Του Κώστα Χαρ. Νεονάκη

Δύο έμφυτες δυνάμεις είναι οι άγρυπνοι φρουροί της ύπαρξής μας, του έμφυτου της αυτοσυντήρησής μας. Ο φόβος και η ελπίδα. Αυτές κρατούν τις ισορροπίες στην πορεία της ζωής μας. Ο φόβος είναι ενστικτώδης αντίδραση σε πραγματικούς ή φανταστικούς κινδύνους. Φοβόμαστε τα φυσικά απρόοπτα και φυσικά αναπόφευκτα: αρρώστιες, πλημμύρες, καταιγίδες και γεράματα. Φοβόμαστε τα κοινωνικά δεινά: εκμετάλλευση, ληστείες, ανεργία, φτώχεια, συκοφαντία, πείνα. Περισσότερο όμως φοβόμαστε το θάνατο. Ο φόβος του θανάτου είναι αχώριστος σύντροφός μας. Οταν δεν ελέγχεται αχρηστεύει τις ηθικές και φυσικές δυνάμεις μας. Μας κάνει δειλούς και ανάξιους και πνιγόμαστε σ’ ένα “ποτήρι νερό” που λέει ο λαός μας.
Απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα μόνο ο άνθρωπος έχει επίγνωση του μυστηρίου του θανάτου γι’ αυτό και φοβάται περισσότερο. Η μεγαλύτερη όμως ανθρώπινη “ασκήμια” είναι ο φόβος του θανάτου, που αποβάλλεται μόνο με την έξοδο από τον εαυτό μας και την αυτάρκειά μας. Μόνο με τη βίωση των ανθρώπινων αξιών που ενσαρκώνει η ζωή και το έργο του Χριστού που έχουν κέντρο την αγάπη και θυσία για τους άλλους. Μόνο η αγάπη εξοβελίζει τον φόβο, “έξω βάλλει τον φόβον”. Το φόβο αποβάλλει η ταπεινή καρδιά γιατί αγαπά και εκπέμπει φως και φωτίζει τον περίγυρό μας για να μη σκοτεινιάζει. Χωρίς ταπείνωση όλες οι ανθρώπινες αξίες είναι ανώφελες εγκεφαλικές και διανοητικές γνώσεις. Είναι ψευδείς και δεν οδηγούν στην ελευθερία. “Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς” (Ιωαν. 8,32).
Αντίθετη, θεϊκή, δύναμη στο φόβο είναι η ελπίδα. Αυτή βοηθά την ταπείνωση και έξοδο από τον εαυτό μας γιατί είναι υπέρβαση της λογικής. Γιατί πολλές φορές αρχίζει από εκεί που σταματά εκείνη. Την ελπίδα γεννά η πίστη στο Θεό και είναι το στήριγμα των φοβισμένων και το όπλο των άοπλων. “Εάν δεν ελπίζεις δεν φτάνεις στο ανέλπιστο”, λέγει ο Ηράκλειτος.Ολες οι δημιουργικές μας πράξεις, που δίδουν νόημα στη ζωή μας, έχουν τη σφραγίδα της ελπίδας. Αυτή γεννά ιδανικά, όνειρα και εμπνεύσεις. Πάντα στήριγμα και βοηθός στην επανόρθωση των αποτυχιών μας. Πάντα εμψυχωτής όταν λυγίζει η σκέψη μας και πάμε να βουλιάξομε. Πάντα κρατά ανοιχτούς τους δρόμους των μεταφυσικών οραμάτων για να μην τελειώνει η πορεία μας στα ορατά και πεπερασμένα αλλά να συνεχίσει στα αόρατα και άπειρα. Πάντα εμπνέει τους ελπίζοντες να θεωρούν τη δουλειά και το έργο τους αποστολή και χρέος στην κοινωνία που ζουν.
Με την ελπίδα ζούμε και αναπνέομε. Χωρίς αυτή χάνεται το οξυγόνο και πεθαίνομε. Στην ελπίδα όμως δεν πρέπει να παραδινόμαστε και να μας οδηγεί σε “φρούδες ελπίδες”. Σε κόσμους ανύπαρκτους και ψεύτικους γιατί γινόμαστε δούλοι της τυραννίας της “τύχης”. Αυτό συμβαίνει όταν χωρίς κόπους και μόχθους αναζητούμε πλούτη και αξιώματα σε βάρος των άλλων.
Φανταστικούς φόβους και ψεύτικες ελπίδες δημιουργούν και προβάλλουν οι εκμεταλλευτές των λαών για να ηρεμούν τον κόσμο και να καλύπτουν τα σχέδια και εγκλήματά τους. Χρησιμοποιούν το φόβο ως “χαλινάρι” στις πράξεις των ανθρώπων και την ελπίδα “φρένο” για να μην ξεσηκώνονται οι καταπιεσμένοι.
Το φόβο του, δήθεν, πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράκ χρησιμοποίησαν για να καταστρέψουν τη χώρα. Το φόβο του εβραϊκού σιωνισμού χρησιμοποίησε ο Χίτλερ για να φτάσει στο “ολοκαύτωμα”. Το φόβο της κόλασης χρησιμοποίησαν οι ιεροεξεταστές για να δικάσουν και κάψουν τους “αμαρτωλούς”.
