Του Γεώργιου Δημ. Φλουρή*

Μέρος δεύτερο

Οσοι δεν εζήσανε εποχήν σκλαβιάς, δύσκολον είναι να την εννοήσητε ως ημείς οι παλαιοί, οπού την εζήσαμεν.

Κατήλθον λοιπόν εις τας πόλεις οι έφεδροι και ενεδύθησαν με το χακί όσοι επρόφθασαν, διότι δεν επήρκεσαν αι εις τας αποθήκας της Πολιτοφυλακής στρατιωτικαί στολαί να ενδυθούν όλοι.

Οι πλημμυρήσαντες τας πόλεις έφεδροι εζήτουν πλοία δια τον Πειραιά, να ενδυθούν το χακί εις την Αθήνα, να οπλισθούν εκεί και να μετάσχουν του πολέμου. Αλλά οι Ευρωπαίοι με δηλώσεις ηπείλουν και με τα πολεμικά εις τα ύδατα της Κρήτης (Κρητικόν Πέλαγος) και ημπόδιζον.

Αλλ’ όταν τα Κρητικόπουλα ήρπαζον εις τα λιμάνια τα αφικνούμενα πλοία, μεγάλα ή μικρά, και επεβιβάζοντο, μάλιστα και ανένδυτοι το χακί, βρακοφόροι οι περισσότεροι, οι Ευρωπαίοι ναυτικοί συνεκινήθησαν δια τον υπέρ ελευθερίας πόθον των Κρητών, δεν εχρησιμοποίησαν κατ’ αυτών τα όπλα των, όπερ θα ήτο μεγάλο ιστορικόν έγκλημα, αλλ’ “έκαναν στραβά μάτια” και οι Κρητικοί επιβιβαζόμενοι εις πλοία, έφθαναν εις τον Πειραιά τμηματικώς, κατατασσόμενοι εις το οργανούμενον εκεί 1ον Ανεξάρτητον Σύνταγμα Κρητών.

Λαμπρά και περιπόθητη κ’

ευλογημένη ημέρα, που, εσφικταγκαλιαστήκανε η Κόρη κ’ η Μητέρα (Κρήτη και Ελλάδα).

Και μεταξύ των Ελλήνων Αξιωματικών, οι οποίοι υπεδέχοντο εις τον Πειραιά τα Κρητικόπουλα, ήμουν και εγώ με τινας άλλους συναδέλφους μου, οίτινες εκ της Πολιτοφυλακής είχομεν εισαχθή εις την εν Αθήναις Στρατιωτικήν Σχολήν των Υπαξιωματικών, συνεκπαιδευομένην τότε μετά της Σχολής των Ευελπίδων, και είχομεν εξέλθει με τον βαθμόν του Ανθυπολοχαγού εις το Πεζικόν, δια να μετάσχωμεν του πολέμου.

Είμαι ευτυχής όπου έζησα την εποχήν εκείνην και τη διηγούμαι σήμερον (1).

Συνεκροτήθη λοιπόν εις τον Πειραιά το 1ον Ανεξάρτητον Κρητικόν Σύνταγμα, το οποίον υπό τον εκ Μεγαλοπόλεως της  Αρκαδίας Πελοποννήσου Αντ/ρχην Λάμπρον Σινακιώτην, βραδύτερον Αντιστράτηγον, εστάλη εις την Ήπειρον, συνεκρότησε και άλλο Τάγμα εκεί εξ εθελοντών και είχε λαμπράν δράσιν εις το Μπιζάνι (Αετορράχην, Μανωλιάσαν κλπ.) και εις την ελευθέρωσιν της θρυλικής πόλεως των Ιωαννίνων και κατάληψιν της Βορείου Ηπείρου.

Μόλις ήρχισεν η εξόρμησις προς Βορράν του εν Θεσσαλία στρατού μας και πρίν αποσταλή το Σύνταγμά μας αυτό ατμοπλοϊκώς δια Πειραιώς (14.10.1912) εις Ήπειρον, απεσπάσθη το 1ον Τάγμα του υπό τον Ταγματάρχην Γ. Π. Κολοκοτρώνην, εγγονόν του Γέρου του Μωριά Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του 1821, φίλον δε και θαυμαστήν της Κρήτης μας (διετέλουν εγώ Υπασπιστής του κατά τον Β’ Βαλκανικόν πόλεμον) και εστάλη δια Λαρίσης (7 και 8.10.1912) να μετάσχη του πολέμου εις την Μακεδονίαν.

Εφεδρικόν ακόμη κατά την Μάχην του Σαρανταπόρου (9-10 Οκτωβρίου) διέβη τα Στενά της Πέτρας, μετέσχεν εις τας μάχας-νίκας μας εις την Αικατερίνην (σήμερον Πιερίαν) (15.10.1912) και εις τας Γιαννιτσά (19.20 Οκτωβρίου), ως και εις την απελευθέρωσιν της Θεσσαλονίκης, εις την οποίαν απήλαυσε την χαράν να εισέλθη αυτό πρώτον εις την ελευθερωθείσαν πρωτεύουσαν της Μακεδονίας, την εσπέραν του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου (26.10.1912). Ο υπόλοιπος Στρατός εισήλθε την επομένην.

