Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]

Η επιφυλακτική υποδοχή του Κονδυλάκη στον νεαρό θεατρικό συγγραφέα Καζαντζάκη

Μια κριτική του Διαβάτη στο «Εμπρός», με αφορμή την παράσταση του ερωτικού δράματος «Ξημερώνει», το καλοκαίρι του 1907


Ήταν η δεύτερη «συνάντηση» του μεγάλου Κονδυλάκη με τον νεαρό Νίκο Καζαντζάκη, τον μόλις 24χρονο συγγραφέα του θεατρικού έργου «Ξημερώνει», που έκανε τότε την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα. Το έργο, το πρώτο θεατρικό του μεγάλου συγγραφέα και στοχαστή, έκανε πρεμιέρα το Σάββατο 7 Ιουλίου του 1907 στη σκηνή του αθηναϊκού θεάτρου «Αθήναιον». Ο Κονδυλάκης παρακολούθησε την παράσταση. Αλλά η υποδοχή του ήταν επιφυλακτική. Περισσότερο για τη σκηνική παρουσία, το στήσιμο. «Τα προφανέστατα ελαττώματα του δράματος φαίνονται προερχόμενα από άγνοιαν της σκηνής», σημείωνε ο Διαβάτης σε κριτικό του σημείωμα στο «Εμπρός» της Δευτέρας 9 Ιουλίου 1907. «Και ήτο επόμενον, διότι, ως πληροφορούμαι, ο συγγραφεύς είνε νεότατος». Ταυτόχρονα όμως διέκρινε δυνατότητες και προοπτικές στον νεαρό Καζαντζάκη, κυρίως από την προηγούμενη, την πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα, από το έργο “Όφις και Κρίνο”, όπως σημείωνε σε άλλο σημείο του κριτικού σημειώματός του. «Με περισσοτέραν γνώσιν της σκηνής θα δώση έργα πολύ καλλίτερα. Και αυτό τούτο το παιζόμενον εις το “Αθήναιον” δράμα δίδει εις τινας σκηνάς αυτάς τας ελπίδας», έγραφε.

Ήταν η δεύτερη φορά που ο Κονδυλάκης δημοσίευε κριτική για τον φιλόδοξο συμπατριώτη του συγγραφέα, τον οποίο ήταν φανερό ότι δεν είχε γνωρίσει προσωπικά. Πάντως χωρίς να ξέρει ότι ήταν ο Καζαντζάκης, ο Διαβάτης τον είχε «συναντήσει» και νωρίτερα, 1,5 χρόνο πριν, όταν στις 18 Ιανουαρίου 1906 τού είχε δημοσιεύσει ίσως την πρώτη κριτική για το παρθενικό του έργο «Όφις και κρίνο». Δεν γνώριζε όμως ακόμη ότι το περίεργο όνομα Κάρμα Νιρβαμή, με το οποίο υπέγραφε το έργο και που δεν ξεκαθαριζόταν αν αφορούσε σε άνδρα ή γυναίκα, αντιστοιχούσε στον Καζαντζάκη. Όταν πλέον έγραφε την κριτική του για την παράσταση «Ξημερώνει», το γνώριζε. Τις συγγραφικές αρετές του νεαρού Ηρακλειώτη, ο Κονδυλάκης τις είχε αναγνωρίσει δημόσια σʼ εκείνο το πρώτο δημοσίευμά του, τον Ιανουάριο του 1906.

«Eκείνος όστις έγραψε το ημερολόγιον αυτό – έγραφε στην κριτική του για το ερωτικό “Όφις και Κρίνο”, την οποία παρουσιάσαμε στις 26 Ιουλίου 2010- έχει αναγνώσει Δανούντσιον πολύ ή ολίγον, απʼ ευθείας ή διά του Έλληνος συγγραφέως των “Διηγημάτων του Δειλινού” και του “Ασματος των Ασμάτων”· και εις τον Δανούντσιον ανεκάλυψε το συγγραφικόν του ιδεώδες και μίαν συγγένειαν αισθημάτων και ιδεών, ήτις το έρριψεν εις την τροχιάν του Ιταλού ποιητού, όπως οι διάττοντες παρασύρονται εις την τροχιάν των μεγάλων άστρων, εις τα οποία πλησιάζουν.

