Eπιμέλεια Άννα Κωνσταντουλάκη

Tους έχει κερδίσει όλους με τον δυναμικό χαρακτήρα και την πολυσχιδή προσωπικότητά του..

Οταν δεν κυνηγάει μηχανάκια και δεν πλατσουρίζει στα νερά, συνοδεύει σαν κύριος, τους φίλους του στις δουλειές τους και γλείφει τα χέρια των περαστικών... Κοιτάζει στα μάτια τους ανθρώπους που τον αγαπούν, απολαμβάνει τα χάδια και τη φροντίδα τους, περισσότερο όμως απολαμβάνει την ελευθερία του...

Την ιστορία του Τίτου που κατάφερε να ενώσει μια ολόκληρη γειτονιά, μας γράφει η καθηγήτρια του ΤΕΙ Στάθια Ζουγανέλη:

«Το όνομά του είναι Τίτος και έφτασε στα μέρη μου πριν από τρία χρόνια περίπου, όπως ακριβώς φτάνουν κατά καιρούς τόσα και τόσα αδέσποτα που ξεδιψάνε στα νερά μου. Τα λιοντάρια μου το μυρίστηκαν από την αρχή∙ φωνακλάς και φασαριόζος, ήταν εμφανές ότι είχε έρθει για να ταράξει το κατεστημένο της πλατείας. Ο Αποστόλης, καλή του ώρα εκεί που είναι, βρυχήθηκε και ξαναβρυχήθηκε, πάλευε ο καμένος να διατηρήσει την αρχηγία του, αλλά μάταια, ο νόμος της βαρύτητας τον κέρδιζε μέρα με τη μέρα. Είχε, βλέπεις, ο μικρός και το σιγοντάρισμα μιας ξένης, καθηγήτριας, που όποτε πετύχαινε τον Τίτο σε καβγά, έμπαινε μπρος και τον ξελάσπωνε. Ε, δεν ήθελε και αυτός πολύ, μια και δυο και τρεις την ανακήρυξε αρχηγό του, λόκαρε πού μένει και όποτε ξεπόρτιζε από την Αγ. Τίτου, τσουπ, να σου τον τον κύριο, πιστός ακόλουθός της. Και να τα μπλοζόν για χάρη της και να τα παιχνίδια. Γινήκαν ταίρι αχτύπητο. Ρούπι δεν την άφηνε, παρά μόνο όταν εκείνη γύριζε πια από τις δουλειές στο σπίτι. Α! Όλα και όλα. Την αγαπούσε, την ακολουθούσε, αλλά η ελευθερία, ελευθερία. Άλλωστε, και η επαύριο μέρα ήταν. Θα την ξανάβρισκε. Ήταν, όμως, και κάτι νύχτες που – ποιος ξέρει γιατί – ο Τίτος τρύπωνε στην πολυκατοικία της, ανέβαινε τα σκαλιά και της γρατζουνούσε παραπονιάρικα την πόρτα…

Έτσι περνούσε ο καιρός και ο Τίτος γνώρισε και ένωσε με τα τερτίπια του όλη τη γειτονιά του κέντρου, τον κύριο Θάνο, το Γιάννη από το ψιλικατζίδικο (…και ας αλλαξοπίστησε πρόσφατα σε γατόφιλο), τη Δήμητρα από το βιβλιοπωλείο, τα παιδιά από τη Γαλήνη και το φούρνο του Νερατζούλη, την Ίριδα με τα βιολογικά, τη Μαρία στην τράπεζα, τη Ναταλία, τους ανθρώπους στην αγορά και στην πλατεία.

Μόνο να, έχει και αυτός ένα κουσούρι∙ ό,τι κινείται, το κυνηγά. Τον βλέπουμε καμιά φορά που περνάει από μπροστά μας και μας πιάνεται η ψυχή. Μα είναι ποδήλατο, μα μηχανάκι, μα άνθρωπος που τρέχει, όλα, όλα τούτα τα κινούμενα είναι για αυτόν τρελό παιχνίδι, ευκαιρία για σαματά. Οι άνθρωποι όμως σκιάζονται, βρίζουν, αντιδρούν. Τους είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι αν σταματήσουν για λίγο, θα φύγει και θα βαρεθεί. Άλλωστε, και το παιχνίδι του κυνηγητού μόνο έτσι δεν τελειώνει;

Αμ, το άλλο, που καθώς περπατάει ο κόσμος, πάει και χώνει τη μουσούδα του στην παλάμη τους και τη γλείφει, πα, πα, πα, εκεί να δεις γέλια… Εγώ πάντως τον χαίρομαι πολύ τον Τίτο, διότι ξέρει να επιβιώνει, αλλά κυρίως διότι δε χάνει ποτέ την ευκαιρία, χειμώνα καλοκαίρι, να τσαλαβουτήσει στα νερά μου και να τα κάνει όλα τριγύρω λούτσα. Προσφέρει θέαμα τρομερό και οι τουρίστες μας φωτογραφίζουν παρέα. Ο Τίτος είναι αναμφισβήτητα η μασκότ της πλατείας».