Ο ενώπιον σας ομιλών εγκατέστησε τας προφυλακάς του Τάγματός μας την εσπέραν εκείνην εντός της ακραίας εκείνης Συνοικίας, αγρυπνήσας επί κεφαλής των διπλοσκοπών, την επομένην δε (27.10.12) λίαν πρωί - κατά το λυκαυγές- αποσταλείς υπό του Ταγματάρχου να εισχωρήσω εις την πλησίον Συνοικίαν Μπέσ-τσινάρ, και πληροφορηθώ αν υπήρχον εκεί Σχολεία ή άλλα μεγάλα οικήματα κενά, δια να εισέλθη και επισαθμεύση εις αυτά το Τάγμα, ως και έγινεν, ευρέθηκα περικυκλωμένος υπό των κατοίκων.

Εξυπνούσαν τότε οι Θεσσαλονικείς, οι οποίοι από τας τουρκικάς εφημερίδας εμάνθανον ότι δήθεν ο Ελληνικός Στρατός ηττήθη εις τα Γιαννιτσά και ωπισθοχώρει, και έκπληκτοι έβλεπον τώρα ενώπιόν των Έλληνα αξιωματικόν, αγνοούντες ότι και όλος ο Ελληνικός Στρατός νικητής έχει φθάσει και έχει περικυκλωμένην την Θεσσαλονίκην. Πεισθέντες τώρα από εμέ ότι ηλευθερώνοντο, επετούσαν τα τουρκικά κόκκινα φέσια, όπου εφορούσαν μέχρι τότε και ήπλωναν τας χείρας δια να εναγκαλισθώσι τον ενώπιον των Έλληνα Αξιωματικόν, ένα εκ των ελευθερωτών των.

Απαγκριστρωθείς από τους εναγκαλισμούς των, επέστρεψαν εις το Τάγμα και το ωδήγησα εις κενάς εκεί Καπναποθήκας, όπου εγκατεστάθη προσωρινώς εν επισταθμεία.

Επηκολούθησεν η αντιμετώπισις Βουλγαρικού στρατού, επιζητούντος να αρπάση την Θεσσαλονίκην, έπειτα η κατάληψις της ενδοχώρας και το Κρητικόν Τάγμα μας κατέλαβε την αδελφήν της Κρήτης Χαλκιδικήν, Επηκολούθησεν η συμπλήρωσις των επιχειρήσεων, εκκαθάρισις της Δυτικής Μακεδονίας από τα εκεί υπόλοιπα Τουρκικού στρατού, έπειτα η ελευθέρωσις των Ιωαννίνων και της Ηπείρου, μεθ’ ο εξερράγη ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, ένεκα της απληστίας και των αυθαιρεσιών της Βουλγαρίας.

Και εις τον πόλεμον αυτόν όλος ο στρατός μας επολέμησε με ανδρείαν, αλλά περισσοτέρας δάφνας έδρεψε το υπό τον Ταγματάρχην Κολοκοτρώνην Κρητικόν Τάγμα μας, εις τας μάχας Λαχανά (19-21 Ιουνίου 1913), Στενών Σιδηροκάστρου (26-27 Ιουνίου), ελευθέρωσιν του Μελενίκου, μάχην του Πιλάφ Τεπέ (6.7.1913) και μάλιστα εις την προ της Ανω Τζουμαγιάς τελευταίαν, αλλά κρατερωτέραν 3ήμερον μάχην (12-14 Ιουλίου 1913) της Αρισβάνιτσας, ήτις αρχίσασα από το χωρίον Πόρογκος, διεξήχθη εις τας αποτόμους χαράδρας περί το Ονιάρ Μαχαλάν και κατέληξεν εις την κορυφήν του περιφήμου υψώματος 1378.

Το Τάγμα μας αυτό, εντεταγμένον κατά τον πόλεμον αυτόν ως 3ον Τάγμα εις το υπό τον Αντ/ρχην Διονύσιον Παπαδόπουλον 1ον Ευζωνικόν Σύνταγμα, αποτελούμενον από τα Ευζωνικά Τάγματα 9ον (Ταγ/ρχου Βελισσαρίου) και 8ον (Ταγ/ρχου Ιατρίδου και έπειτα Βασιλούνη), με 3ον Τάγμα το Κρητικόν (Ταγ/ρχου Κολοκοτρώνη), το ιδικόν μας ανεδείχθη το ηρωικότερον του Στρατού μας.

Είχεν όμως το Τάγμα μας και τας μεγαλύτέρας απωλειίας εις Αξ/κούς και οπλίτας. Το Τάγμα μας εκ των χιλίων (1.000) ανδρών τους οποίους είχεν εις την αρχήν του πολέμου, έμεινε με 50 μόνον παραταξίμους προς μάχην. Οι άλλοι είχον φονευθή ή τραυματισθή ή ασθενήσει εκ των μόχθων της εκατρατείας. Το Τάγμα Βελισσαρίου είχεν μείνει με 75 και του Βασιλούνη με 200.