Αλλʼ ο συγγραφεύς του ημερολογίου δεν είνε ανάξιος εκείνου τον οποίον εξελέξεν ο θαυμασμός του ως οδηγόν και ως πρότυπον».

Και πρόσθετε, σε άλλο σημείο:

«Το ύφος έχει κάτι το βιβλικόν, κάτι τι ωρισμένως, από το Άσμα των Ασμάτων· και διά τούτο μία περικοπή εκ τούτου παρεισαγομένη εις τον μονόλογον του καλλιτέχνου, θα ηδύνατο σχεδόν να παρέλθη απαρατήρητο αν δεν την διέκρινεν η γλώσσα».

Τώρα, 1,5 χρόνο μετά, ο Κονδυλάκης ξανασυναντούσε τον Καζαντζάκη, που αυτή τη φορά υπέγραφε με το όνομά του. Ήταν ο ίδιος εκείνος άγνωστος συγγραφέας, που τον ενθουσίασε στην πρώτη επαφή με το κείμενο και τις απόψεις του. Στην κριτική της 9ης Ιουλίου 1907 για την παράσταση με το έργο «Ξημερώνει», αναγνώρισε ότι ο Καζαντζάκης δεν τα κατάφερε καλά, αν και είχε μια υψηλή φιλοδοξία στο επίπεδο των ιδεών που προκύπτουν από το έργο. «Ηθέλησε –έγραφε- να παρουσιάση από σκηνής έργον ιδεών και έργον τέχνης αληθινής, εξ εκείνων τα οποία δεν απευθύνονται απλώς εις την περιέργειαν. Δυστυχώς όμως η προσπάθειά του δεν έφθασε, δεν προσήγγισε καν εις τον σκοπόν του. Αι ιδέαι του έμειναν μόνον λόγια, τα οποία σπανίως έχουν τον δυνατόν λυρισμόν, όστις διαπνέει εν άλλον έργον του, όχι σκηνικόν αυτό, περί του οποίου έκαμα λόγον εδώ πέρυσι. Λόγια πάρα πολλά, τα οποία όσον φλογερώτερα προσπαθούν να φανούν, τόσον ψυχροτέραν εντύπωσιν κάνουν, διότι φαίνονται ψευδή. Αι ιδέαι του δεν ενσαρκούνται, δεν μορφοποιούνται, αλλά λέγονται, απαγγέλλονται».

Στο ίδιο κείμενο ο Κονδυλάκης ασκούσε κριτική στους οργανωτές του Παντελίδειου διαγωνισμού, στον οποίο ο Καζαντζάκης υπέβαλε το έργο του, αλλά πήρε μόλις το τρίτο βραβείο. Περίπου, δηλαδή, απορρίφθηκε, μετά πολλών επαίνων! Όμως αυτή η απόρριψη ήταν κατά τον Διαβάτη, εγγύηση υπέρ του έργου! Κι αυτό γιατί η κριτική του σε σχέση με τους διαγωνισμούς ήταν ότι βραβεύονταν τα αποτυχημένα έργα!



Το έργο

Το «Ξημερώνει», το πρώτο αστικό δράμα του Νίκου Καζαντζάκη, γράφτηκε τον Αύγουστο του 1906. Δύο πράξεις του έργου δημοσιεύτηκαν στη φιλολογική «Πινακοθήκη» του Δ. Καλογερόπουλου. Ο Καζαντζάκης είχε εξομολογηθεί στον εκδότη ότι η συγγραφή έγινε υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση, έκλαιγε καθώς το έγραφε. Στον Παντελίδειο διαγωνισμό πήρε το τρίτο βραβείο, αλλά ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, Σπυρίδων Λάμπρου θα τονίσει κατά τη βράβευση: «Δίνουμε στον ποιητή το δάφνινο στεφάνι μα τον διώχνουμε απ' αυτόν τον ιερό χώρο, παραφράζοντας τα λόγια του ιατρού στο έργο: “Εγώ συμφωνώ με τον Πλάτωνα. Να τους στεφανώσουμε (τους ποιητές) και να τους διώξουμε”».

