Της Ρέας Γαλανάκη

Το βιβλίο «Λόγω τιμής» του Δημήτρη Ξυριτάκη, το οποίο οι πάντα καλαίσθητες εκδόσεις Μελάνι εξέδωσαν πριν από λίγο καιρό με υποδειγματικό τρόπο, καταγράφει είκοσι περίπου περιπτώσεις εκδικητικών φόνων που συνέβησαν στην Κρήτη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα περνώντας και στην πρώτη δεκαετία του 21ου .
Από την εισαγωγή κιόλας ο αναγνώστης, ιδιαίτερα όποιος δεν έχει σχέση με τον άγραφο πολιτισμό, με τις ορεινές κτηνοτροφικές κοινωνίες της Κρήτης και ιδιαίτερα με τη βεντέτα, αντιλαμβάνεται ότι εισδύει σε κόσμους άγνωστους, μισοφωτισμένους, ιδιότυπα τελετουργικούς, όλο και περισσότερο ανερμήνευτους από τη νοοτροπία της δικής μας εποχής. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι τα πάντα αποκτούν διαφορετικό νόημα όσο κρατά μια βεντέτα. Λόγου χάριν, ο χρόνος εκεί έχει άλλη σημασία από τον χρόνο της καθημερινής ζωής, αφού εκεί ο χρόνος λειτουργεί ως προσωπικό χρέος αίματος, ως ανεξόφλητο γραμμάτιο που είναι άγνωστο πότε ακριβώς θα εξοφληθεί, αμέσως ή μετά από χρόνια, η δε εξόφλησή του σημαίνει έναν προσεκτικά μελετημένο, αλλά ταυτόχρονα και τελετουργικό φόνο. Και καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι, όταν πραγματώνεται ο παραπάνω φόνος, τότε μόνο κλείνει τον κύκλο του ο χρόνος στη βεντέτα. Καταλαβαίνει ακόμη ότι, παρά το χυμένο αίμα, βαθιά είναι η «ηθική ανακούφιση», και «αποκατεστημένο το κύρος» του εκδικητή, αφού από τη μια μπορεί να εκτίθεται σε έναν καινούριο κύκλο αίματος, από την άλλη όμως έχει πράξει το «κοινωνικό του καθήκον», όπως αυτός τουλάχιστον το εννοεί. Έχει, δηλαδή, δικαιωθεί ο ίδιος, και ταυτόχρονα έχει δικαιώσει τον ήδη σκοτωμένο συγγενή του, στο όνομα του οποίου εκδικείται. Σε πιο παραδοσιακές μάλιστα πράξεις βεντέτας το όνομα του αδικαίωτου νεκρού έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να ακουστεί κατά τη διαδικασία της εκδικητικής πράξης.
Πρόκειται, λοιπόν, για τον κώδικα μιας μακραίωνης, μιας χαμένης στον χρόνο «δικαιοσύνης», που εισέρχεται στον 21ο αιώνα προφορικά, με πολλές παράπλευρες πράξεις να πλαισιώνουν την κεντρική πράξη, δηλαδή τον φόνο: Μερικά παραδείγματα: αυτός που σκοτώνει πρέπει αναγκαστικά να φύγει μαζί με όλη του την οικογένεια από τον τόπο του ενδεχομένως και για πάντα, ή ακόμη ότι οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά δεν επιλέγονται ως θύματα βεντέτας. Η παραβίαση τέτοιων εθιμικών «δικαιικών» κανόνων έχει, ή μάλλον είχε παλιότερα, ολέθριες συνέπειες. Είναι αυτονόητο, επίσης, ότι το εθιμικό δίκαιο με κανένα τρόπο δεν μπορεί στις ψυχές των εμπλεκομένων στη βεντέτα να συγκριθεί, με την απονομή δικαιοσύνης από τα επίσημα κρατικά δικαστήρια. Άνθρωποι, δηλαδή, που και σήμερα ακόμη στα ορεινά χωριά πατούν με το ένα πόδι στον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό (π.χ. βλέπουν τηλεόραση, έχουν αυτοκίνητο, ηλεκτρικές συσκευές, σύγχρονα αγροτικά εργαλεία, κομπιούτερ ή ταξιδεύουν μακριά), με το άλλο πόδι «ριζώνουν» σε ένα τρόπο ζωής και «δικαίου» κι έρχεται από πολύ παλιά, όπως αναφέρθηκε, ορίζει ωστόσο σε μεγάλο βαθμό την αόρατη εσωτερική συνάρθρωση, την λεπτή ισορροπία ορισμένων ορεινών κοινωνιών.
