Του π. Ηλία Βολονάκη

Ο μήνας Ιούνιος κλείνει με την εορτή του μεγάλου Αποστόλου των Εθνών, του ιδρυτού της Εκκλησίας της Ελλάδας και της Κρήτης γενικότερα, του Αγίου Παύλου του ένδοξου και πρωτοκορυφαίου.

Ο Παύλος, το “σκεύος της εκλογής”, ο πρώτος μετά τον Ενα, είναι απαράμιλλη φυσιογνωμία του χριστιανισμού. Ζούσε πράγματι εν Χριστώ. Σκέψεις, νοήματα, επιθυμίες, αποφάσεις, επιστολές, έργα, δυνάμεις σωματικές, όλα τα είχε αφιερώσει στη διακονία του Χριστού. Ο Παύλος ήταν πάντοτε έτοιμος να δώσει την ομολογία της πίστεως, έτοιμος “ου μόνον δεθήναι, αλλά και αποθανείν υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού” (πραξ. 21,23).

Εκπληκτος μπροστά στον ακατάβλητο ενθουσιασμό και θείο ζήλο του Αποστόλου Παύλου, ο υμνογράφος του Αγιος Ανδρέας Κρήτης γράφει και αναφωνεί:

“Τα κατά πόλιν δεσμά και τας θλίψεις σου τις διηγήσεται, ένδοξε Απόστολε Παύλε; Τους κόπους, τους μόχθους, τας αγρυπνίας, τας εν λιμώ και δίψει κακοπαθείας, τας εν ψύχει και γυμνότητι, την σαργάνην, τους ραβδισμούς, τους λιθασμούς, την περίοδον, τον βυθόν, τα ναυάγια; Θέατρον εγένου και αγγέλοις και ανθρώποις. Πάντα ουν υπέμεινας εν τω ενδυναμούντι σε Χριστώ, ίνα κόσμον κερδήσης εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω σου”.

Ο ιερός Χρυσόστομος θα καταθέσει: “Ο μακάριος Παύλος, άλλοτε μεν προβάλλων τον εαυτό του προτρέπει να γίνουμε μιμηταί του Χριστού λέγων “μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ έγινα του Χριστού” (Β’ Κορ. ια’ 1). Αλλοτε δε χωρίς να αναφέρει τον εαυτό του, προς Αυτόν τον Θεόν μας αναβιβάζει λέγων “γίνεσθε λοιπόν μιμηταί του Θεού, ως τέκνα Αυτού αγαπητά” (Εφεσ. ε’ 1).

Κατόπιν για να δείξει ότι η μίμηση αυτή επιτυγχάνεται με το να ζει κανείς κοινοφελώς και να αποβλέπει εις το να είναι χρήσιμος εις πάντα άνθρωπο, προσέθεσε “περιπατείτε εν αγάπη” (Εφεσ. ε’ 2).

Η αγάπη είναι κοινή αρετή ημών και του Θεού. Δια τούτο και ο Χριστός έλεγε “προσεύχεσθε υπέρ εκείνων που σας κακομεταχειρίζονται, για να γίνετε όμοιοι προς τον πατέρα σας τον επουράνιον (Ματθ. ε’ 44-45).

Και συνεχίζει ο άγιος ιεράρχης: “Ητο μέγας εις την κορωνίδα των αρετών, την αγάπη. Διότι την ήσκησεν εις τον ύψιστον βαθμόν, έγινε φλογερώτερος του πυρός. Καθώς δε ο σίδηρος, όταν πέσει μέσα εις το πυρ, ολόκληρος πυρ γίνεται κατά τον ίδιον τρόπον και αυτός άναψε τον εαυτό του με το πυρ της αγάπης και ολόκληρος είχε γίνει αγάπη”.

Ο Απόστολος Παύλος είναι ένα εκπληκτικό θαύμα στην ιστορία του κόσμου. Ενα θαύμα, προ του οποίου η μεν αρνητική κριτική παραμένει άφωνος και εκστατική, η δε χριστιανική σκέψη μετουσιούται επί είκοσι αιώνας, σε στροφές λατρείας, σε αισθήματα αγάπης, σε αίνους και ωδές πνευματικές. Ενα χρυσοστομικό διανόημα δίδει το μέτρο της πνευματικής και ηθικής αξίας του Αγίου Παύλου “Οταν δε Παύλον είπω, τον Χριστόν πάλιν λέγω”.