Η υπόθεση του έργου – όπως αναφέρεται στα «Κρητικά Επίκαιρα» του 1997: Η Λαλώ, η πρωταγωνίστρια (το όνομα θα χρησιμοποιήσει και η Γαλάτεια σαν ψευδώνυμο, Λαλώ ντε Κάστρο) είναι ερωτευμένη με τον αδελφό του άνδρα της. Να αναπτύξουν κρυφά σχέσεις της φαίνεται ανεπίτρεπτο, όμως πάλι και να το σκάσει μαζί του δεν το τολμάει, αναλογιζόμενη τις συνέπειες της κοινωνικής κατακραυγής που θα έπεφταν πάνω στη Χρυσούλα, την κόρη της. Η φίλη της η Φωφώ τη συμβουλεύει να κάνει το βήμα που δεν τόλμησε η ίδια και να εγκαταλείψει τον άντρα της. Το ίδιο τη συμβουλεύει και ο γιατρός (μια συχνά επαναλαμβανόμενη φιγούρα σε έργα της εποχής, όπως στο "Θείο Βάνια" του Τσέχωφ, "Το κουκλόσπιτο" του Ίψεν κ.α.) φίλος της οικογένειας, ο οποίος στα νιάτα του περίμενε μια παρόμοια κίνηση από τη μητέρα της Λαλώς. Ο γιατρός αυτός αποτελεί και τον εκφραστή της καινούργιας ηθικής. Με μια συζήτηση που έχει με τον Φίλιππο, τον αγαπημένο της Λαλώς, ο οποίος σαν ποιητής φαίνεται να εκφράζει παρωχημένες αντιλήψεις στη σφαίρα της ποίησης, όπως και η Λαλώ στη σφαίρα της ηθικής με τις αναστολές της, αναπτύσσει γεμάτος πάθος και με ένα προφητικό τόνο στο λόγο του, που θυμίζει το "Τάδε έφη Ζαρατούστρα, τις "ανατρεπτικές" αντιλήψεις του, που συνιστούν και τον ιδεολογικό ορίζοντα του έργου. "Αφίσετε τον ουρανό, μην υμνείτε πλεια τη μελαγχολία που χύνουν οι δύσες των ήλιων και τα παράπονα που αναστενάζει η θάλασσα, μην υμνείτε πλεια την αγάπη την υστερική και ψεύτρα, τη διεφθαρμένη από θρησκευτικές εκστάσεις κι επιπόλαιες ρομαντικότητες και ψάλλετε μας την αγάπη την αληθινή και τη χαρά της ζωής και τις ανατολές του ήλιου και την ευτυχία του μέλλοντος όταν ξετιναχτούν από πάνω μας και γκρεμιστούνε χάμαι οι προλήψεις και οι ψεύτικες συνθήκες της κοινωνίας τώρα, όταν οι φυσικοί και κοινωνικοί νόμοι σμίξουν και γίνουν ένα.

(Εξακολουθεί επί μάλλον εμπνευσμένος). Μάθετέ μας πως η χαρά είναι καθήκον και η ευτυχία δικαίωμα δικό μας, Χαιρετίζετε πρώτοι το ξημέρωμα κάθε καινούργιας ιδέας και σκορπάτε την σε ήχους και σε φως κάτω στις πεδιάδες... Οι καρδιές σας θα πηγαίνουν μπροστά και θα καίονται αλλά και θα φωτίζουν και θα δείχνουν τον ανήφορο που φέρνει στην Αλήθεια. Και θ' ανεβαίνομε όλοι μαζί απάνω στο Βουνό. Και θα μας φέρετε μια μέρα, ένα Πρωί, απάνω στην Κορφή και θα ιδούμε γύρω μας τους ορίζοντες ολάνοιχτους και θ' αναπνεύσομε τον αγέρα που δεν εμολύναν οι αναπνοές των πεδιάδων... Θάναι το Μεγάλο Ξημέρωμα. Και τότε θα χτίσουμε όλοι μαζί ένα Ναό-γίγαντα, να μπορεί να χωρέσει όλη την ανθρωπότητα, περήφανο κι ασάλευτο απάνω στους Βράχους και θα τον αφιερώσομε στην Αλήθεια και στην Ευτυχία. Και θα σημάνομε τις καμπάνες και θ' αναγγείλομε στα άστρα τη νίκη του ανθρώπου".