Αξίζει τον κόπο να δει κανείς ότι αυτές οι εσωστρεφείς ορεινές κοινωνίες λειτουργούν με ισχυρή συλλογικότητα, ίσως μάλιστα αυτή η ισχυρή συλλογικότητα- που κυρίως προστατεύει το σύνολο της κοινότητας και όχι το κάθε άτομο ξεχωριστά - να είναι ένας από τους λόγους που η βεντέτα, και άλλα συναφή, έχουν μακροημερεύσει: επειδή έχουν βοηθήσει την κοινότητα να μη διαλυθεί. Η ίδια η βεντέτα αναπτύσσεται ανάμεσα σε δυο ισχυρές και πολυμελείς οικογένειες, όπως φαίνεται και από τη λέξη «οικογενειακά» που σημαίνει στην κρητική διάλεκτο βεντέτα, αλλά και από το ότι τα οικογενειακά συμβούλια είναι αυτά που επιλέγουν το θύμα, ή - αντίθετα - αντιμετωπίζουν κάθε απειλή. Είναι ενδιαφέρον, δηλαδή, να υπογραμμίσουμε ότι οι άγραφοι νόμοι που ορίζουν τη λειτουργία στις ορεινές κλειστές κοινωνίες λειτουργούν διορθωτικά, με σκοπό δηλαδή να επιλυθούν τα προβλήματα που προκαλούνται στο εσωτερικό της κοινότητας όχι μόνο από τις βεντέτες, αλλά και από άλλα έκτακτα περιστατικά που αναστατώνουν μιαν από τις ισχυρές οικογένειες, επομένως και την κοινότητα, λόγου χάριν μια απαγωγή, μια ζωοκλοπή ή μια καταπάτηση βοσκοτόπων. Η διόρθωση πραγματοποιείται μέσα από αυστηρά καθορισμένους τρόπους, που και πάλι προσφέρει το άγραφο δίκαιο, συνήθως με ένα γάμο ανάμεσα σε αντίπαλες οικογένειες. Άλλωστε, θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξη μιας κοινωνίας χωρίς τους εξομαλυντικούς μηχανισμούς της. Το παράξενο δεν είναι ότι υπάρχουν όλα αυτά, το παράξενο είναι ότι συν-υπάρχουν μαζί με το επίσημο Δίκαιο του Ελληνικού Κράτους,όσο και μαζί με τις κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται όχι μόνο στο άστυ, αλλά και σε όλες τις ορεινές κοινότητες.
Ίσως ένας από τους βασικούς λόγους που κάνουν το ζήτημα της βεντέτας όχι μόνο διαχρονικό, όχι μόνο συγκλονιστικό, αλλά και πολύ επίκαιρο, είναι ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή συμβαίνει ακόμη και σήμερα, όπως αποδεικνύεται από το βιβλίο του Δημήτρη Ξυριτάκη. Η διάρκεια του φαινομένου από τη μια δημιουργεί την απορία, από την άλλη όμως μπορεί να βοηθήσει στην εμβάθυνση και την κατανόηση των ιδιαίτερων συλλογικών ή ατομικών συμπεριφορών μέσα στο σύγχρονο ευρωπαϊκό μας πλαίσιο.
Όσα ανέφερα δεν είναι, βέβαια, άσχετα με το ότι Δημήτρης Ξυριτάκης - ο επιφανής δικηγόρος, αγωνιστής και μελετητής της ιστορίας του Ηρακλείου - με σαφήνεια και συνέπεια υπηρετεί το επίσημο δίκαιο, τη σημερινή διάρθρωση και λειτουργία της κοινωνίας. Όμως ο πάντα θαρραλέος συγγραφέας τολμά να διακρίνει και να γράψει στην εισαγωγή του ότι «ο εκδικητικός φόνος στην Κρήτη ακόμη και σήμερα, που εκδηλώνεται με μια μάλλον εκφυλισμένη μορφή, δεν αποτελεί πάντοτε εκδήλωση βαρβαρότητας. Αυτό τον ώθησε, όπως λέει, να ασχοληθεί για δέκα περίπου χρόνια με το θέμα της βεντέτας, παράλληλα με την πρόθεσή του να συμβάλλει στη ζωηρή κατά τα τελευταία χρόνια προσπάθεια ανάδειξης και προβολής γενικά του Κρητικού Δικαίου, στάση με την οποία επίσης θα συμφωνούσα ανεπιφύλακτα, καθώς για μένα παράδοση και μνήμη τόπου, καταγωγική μνήμη, δεν είναι ούτε η μόδα μιας δήθεν «κρητικής κουζίνας», ούτε οι βρακοφόροι που χορεύουνε στις επετείους - για να μείνω σ’ αυτά - αλλά η προσπάθεια κατανόησης και διατύπωσης εκείνου του πολιτισμικού ασυνείδητου που επιβιώνει, ενοχλητικά πολλές φορές, μέχρι τις μέρες μας.
