Ο Ελληνισμός δεν είναι μονάχα αυτός που βρίσκεται και κατοικεί εντός των συνόρων αλλά απαρτίζεται και από τους απόδημους Έλληνες. Γι’ αυτό το λόγο η συζήγηση για τον προϋπολογισμό δεν νομίζω ότι πρέπει να περιορίζεται σε ότι αφορά μόνο τα 11 εκατομμύρια των Ελλαδιτών αλλά και σε θέματα του εκτός Ελλάδας Ελληνισμού.

Βασικό εμπόδιο όμως για οποιοδήποτε σχεδιασμό γι’ αυτούς είναι η αδυναμία μας να έχουμε σαφή εικόνα του αριθμού τους. Σε αντίθεση με τους Έλληνες της Ελλάδας για τους οποίους γνωρίζουμε όλες τις πληροφορίες που μας χρειάζονται, με τις ανά δεκαετία απογραφές, τούτο δεν συμβαίνει με τους Έλληνες της διασποράς.

Ποτέ δυστυχώς δεν ασχοληθήκαμε συστηματικά με τον εντοπισμό, την καταγραφή, τον τόπο κατοικίας τους και τα άλλα χαρακτηριστικά που τους αφορούν. Και ο αριθμός που σε κάθε ευκαιρία ακούγεται όπως πρόσφατα στο ΣΑΕ, άλλοτε για 5.000.000 άλλοτε για 4.000.000 και άλλοτε για 7.000.000 στηρίζεται σε απλές εικασίες.

Πώς αλήθεια είναι δυνατόν να ενεργήσουμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να εφαρμόσουμε το οποιοδήποτε πρόγραμμα για τους απόδημούς μας όταν δεν ξέρουμε πού μένουν, ποιοί είναι, πόσοι είναι, ποιάς γενιάς είναι, να γνωρίζουμε τέλος πάντων κάτι γι’ αυτούς.

Θεωρώ πρωταρχικής σημασίας θέμα και αδήριτη την ανάγκη να γίνει άμεσα αυτή η απογραφή. Γνωρίζω ότι το έργο είναι δύσκολο, αλλά πιστεύω ότι με τη βοήθεια του κράτους, της Εκκλησίας, των κοινοτήτων και των τοπικών συλλόγων καθώς και της αξιοποίησης της εμπειρίας άλλων κρατών όπως της Ιταλίας και της Κύπρου που έχουν προχωρήσει αρκετά προς την κατεύθυνση αυτή, τελικά θα τα καταφέρουμε!

Έστω να ξεκινήσουμε. Ας βάλουμε επιτέλους κάποια αρχή!

Ολοκληρώνοντας αυτό το πρωταρχικό έργο μπορούμε πιο νοικοκυρεμένα πλέον να ασχοληθούμε και να συμβάλλουμε στην επίλυση των πολλών και ποικίλων προβλημάτων του Ελληνισμού μας.

Το εκπαιδευτικό βέβαια ζήτημα είναι το πιο ουσιαστικό και οι εγγενείς δυσκολίες μεγαλύτερες λόγω της διασποράς των Ελλήνων όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού αλλά και σε απομακρυσμένες περιοχές. Για το λόγο τούτο είναι εξαιρετικά δυσχερής πολλές φορές η δημιουργία σχολείων αλλά και η στελέχωσή τους από εκπαιδευτικούς.

Ήδη τα περισσότερα νέα παιδιά είναι 3ης ή 4ης γενιάς κι αρχίζουν σιγά-σιγά να χάνουν την αίσθηση της καταγωγής τους αφού η εκπαίδευσή τους δεν γίνεται συστηματικά και δεν έχουν σχέση με την γλώσσα των γονιών τους.

Θα αναφερθώ χαρακτηριστικά σε μία εμπειρία από πρόσφατο ταξίδι μου στο Μόντρεαλ, όπου ρωτώντας μία κοπέλα αν έχει σχέση με την Ελλάδα μου απάντησε “όχι” για να επανέλθει αργότερα λέγοντας “ναι, ίσως να έχω γιατί η γιαγιά μου ήταν Ελληνίδα”. Δεν μου είπε αμέσως ότι είναι Ελληνίδα κι αυτό γιατί δεν αισθανόταν καν Ελληνίδα.

Δείτε τι κινδύνους μπορεί να έχει η εξέλιξη και η πορεία του ελληνισμού της διασποράς στο διάστημα δύο μόνο γονέων και πόσο μεγάλη είναι η ευθύνη μας να συμβάλλουμε ώστε να κρατηθεί και να μεταλαμπαδευτεί η ελληνικότητα στους νέους μας.

Και δεν είναι μόνο η γλώσσα που με το χρόνο ξεχνιέται, είναι και η θρησκεία, είναι και τα έθιμα. Γιατί πώς μπορεί να κρατηθεί ακόμη και η θρησκεία όταν στερούμαστε όχι τόσο εκκλησιών αλλά κυρίως ιερέων;

Στο Σαντιάγο της Χιλής για παράδειγμα ενώ υπάρχει ωραιότατη εκκλησία, αυτή είναι κλειστή 12 χρόνια περίπου λόγω ελλείψεως ιερέα και οι πιστοί αναγκάζονται να πηγαίνουν σε εκκλησίες άλλων δογμάτων, είτε να διανύουν 150 και πλέον χιλιόμετρα για να πάνε στο Valparaiso όπου λειτουργεί μία τρίγλωσση ορθόδοξη εκκλησία.

