Φιλίππου. Η παράδοση θέλει τον άγιο ζευγά, ο οποίος αποφάσισε να σφάξει το βόδι του προκειμένου να μοιράσει το κρέας του στους φτωχούς. Το πρωί λοιπόν όταν πήγε στο σταύλο το ξαναβρήκε στη θέση του ζωντανό. “Σαραντάρα” λοιπόν ή “σαρανταήμερο” η περίοδος αυτή από τη γιορτή του Αγίου Φιλίππου μέχρι τα Χριστούγεννα και ο λαός μας, σκεπτόμενος πάντοτε και τους νεκρούς του αυτές τις μέρες, κάνει τα λεγόμενα “σαρανταλείτουργα” προκειμένου ν’ αναπαυθούν οι ψυχές τους. Πρόκειται για τη δεύτερη σε χρονικό όριο περίοδο, μετά την άλλη σαρακοστή, η οποία διαρκεί σαράντα οκτώ μέρες, αφού συμπεριλαμβάνεται και η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα!

Διατροφικά η “σαρανταρά” είναι πιο ελαφριά για τους νηστεύοντες αφού έχουμε κατάλυση ψαριού, αλλοι τώρα ισχυρίζονται μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα, άλλοι πάλι επιμένουν μετά τη γιορτή του Αγίου Ελευθερίου. Πάντως όπως και να έχουν οι ημερομηνίες κατάλυσης ιχθύος, ο σοφός λαός μας πάντοτε δίνει λύση, έστω και προφορικά: “τα εξερχόμενα βλάπτουν, τα εισερχόμενα καθόλου”.

Προηγείται όπως προαναφέραμε η μικρή Αποκριά του Αγίου Φιλίππου και πολλοί είναι εκείνοι που τηρούν αυτό το έθιμο της νηστείας, ώστε να προετοιμαστούν και να γιορτάσουν, υποδεχόμενοι τη γέννηση του Θεανθρώπου! Νηστεία βέβαια σημαίνει και υγεία, αποτοξίνωση από τροφές οι οποίες θεωρούνται κάπως επιβαρυντικές για τον οργανισμό μας που καθημερινά βάλλεται από τα αυξημένα τριγλυκερίδια, τις διάφορες καλές ή κακές χοληστερίνες, το σάκχαρο, το ουρικό οξύ και τόσα άλλα.

Ομως αυτή τη σαρακοστή, όπως προαναφέραμε, επιτρέπεται η κατάλυση του ψαριού. Ο λαός μας, πάντα επίκαιρος μάς το επιβεβαιώνει αυτό, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο που μόνο αυτός γνωρίζει:

“Το ψάρι τη σαρανταρά, κανείς δεν το νηστεύγει

μα μένα η γυναίκα μου, φασόλια μαγειρεύγει”

Οπωσδήποτε το ψάρι θεωρείται ξεχωριστή τροφή και αρκετά υγιεινή και αν κάποιος είναι ρέκτης του καλού ψαριού, το ακριβοπληρώνει. Σήμερα τα ψάρια αφθονούν, εισαγόμενα και ντόπια, νωπά και κατεψυγμένα, αλλά και κονσερβοποιημένα. Παλιότερα δεν υπήρχε αυτή η ποικιλία και η αφθονία θα λέγαμε. Οι άνθρωποι κατέφευγαν κυρίως στο μπακαλιάρο τον αλμυρό, στις ρέγγες ή στραβές, όπως τις έλεγαν, και στους σαλμούς, τα κονσερβοποιημένα ψάρια δηλαδή.

Σημαντική ήταν η προτίμηση όμως στον μπακαλιάρο, τον “φτωχογιάννη”



όπως οι παλιότεροι τον αποκαλούσαν. Απευθύνονταν κυρίως στους φτωχούς, στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και η τιμή του ήταν ίση με την τιμή ενός κιλού λαδιού. Ενα κιλό λάδι λοιπόν άξιζε με ένα κιλό μπακαλιάρο. Σήμερα όμως που τόσα άλλαξαν, άλλαξε και αυτή η ισοτιμία. Ο “φτωχογιάννης” αναβαθμίστηκε κοινωνικά απ’ ό,τι φαίνεται και χρειάζονται περίπου τέσσερα κιλά λάδι για την αγορά του. Υπάρχουν βέβαια και “μαϊμούδες” μπακαλιάροι, πιο φτηνοί, και δεν έχουν τη νοστιμιά του γνήσιου μπακαλιάρου.

