Βαθειά στης μήτρας τα παλάτια
μάνα διαιωνίζεις τη ζωή
με νέκταρ απ’ την καρδιά σου την ποτίζεις
και λαχταράς στο φως για να τη δεις.

Το πρώτο σκίρτημα στα σπλάγχνα σου όταν νιώσεις,
κάθε παλμός σου δίνει αίσθημα χαράς,
ανατριχίλα το κορμί σου όλο δονείται
και αψηφάς του τοκετού σου τα δεινά.

Κάθε σου πόνο τον ξεχνάς σαν ατενίζεις
δύο ματάκια μ’ ένα κλάμα γοερό
ένα παιδί που λαχταρούσες με αγάπη,
κι όνειρα έπλαθες γι’ αυτό από καιρό.

Ονειρα πλέκεις αρχοντόπουλο να γίνει
και παραστέκεις στο πλευρό του με στοργή
στον πυρετό του, στη χαρά του το φροντίζεις
διαιωνίζεις εσύ μάνα τη ζωή.

Τον Γολγοθά σου βήμα - βήμα ανεβαίνεις
με πίστη και αγάπη στο σκοπό
αντάλλαγμα δε θες απ’ το παιδί σου
ποτέ δε βαρυγκόμισες γι’ αυτό

Σαν φάρος παραστέκεις με αγάπη
εργάτρια στο στίβο το σκληρό
θυσία στο παιδί σου τη ζωή σου,
αν χρειαστεί, θα δώσεις δίχως δισταγμό.

Κι ακόμη την καρδιά σου αν ξεριζώσει,
ή την πληγώσει στη ζωή με απονιά
κακό ποτέ δε θα θελήσεις για να πάθει
και θα προσεύχεσαι γι’ αυτό ως τα γηρατειά.

Μαρίνος Ε. Μιζεράκης