Ο θείος Παύλος ήτο και απόστολος του Ευαγγελίου της Πίστως και κοινωνιολόγος του χριστιανισμού και θεολόγος αυθεντικότατος, και ασκητής, και ποιμήν των Εκκλησιών, και δογματικός, και βαθύς μύστης και ερμηνευτής των μυστηρίων της βασιλείας των ουρανών και πατήρ και αδελφός των πιστών τρυφερότατος.

Ο Απόστολος Παύλος, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, είναι ο θεμελιωτής της Ορθοδόξου Πνευματικής Παραδόσεως. Και όταν λέγωμεν Ορθόδοξον Πνευματική Παράδοση εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό, γνήσιο Χριστιανισμό. Την “εν Χριστώ” ζωήν. Εννοούμε τη βίωση του χαροποιού πένθους της ταπεινώσεως του Χριστού, της αγάπης του Χριστού, την εσωτερική αγωνία, τον κλαυθμόν, την εν στεναγμοίς γενομένη προσευχή, την εκ βαθέων αγάπη προς τον πλησίον, την ζώσαν εν Κυρίω ψυχήν.

Ο θείος Παύλος δεν περιόριζε το αποστολικό του έργο στο να κηρύττει το Χριστό “Ιουδαίοις τε και Έλλησι” αλλά θεωρούσε ότι έπρεπε και ως Ποιμήν να ενδιαφερθεί για την στερέωση και οικοδομή των νεοφύτων μαθητών και των Εκκλησιών των στην αληθινή Πίστη και τη εν Χριστώ ζωή.

Ο Παύλος κηρύττει και ευαγγελίζεται το Χριστό, οικοδομεί την Εκκλησία της Κρήτης και αφήνει τον Τίτο “γνήσιον τέκνον κατά κοινήν πίστην” (Προς Τιτ. α’ 4) ως επίσκοπον Κρήτης.

Αισθάνεται το βάρος της μεγάλης αυτής αποστολής ο Παύλος που αναθέτει στον Τίτο και δεν τον αφήνει μόνο. Τον συνοδεύει με τις προσευχές του και τον παρακολουθεί με την αγάπη του και τον καθοδηγεί με ακρίβεια με τη θαυμάσια πατρική, ποιμαντική, θεόπνευστη Επιστολή του. Η Επιστολή του Παύλου προς τον Τίτο αποτελεί και το πρώτο και βασικό καταστατικό χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης. Σ’ αυτήν ο Παύλος παρέχει οργανωτικές οδηγίες για την εγκατάσταση “κατά πόλιν πρεσβυτέρους” των οποίων τα προσόντα καθορίζει. Και δεν περιορίζεται μόνο στα διοικητικά, τον ενδιαφέρει κυρίως η εκπλήρωση της αποστολής της Εκκλησίας που είναι η σωτηρία του ανθρώπου και η μεταμόρφωση του κόσμου. Ετσι του δίνει οδηγίες για τη διδασκαλία και καθοδήγηση των πιστών όλων των ηλικιών και τάξεων.

Επισημαίνει την ευθύνη των μεγαλυτέρων και του συνιστά να κηρύττει και να μιλά με κύρος παρηγορώντας, ελέγχοντας και επιτάσσοντας. Επίσης σημειώνει οδηγίες χριστιανικής συμπεριφοράς, που αφορούν στην κοινωνική ζωή των χριστιανών, τη σχέση τους με την πολιτεία και προς τους άλλους. Η επιστολή κλείνει με παραίνεση για καλά έργα στα οποία οφείλουν να ηγούνται οι πιστοί.

“Μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προίστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι” (Προς Τίτον 3,14).

Ο Απόστολος Παύλος αισθάνεται ότι είναι όχι απλός διδάσκαλος ή παιδαγωγός όλων όσοι επίστευσαν εξαιτίας του στο Χριστό αλλά και πατήρ. “Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ αλλά ού πολλούς πατέρας, εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα” (Α’ Κορ. δ’ 15).

Η ποιμαντική του Αποστόλου Παύλου βασίζεται στα θεμελιώδη δόγματα του Ευαγγελίου ήτοι στο τριαδικό του Θεού, στην ενότητα αλλά και στη διάκριση των τριών θείων Προσώπων, στην ενανθρώπηση του Λόγου και στην πίστη ότι η σωτηρία επιτυγχάνεται εν τη Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, η οποία είναι το σώμα του Χριστού.