Πολλές φορές όσοι τον αγόραζαν τον έκρυβαν για να μην τους βλέπουν ότι αγοράζουν τόσο φτηνά πράγματα οι γύρω τους.

Ο “φτωχογιάννης” λοιπόν είχε την τιμητική του αυτές τις μέρες της σαρακοστής. Πολλές γιορτές, πολλοί εορτάζοντες και ένας μεζές με ένα κρασάκι ήταν ό,τι το καλύτερο για τους επισκέπτες. Οι νοικοκυρές τον προτιμούσαν μαγειρευτό με γιαχνερά αγριόχορτα στο τσικάλι, ή πλακί στο φούρνο με μπόλικη



ντομάτα, αλλά και στο τηγάνι. Οπως και να τον μαγείρευαν, τις έβγαζε ασπροπρόσωπες. Οπωσδήποτε βέβαια με τη συνοδεία καλού κρασιού και τηρώντας το απόλυτο μέτρο και πάντοτε με τη διακριτική παρουσία του θεού Βάκχου. Πολλές φορές βέβαια τα πράγματα αλλιώς τα υπολογίζεις και αλλιώς έρχονται... Αυτές εξάλλου είναι και οι μικροχαρές της ζωής. Η νοστιμιά του “φτωχογιάννη” ήταν μοναδική και οι συνταγές των παλιών νοικοκυρών που είχαν δικούς τους τρόπους στο μαγείρεμα, ήταν ξεχωριστές! Επίσης η ρέγγα προτιμούνταν αρκετά σε συνδυασμό με καλόψητα όσπρια και οι σαλμοί που τους έψηναν με κρεμμυδάκι στην κατσαρόλα σε σιγανή πάντα φωτιά.

“Ενα σαλμό, σταφιδολιές και γουλωτό ροδίκιο

πήγα πεσκέσι στον Καδή, για να μου δώσει δίκιο”

Αυτά μας λέει ο κ. Μαρίνος Ιδομενέως στο βιβλίο του, στην πρώτη έκδοση που έχει γίνει από τη Βικελαία ΒΙβλιοθήκη με τίτλοο “Κρητικό γλωσσάρι” και το λέω αυτό γιατί υπάρχει και δεύτερη εξίσου αξιό





λογη έκδοση της τόσο σημαντικής δουλειάς του κ. Ιδομενέως.

Ο καδής ήταν ένα σημαντικό πρόσωπο, αφού επρόκειτο για τον ανώτατο Τούρκο δικαστή και αν δεν τα είχες καλά μαζί του, αλλοίμονό σου!

Δεν ξέρω αν και τότε υπήρχαν κυκλώματα ή τόση διαφθορά, αλλά σίγουρα όλο και κάποια δωροδοκία υπήρχε ακόμα και για τους καδήδες.

Η ψαροφαγία λοιπόν σ’ όλο της το μεγαλείο! Πότε με τον “φτωχογιάννη”, πότε με το σαλμό ή τη “στραβή”, όπως έλεγαν τη ρέγγα που έψηναν με τον αγούδουρα, ένα μικρό φουντωτό θάμνο, που εύκολα παρασύρεται από τον αέρα.

“Σαρανταρά” λοιπόν και ήδη αρχίζουμε να μπαίνουμε για τα καλά στην προεορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και όλων των εορτών του δωδεκαημέρου.

Ο Δήμος έχει αρχίσει να στολίζει την πόλη και οι έμποροι προσδοκούν και ελπίζουν στην αναθέρμανση της αγοράς καταράσσοντας τη μισητή τρόικα που έκοψε τον 13ο μισθό από τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους.

Ας ευχηθούμε τουλάχιστον, έστω και με πολύ λιγότερα, αυτή η περίοδος να είναι ήρεμη, ζεστή και ανθρώπινη, να γεννήσει έστω κάποιες ελπίδες για τον πολύπαθο λαό μας που δοκιμάζεται τόσο σκληρά, και να είναι γεμάτη υγεί α και χαρά.