Και οι 3 Ταγ/ρχαι του Συν/τος μας, Ιατρίδης, Κολοκοτρώνης και Βελισσαρίου εφονεύθησαν. Οι δύο μάλιστα, Κολοκοτρώνης και Βελισσαρίου, όταν έσπευδον να ενισχύσουν εμένα, όστις διοικών Διλοχίαν, ενίκησα και κατεδίωκον τους εναντί μου δεκαπλασίους Βουλγάρους, είχα καταλάβει την κορυφήν του όρους 1378 και ετραυματίσθην εκεί με διαμπερές τραύμα του στήθους και ως εκ θαύματος έχω επιζήσει. Εκ των Αξιωματικών του Τάγματος, μόνον εις Ανθ/γός δεν συνέβη να τραυματισθή, αλλά και αυτός ησθένησεν.

Αυτά δια τους Βαλκανικούς Πολέμους. (Έχω εκδώσει εις δίτομον συγγραφήν μου, πολεμικάς αναμνήσεις μου εκ των Βαλκανικών Πολέμων του 1912 και 1913, εις την οποίαν αναφέρω συνοπτικώς τα του 1ου Τακτικού Στρατού της Κρήτης και εκτενέστερον περιγράφω πως έζησα ο ίδιος τους πολέμους εκείνους. Ανθ/γός τότε, Εφωδίασα δια της συγγραφής μου αυτής όλα τα Γυμνάσια και λοιπά Εκπαιδευτήρια της Κρήτης, τας Κρατικάς και Δημοτικάς Βιβλιοθήκας Κρήτης και Αθηνών και πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων).

4. Επίλογος

Δια τους άλλους έκτοτε πολέμους της Πατρίδος μας, - εις όλους μετέσχον και εγώ, - δεν θα ομιλήσω εδώ, δια μή μακρηγορήσω.

Η Κρήτη μας έκτοτε, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους δηλαδή, συνεκρότησε και άλλας Στρατιωτικάς Μονάδας.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, κατά τους οποίους η Ελλάδα μας εμεγάλωσε διπλασιασθείσα, δια της απελευθερώσεως Ηπείρου, Μακεδονίας και Νήσων του Αιγαίου, ως και οριστικής ενώσεως της Κρήτης, η Κρήτη συνεκρότησε τα Συντάγματα 14, 21 και 37, με έδρας τας πόλεις Χανιά, Καβάλαν και Δράμαν, ύστερον κατά τον Αον Παγκόσμιον Πόλεμον (1916-1918) συνεκρότησε την υπό τον Στρατηγόν Π. Σπηλιάδην Μεραρχίαν Κρήτης (7ον, 8ον και 9ον Συντάγματα Κρητών), ήτις μετά των αδελφών Μεραρχιών Σερρών (υπό τον Επ. Ζυμπρακάκην) και Αρχιπελάχους (υπό τον Δ. Ιωάννου), απετέλεσαν το υπό τον Εμμ. Ζυμπρακάκην ένδοξον Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης και με Αρχηγόν τον Εθνάρχην Ελευθέριον Βενιζέλον, δια των νικών μας εις το Σκρα (17.5.1918) και εις την Δοϊράνην (5.9.1918), έσωσε την Βόρειον Ελλάδα και δεν εδόθη αυτη εις τους Σέρβους υπό των Συμμάχων μας νικητών του πολέμου Άγγλο-Γάλλων, ως είχον δηλώσει ούτοι.

Έπειτα η Κρητική 5η Μεραρχία με τα Συντάγματα της 43ον, 44ον και 45ον μετέσχε της Μικρασιατικής Εκστρατείας με λαμπράν δράσιν.

Συνεκρότει δε η Κρήτη συγχρόνως και τας βοηθητικάς Μονάδας και Σχηματισμούς και προσέτι ενίσχυε με αποστολάς Αξ/κών και οπλιτών εκ των Εμπέδων της Κρήτης προς όλας τας άλλας Μονάδας του Στρατού μας.

Ετροφοδότει με το έμψυχο υλικόν της, γενναίους πολεμιστάς, - όλον τον Στρατόν μας, όλας τας ενόπλους δυνάμεις της Πατρίδος.

Αλλά δεν θα εκταθώ τώρα επ’ αυτών, ελλείψει χρόνου.

Οι Κρητικοί επέδειξαν κατά τους πολέμους ότι είναι άξιοι απόγονοι των Πατέρων και Προγόνων των.

Η Κρήτη μας δεν υστερεί αλλά πρωτοπορεί πάντοτε εις τους εθνικούς αγώνας.

Τα τέκνα της εκτελούν πάντοτε με αφοσίωσιν το καθήκον των προς την Πατρίδα.

Ι.Σ. ΑΛΕΞΑΚΗΣ

* Ο Γεώργιος Δημ. Φλουρής είναι συνταξιούχος δάσκαλος