Κάποιος που αγάπαγε τρελά και είχε το νου του χάσει
του ‘παιξε η Μοίρα τρομερό στη νιότη του παιχνίδι,
αφού η κόρη που ‘θελε του ‘ταζε να τον πάρει,
μόνο αν φέρει μια καρδιά στα πόδια της κι αφήσει,
και αυτή η καρδιά να ήτανε της ακριβής του μάνας!

Ο άμοιρος σαν τ’ άκουσε τρέχει στο πατρικό του
και βρίσκει εκεί τη μάνα του και κλαιν το ριζικό του

Κείνη που τον κατάλαβε καμιά μιλιά δεν βγάνει,
και του ‘δωσε ό,τ’ ήθελε τον πόνο του να γιάνει.

Σφιχτά κρατούσε την καρδιά που χτύπαγε στο χέρι,
και έτρεψε στην αγάπη του το νέο της φέρει.

Το άλογο σαν τον άνεμο έτρεχε και φυσούσε,
και ο φονιάς επήγαινε στο ταίρι που αγαπούσε.

Στο δρόμο πέσανε κι οι τρεις και οι πόνοι τον τυλίξαν,
μ’ από της μάνας την καρδιά λόγια γλυκά του αγγίξαν.

“Παιδί μου μήπως χτύπησες και είδα στα όνειρά μου;
Κι ανε πονείς πονώ κι εγώ μονάκριβη χαρά μου!”

Στα λόγια αυτά που άκουσε κατάλαβε το λάθος
και τότε έκλαψε πικρά με το δικό του πάθος

Οι Μοίρες εθυμώσανε κι ο Ερωτας οργίσθη
που μ’ ένα τέτοιο έγκλημα μια μάνα αφανίσθη!

Και τότε έπαψε η Κλωθώ ζωή γι’ αυτούς να κλώθη
και η Λάχεση στην τύχη τους κι αυτή εναντιώθη.

Υστερα ήλθε η Ατροπος και έκοψε το νήμα
γιατί τους άξιζε να μπουν βαθειά μέσα στο μνήμα.

Η πλάκα όταν τους σκέπαζε στον ήχο μιας καμπάνας,
έπαψε τότε να χτυπά και η καρδιά της μάνας.

Συμεών ο Ταρσεύς
Και για το ακριβές
Συμεωνίδης Γεώργιος
Αντιστράτηγος (ε.α.)