Ο έρωτας της Λαλώς δεν είναι ένα εξιδανικευμένο, αναιμικό ρομαντικό αίσθημα, είναι ένα αίσθημα αισθησιακό, όπως της Αρετούσας για τον Ερωτόκριτο. Σε μια συζήτηση με τη Φωφώ λέει χαρακτηριστικά: "Ω! αν είναι αυτή η αγάπη, είναι μαρτύριο του κορμιού, είναι αποσύνθεση του οργανισμού μας όλου, άγρια εξέγερση των ενστίκτων και των φυσικών νόμων από το ένα μέρος, όλων των κοινωνικών νόμων από το άλλο.... Πού είναι η αλήθεια;" αναρωτιέται σαν τον Τεύκρο στην "Ελένη" του Σεφέρη. Για τον ποιητή όμως είναι ξεκάθαρο που είναι η αλήθεια. Όπως οι σοφιστές, όπως οι Λοκ, Χόμπς και Ρουσσώ, όπως, διστακτικά, ο Φρόιντ και πιο απερίφραστα οι φιλόσοφοι της σχολής της Φρανκφούρτης, Ράιχ, Μαρκούζε κλπ, προκρίνει τους φυσικούς νόμους, τους νόμους των ενστίκτων.

Στο δίλημμα της Λαλώς έχουν βρεθεί πολλές ηρωίδες, πραγματικές και μυθιστορηματικές (Μαντάμ Μποβαρύ, Άννα Καρένινα, Άννα στο "Χρονικό μιας μοιχείας" της Μάρως Βαμβουνάκη), όμως, από τις μυθιστορηματικές τουλάχιστον, μόνο η Λαλώ θα αυτοκτονήσει πριν προχωρήσει στην ολοκλήρωση των σχέσεών της με εκείνον που αγαπά, για να ξεφύγει από ένα ηθικό δίλημμα, και όχι από τον σπαραγμό της εγκατάλειψης. Τελικά ο αμοραλισμός του έργου βρίσκεται μόνο στο επίπεδο των ιδεών, και προφανώς των προθέσεων του Καζαντζάκη, ενώ από την άποψη του μύθου, που αποκαλύπτει ένα ισχυρά ανθιστάμενο υπερεγώ στο υποσυνείδητο του συγγραφέα, το έργο είναι ολότελα μοραλιστικό' όχι μόνο, όπως επισημαίνει ο Ξενόπουλος, επειδή ο γιατρός συμβουλεύει τη Λαλώ να ομολογήσει τίμια την κατάσταση στον άντρα της και να ζητήσει διαζύγιο, αλλά κυρίως γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η αυτοκτονία της Λαλώς δικαιώνει την κυρίαρχη ηθική, αναδεικνύοντας τη δύναμή της.

Η αυτοκτονία της Λαλώς θα μπορούσε να διαβαστεί και με άλλους τρόπους πέρα από τον ψυχαναλυτικό, π.χ. κοινωνιολογικό. Έχει ειπωθεί ήδη ότι η αυτοκτονία της Λαλώς εκφράζει ότι το κοινό της εποχής εκείνης δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί τέτοιες καταστάσεις. Ακόμη μπορεί να οφείλεται σε μια καθαρά δραματική σύμβαση, ένας ήρωας να πεθαίνει, και ο Καζαντζάκης διάλεξε αυτή σαν πιο κατάλληλη. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι συμπλέκονται και οι τρεις αυτοί παράγοντες.

Η βʼ πράξη και η κριτική Κονδυλάκη

Σήμερα, αναδημοσιεύουμε από την «Πινακοθήκη» του 1907 τμήμα της δεύτερης πράξης του δραματικού έργου του Καζαντζάκη, καθώς και την κριτική που δημοσίευσε στις 9 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς ο Κονδυλάκης στο «Εμπρός». Σημειώνεται ότι συνολικά ανέβηκαν 4 παραστάσεις στο «Αθήναιον».