Ενα παράδειγμα από τα πολλά τριαδικής θεμελιώσεως της ποιμαντικής του Αποστόλου είναι το προς Ρωμ. η’ 14-18 το οποίο σε μετάφραση λέγει:

“Πραγματικά, όσοι καθοδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι παιδιά του Θεού. Γιατί το Πνεύμα που σας έδωσε ο Θεός δεν εμπνέει φόβο για το Θεό ούτε κάνει τους ανθρώπους δούλους, αλλά παιδιά του Θεού. Αυτό το Πνεύμα μας δίνει θάρρος να λέμε το Θεό Αββά, Πατέρα μου! Και το ίδιο το Πνεύμα του Θεού διαβεβαιώνει το δικό μας πνεύμα πως είμαστε παιδιά του Θεού. Αφού λοιπόν είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι. Κληρονόμοι του Θεού, που θα μετάσχουν μαζί με το Χριστό στη θεϊκή δωρεά. Εφόσον συμμεριζόμαστε τα παθήματα του Χριστού θα μετάσχουμε μαζί Του και στη δόξα Του.

Την τριαδική θεολογία και ποιμαντική του Αποστόλου φανερώνει και η τριαδική ευλογία”.

“Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών, αμήν” (Β Κορ. ιγ’ 13).

Ευλογία που ακούμε κάθε φορά στη Θεία Λειτουργία.

Τέλος ο Παύλος, “το σκεύος της εκλογής” του Θεού είναι ο μέγας Απόστολος, η μεγάλη προσωπικότητα, η μεγάλη φυσιογνωμία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. “Ο Pater Europae”. Είναι αλήθεια ότι με την παύλεια διδασκαλία επέρχεται πλήρης ρήξη προς το παρελθόν και ανατρέπεται η θεώρηση των σχέσεων Θεού, ανθρώπου και κόσμου. Και θεμελιώνεται ένας καινούργιος πολιτισμός. Τον πολιτισμό της θαυμαστής σύνθεσης της ελληνικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής θεολογίας. Η ομιλία του στον Αρειο Πάγο το 51 μ.Χ. (πράξεων 17) είναι το πρώτο τεκμήριο του εξελληνισμού του χριστιανισμού. Αυτή η σύνθεση Ευαγγελίου και φιλοσοφίας διαμόρφωσε το πρόσωπο της Ευρώπης, πρόσωπο το οποίο πολλοί παράγοντες κυρίως οικονομικοί θέλουν σήμερα να αμαυρώσουν και να εξαφανίσουν. Είναι γενικά παραδεκτό πως τα κύρια χαρακτηριστικά του δυτικού πολιτισμού έχουν χριστιανική θεμελίωση, τους λόγους και τις συγγραφές του ουρανοβάμωνα.

Αξιοσημείωτος είναι ο λόγος του Παύλου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις κοινωνικές αξίες. Η φωνή του Παύλου είναι επαναστατική.

“Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν ή Θήλυ (Γαλ. 3, 28).

Πρώτος αυτός εξύψωσε τη γυναίκα και δεν δίστασε να έχει ως συνεργάτιδες πλήθος γυναικών από την πρώτη χριστιανή Ευρωπαία, τη Λυδία, μέχρι τη διάκονο της Εκκλησίας “της εκ Κεχρεαίς” Φοίβη. Εξύψωσε τον γάμο με τη διακήρυξη “Το μυστήριο τούτο μέγα εστίν” (Εφεσ. 5,6). Ετόνισε το “χαίρεν μετά χαιρόντων και κλαίεν μετά κλαιόντων” (Ρωμ.) αφιερώνοντας ύμνο προς την αγάπη (Κορ.).

Ανέπτυξε θέματα ζωτικά όπως είναι τα θέματα της αδελφοσύνης, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της αγάπης, της ελευθερίας, της καταλλαγής, της εργασίας. Τα ανέπτυξε και τα διεκήρυξε. Ο άνθρωπος κατά τον Παύλο γίνεται Εγώ στο Εσύ του Θεού. Ο κάθε άνθρωπος είναι πρόσωπο, κάτι ιερό, κάτι πολύ ανώτερο από ένα παράγωγο των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, πολύ περισσότερο από έναν αριθμό. Και αυτό γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος από το Θεό και η παρουσία του Θεού κάνει τον καθένα ανεπανάληπτο πρόσωπο.