Για όλα αυτά βέβαια το κράτος δεν αδρανεί. Αντιθέτως, καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες ιδίως τα τελευταία χρόνια για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων.

Η Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, το αρμόδιο υφυπουργείο για τον απόδημο, το ΣΑΕ, δημιουργήματα των τελευταίων ετών συμπαρίστανται ουσιαστικά χωρίς να φείδονται κόπων και χρημάτων. Οι ανάγκες όμως δυστυχώς είναι πολύ μεγαλύτερες και απαιτούν άμεση και ριζική κάλυψη.

Δυστυχώς βρισκόμαστε σε μία χρονική συγκυρία που ενώ επιβάλλεται η άμεση αντιμετώπιση των πιο πάνω προβλημάτων οσοδήποτε υψηλό και αν είναι το κόστος, την ίδια ώρα η χώρα μας είναι αναγκασμένη να δαπανά υπέρογκα ποσά για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της, ενώ έχει παράλληλα αναλάβει την τεράστια ευθύνη της διενέργειας των Ολυμπιακών Αγώνων.

Είναι αυτονόητο ότι σε αυτή τη φάση είναι εξαιρετικά δυσχερής η παράλληλη εκταμίευση μεγαλύτερων κονδυλίων που απαιτούνται για τις ανάγκες του εκτός Ελλάδας Ελληνισμού.

Άρα είμαστε σε αδιέξοδο;

Νομίζω πως όχι.

Η χώρα μας ανέκαθεν φημιζόταν για τον μεγάλο αριθμό φιλοπάτριδων και πλούσιων ευεργετών. Είναι γνωστές οι προσφορές τους στην περίοδο του 19ου και 20ου αιώνα. Οι Έλληνες αυτοί να είστε σίγουροι ότι και τώρα υπάρχουν και η διάθεση της προσφοράς τους θα μπορούσε να διοχετευθεί και αυτή τη φορά, όχι ίσως στο κτίσιμο ενός Ζαππείου, ενός Καλλιμάρμαρου ή των φυλακών Αβέρωφ, αλλά σε κάτι που χρειάζεται περισσσότερο το Έθνος. Στη σωτηρία και διατήρησή του κινδυνεύοντος να χαθεί ελληνισμού της διασποράς. Είμαι περισσότερο από βέβαιος ότι είναι πολλοί εκείνοι που με προθυμία θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτό το τεράστιο έργο.

Έτσι διάσπαρτος που είναι όμως ο ελληνισμός δεν θα έπρεπε να δρα ο καθένας εξ’ αυτών αυτοβούλως και απρογραμμάτιστα. Θα ήταν χρήσιμο λοιπόν να υπάρξει ένα εθνικό κάλεσμα από τα υψηλότερα κλιμάκια, να ζητηθεί μία συστράτευση θα έλεγα όλων εκείνων που έχουν τη δυνατότητα και την έφεση της προσφοράς, στους οποίους θα μπορούσε να ανατεθεί ένα συγκεκριμένο έργο, πάντοτε υπό την καθοδήγηση των αρμόδιων Υπουργείων. Έτσι θα μπορούσαν να αναλάβουν καθένας χωριστά την ευθύνη κάλυψης των δαπανών σε διαφορετικούς γεωγραφικούς χώρους. Άλλος π.χ. θα ήξερε ότι η προσφορά του έναντι της πατρίδας θα είναι να αναλάβει την ευθύνη για τον Ελληνισμό της Ουκρανίας, άλλος της Αλβανίας, άλλος της Αργεντινής κ.ο.κ. για να φέρει εις πέρας τα τόσα πολλά και σημαντικά θέματα όπως:

• Την δημιουργία περισσότερων σχολείων και την εξασφάλιση του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού.

• Τα κέντρα ελληνικών σπουδών.

• Την επιμόρφωση δασκάλων που θα κληθούν να διδάξουν τα Ελληνόπουλα του εξωτερικού.

• Την υποδοχή και φιλοξενία σταδιακά και κατ’ έτος των χιλιάδων νέων από την χώρα ευθύνης του στην Ελλάδα έτσι ώστε να μπορέσουν τα παιδιά των επόμενων γενεών να έχουν τις προσωπικές, βιωματικές εμπειρίες που θα τα κάνει αυτά να αγαπήσουν την χώρα τους και όχι η παρότρυνση των γονιών τους.

Είναι πολλά τα θέματα που ενδιαφέρουν ένα βουλευτή τα οποία δεν μπορούν στον περιορισμένο χρόνο να εκτεθούν. Η αγωνία μου όμως για την πορεία και το μέλλον του Ελληνισμού της διασποράς με οδήγησε να προτιμήσω να αφιερώσω όλο μου τον χρόνο σ’ αυτόν.

Πόσο αλήθεια χρήσιμο θα ήταν αν μέχρι την ώρα που θα ωριμάσει η σκέψη να επιστρέψουμε στους απόδημούς μας να ψηφίζουν και να στέλνουν στην αίθουσα αυτή εκπροσώπους τους, εμείς εδώ τα αδέλφια τους της Ελλάδας να αφιερώναμε περισσότερο χρόνο για συζητήσεις θεμάτων που τους απασχολούν!