Το βιβλίο του Δημήτρη Ξυριτάκη πρωτοτυπεί ως προς θέμα του φέρνοντας στο φως πολλές ιστορίες βεντέτας (εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω το εξαιρετικό βιβλίο, διδακτορική άλλωστε διατριβή, του ανθρωπολόγου Άρη Τσαντηρόπουλου «Η βεντέτα στη σύγχρονη ορεινή κεντρική Κρήτη»). Ο φιλόπονος Δημήτρης Ξυριτάκης όχι μόνο εκθέτει καθεαυτές τις περιπτώσεις βεντέτας που γνωρίζει, αλλά τις κατατάσσει σε κατηγορίες, όπως «η εκδίκηση στα δικαστήρια», «μετακατοχικοί λογαριασμοί» και άλλα. Σημειώνω ακόμη ότι, ενώ στις μέρες μας η βεντέτα ακολουθεί όλο και περισσότερο εκφυλισμένες τακτικές, καμιά από τις περίπου είκοσι περιπτώσεις του βιβλίου δεν ταυτίζεται με μιαν άλλη. Θα έλεγα ότι αυτό υποστηρίζει την προσωπική σφραγίδα που μοιραία αποκτά κάθε προσωπική πράξη, όσο κι αν εντάσσεται σε ευρύτερες συλλογικές συμπεριφορές, όσο κι αν χρησιμοποιεί μια παλαιά, όλο και πιο φθίνουσα, τελετουργία. Η προσωπική, λοιπόν, σφραγίδα κάθε μιας βεντέτας, είναι μια από τις αιτίες που κάνουν το βιβλίο του Δ. Ξ. συναρπαστικό και ευανάγνωστο.
Σ’ αυτά θα πρόσθετα τη μυθιστορηματική αφήγηση κάθε περιστατικού βεντέτας: δεν περιγράφεται απλώς το περιστατικό, αλλά και η προϊστορία του, η λεπτομερής δικαστική του διαδρομή (και μάλιστα με τα ονόματα των δικαστών, εισαγγελέων κ.λπ.), συχνά και η μεθιστορία του, τι απέγιναν δηλαδή κάποιοι εκδικητές αφού εξέτισαν τη φυλάκιση που τους είχε επιβληθεί. Το ίδιο το ύφος, άλλωστε, του Δ. Ξ. χαρακτηρίζεται από κυριολεξία, λιτότητα και καλλιέργεια, που ανακαλούν όχι μόνο την επαγγελματική εμπειρία του συγγραφέα ως δικηγόρου, αλλά και την πολύχρονη ενασχόλησή του με την έρευνα και τα Γράμματα. Ούτε δαιμονοποιεί, επίσης, τους ήρωες των περιστατικών, ούτε τους αγιογραφεί. Λίγες φορές αφήνει να φανεί μια κάποια θετική του στάση, έως και ο έπαινός του προς κάποιον εκδικητή, κυρίως όταν πρόκειται για πολιτικής φύσεως βεντέτες, αλλά και σε ελάχιστες προσωπικές, όταν η άγραφη ηθική επιταγή εκδίκησης είναι τόσο καθολικά αποδεκτή, ώστε να ξεπερνά το τοπικό πλαίσιο, την απέχθεια του φόνου, τη βαθιά νομική του αντίρρηση για την πράξη. Μια κάποια αρνητική στάση του Δ. Ξ. διαφαίνεται σε ελάχιστες περιπτώσεις όταν με κυνισμό παραβιάζονται οι κανόνες της εκδίκησης.
Ο ίδιος ο Δ. Ξ. ελέγχει απολύτως το υλικό και τις βαθύτερες, πάσης φύσεως, προεκτάσεις του. Έχει γνωρίσει προσωπικά κάποιους από τους πρωταγωνιστές και όχι απλώς σαν συνήγορός τους. Έχει ζήσει επί δεκαετίες την κοινωνία και τον κόσμο των δικαστηρίων στην Κρήτη. Έχει ένα βάθος χρόνου στον τρόπο που σκέπτεται είτε ως νομομαθής, είτε ως άτομο που επέλεξε να ζήσει και να δημιουργήσει στη νήσο και το έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Από τη μεριά μου, τέλος, ομολογώ ότι έχω μια βαθιά σχέση μαθητείας μαζί του, καθώς πολλές φορές κατέφυγα στις στέρεες γνώσεις του για τον άγραφο νόμο και διάφορα δραματικά τοπικά περιστατικά, με τα οποία ασχολήθηκα στα βιβλία μου. Οι γνώσεις του με καθοδήγησαν. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ο ίδιος, ακριβός φίλος ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας, εμφανίζεται αυτοπροσώπως σε κάποιο έργο μου. Τον ευχαριστώ για όλα αυτά, προπάντων όμως για το έργο «Λόγω τιμής», που πρόσφατα μας χάρισε.

(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, στις 19/11/11)