Φανταστικούς και τεχνικούς φόβους χρησιμοποιούν οι δικτάτορες για να ελέγχουν τους λαούς. Οι πολεμοχαρείς για να κηρύσουν πολέμους. Οι πολιτικοί για να εξουδετερώνουν αντιπάλους και να ξεγελούν τους ψηφοφόρους.
Η πατρίδα μας πονεί και υποφέρει, αφάνταστα σήμερα, από τέτοιου είδους φόβους. Τους ετοίμασαν και σέρβιραν στο λαό μας με μαεστρία οι εκπρόσωποί του: “Απειλές πως το καράβι μας θα τσακιστεί στα βράχια. Επιπλήξεις πως είμαστε τεμπέληδες και απατεώνες. Απειλές για χρεοκοπία, φτώχεια και πείνα. Υπογραφές “μνημονίων” και έλεγχο της χώρας από ξένους αφέντες για να σωθούμε. Περικοπές μισθών και συντάξεων συνεχείς. Απολύσεις και ανεργία εγκληματική. “Χαράτσι” και στο σπίτι του φτωχού. Εμείς κυριευμένοι από φόβο και χωρίς ελπίδα δεχόμαστε να μας δέρνουν και εξευτελίζουν για να γλιτώσουμε την εκτέλεση.
Το φόβο και τρόμο έχουν καλλιεργήσει, προ πολλού, σ’ εμάς τους Ελληνες οι εκπρόσωποί μας. Δεν μιλούμε για να μην ενοχλήσομε τον εχθρό γείτονά μας. Σιωπούμε στις παραβιάσεις και προκλήσεις και περιορίζομε τα δικαιώματά μας στα νησιά και θάλασσές μας. Δεν διδάσκομε στα σχολεία τις γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου, της Μ. Ασίας, της Κωνσταντινούπολης και αλλού γιατί μας έμαθαν να ζούμε στο φόβο και διδάσκομε το “συνωστισμό” στο λιμάνι της Σμύρνης. Κουβέντα για τα δύο εκατομμύρια των Ελλήνων που εκτελέστηκαν ή πέθαναν από πείνα στις γενοκτονίες. Δαπανούμε τρομακτικά ποσά στους εξοπλισμούς και δεν τους χρησιμοποιήσαμε ούτε στην τραγωδία της Κύπρου το 1974, που θα ‘χαμε ξεμπερδέψει με τον “μπαμπούλα”.
Είναι κρίμα να καλλιεργείται τέτοιας έκτασης ηττοπάθεια στο λαό μας που η ιστορία του επιτάσσει το αντίθετο: “Οταν αποφασίσαμε να κάμομε την επανάσταση (1821), δεν εσυλλογιστήκαμε ούτε πόσοι είμαστε, ούτε πως δεν είχαμε άρματα, ούτε πως οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις, ούτε μας είπε κανείς φρόνιμος: “πού πάτε να πολεμήσετε με σιτοκάραβα; αλλά σαν μια βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας και όλοι μαζί εκάμαμε την επανάσταση”. (Θεοδ. Κολοκοτρώνης, Απαντα Τ.Α’, σελ. 230). Συνεχίζει ο Κολοκοτρώνης με ομιλία στην Πνύκα: “Είχαμε μεγάλη ομόνοια τον πρώτο χρόνο. Αν αυτό βαστούσε δυο χρόνια, θα φτάναμε στην Κωνσταντινούπολη. Τόσο είχαν τρομάξει οι Τούρκοι ώστε άκουγαν Ελληνες κι έφευγαν μίλια μακριά”.
Δεν είναι κρίμα εμείς οι απόγονοι αυτών των ηρώων να ζούμε φοβισμένοι και ξεπεσμένοι; Δεν είναι κρίμα να ξεχνούμε την ιστορία μας και να περιφρονούμε τη ματωμένη σημαία μας που ξεκίνησε το 1821, κυμάτισε θριαμβευτικά στους Βαλκανικούς και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και υψώθηκε υπερήφανη στα βουνά της Αλβανίας το 1940-41; Δεν είναι κρίμα να εορτάζομε τις εθνικές μας επετείους με τόση αδιαφορία σα ν’ αναφέρονται σε γεγονότα που δεν μας ενδιαφέρουν;
Πριν λίγες μέρες εορτάσαμε τη Σάρκωση του Χριστού που έγινε Θεάνθρωπος όχι για να καταλύσει τον κόσμο αλλά να τον μεταμορφώσει. Ηρθε να καταργήσει το φόβο του θανάτου και τις αιτίες που δημιουργούν τις κρίσεις και τους βασανισμούς των ανθρώπων σε κάθε εποχή. Εμείς όμως οι άνθρωποι, με την ψυχρή λογική μας, παραμερίζομε το Θεάνθρωπο και θεοποιούμε τον εαυτό μας. Ο εγωισμός δεν αφήνει μέρος στην καρδιά μας για το Θεάνθρωπο και συνάνθρωπό μας. Οσοι βιώνουν τα Χριστούγεννα ανοίγουν την πόρτα της καρδιάς, ζωντανεύουν την αγάπη και την ελπίδα, σβήνουν τους φόβους, γίνονται μια οικογένεια, αλλάζουν καταστάσεις, γκρεμίζουν αιχμαλωσίες και ζουν ελεύθεροι. Σ’ αυτό το δύσκολο και όμορφο αγώνα ποτέ δεν είναι μόνοι.