Κείμενο, μετάφραση, απόδοση στα Ελληνικά Αλέκος Α. Ανδρικάκης [email protected]

Η πολιορκία του Χάνδακα έμοιαζε με αυτήν της Τροίας

Ένα άγνωστο δοκίμιο του Βολταίρου για τον Κρητικό Πόλεμο


Τα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια μπορεί να αγνοούν προκλητικά τη σχεδόν 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα (Μάιος 1647- Σεπτέμβριος 1669) από τις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά με την πλέον μακροχρόνια πολιορκία πόλης στην ιστορία έχουν ασχοληθεί κορυφαίες ιστορικές μορφές του πνεύματος, όπως ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet). Ο Αρουέ δεν ήταν άλλος από τον κορυφαίο Γάλλο φιλόσοφο, συγγραφέα, αλλά και ιστορικό Βολταίρο (21 Νοεμβρίου 1694 – 30 Μαΐου 1778), τον πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του διαφωτισμού κατά τον 18ο αιώνα.

Ο Βολταίρος στην Παγκόσμια Ιστορία των κρατών, μέχρι τα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄, μέχρι δηλαδή και το τέλος του 17ου αιώνα, συμπεριέλαβε κεφάλαιο με την ιστορία της κατάκτησης της Κρήτης (Κάνδιας) και του Ηρακλείου (Χάνδακα) από τους Τούρκους, περιγράφοντας τα γεγονότα που προηγήθηκαν της επίθεσης των Τούρκων στα Χανιά, το 1645, μέχρι και αυτά της κατάκτησης της πρωτεύουσας του νησιού, το 1669.

Το έργο του κυκλοφόρησε στα Γαλλικά το 1751, αλλά εντοπίσαμε μια μετάφραση του 1759 στα Αγγλικά, απʼ όπου μεταφράσαμε και αποδίδουμε στα Ελληνικά το κεφάλαιο που επιγράφεται «Πολιορκία του Χάνδακα» (Siege of Candia). Στη συγκεκριμένη αγγλική έκδοση, που κυκλοφόρησε το 1759, το κεφάλαιο για τον Χάνδακα περιλαμβάνεται στον τέταρτο τόμο. Ο μεταφραστής του έργου Nugent έχει προσθέσει χρονολογίες στα γεγονότα, στο πλάι του κειμένου, όπως συνηθιζόταν στα ιστορικά έργα της εποχής.



Το δοκίμιο

Ο Βολταίρος παρομοιάζει την πολιορκία του Χάνδακα με αυτήν της Τροίας. Στα γεγονότα της τελικής φάσης, όταν η πίεση των Τούρκων ήταν εξαιρετικά μεγάλη, εντοπίζει τρία πρόσωπα ως κεντρικά: τον αρχιστράτηγο των υπερασπιστών Φραντζέσκο Μοροζίνι, τον αρχιστράτηγο των Τούρκων, τον μεγάλο, δηλαδή, βεζίρη Αχμέτ Κιοπρουλή ή Κιουπρολί, όπως τον γράφει, τον οποίο αναφέρει ως μεγάλο στρατηγό, άνθρωπο δίκαιο και ανθρωπιστή, καθώς και τον Έλληνα Παναγιώτη Νικούσιο, τον μεγάλο δραγουμάνο της Υψηλής Πύλης και του Κιοπρουλή, τον οποίο μάλιστα ο Βολταίρος καταγράφει με παραφρασμένο όνομα («Παγανώτος»).

Το δοκίμιο αρχίζει με την περιγραφή της αφορμής του Κρητικού Πολέμου, δηλαδή την επίθεση των ιπποτών της Μάλτας στον τουρκικό στολίσκο που μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα, ανάμεσα στους οποίους υπήρχε η φήμη ότι ήταν κι ένας γιος του σουλτάνου Ιμπραήμ, αλλά και η μητέρα του παιδιού. Τα πλοία που πιάστηκαν μεταφέρθηκαν στους Καλούς Λιμένες, γεγονός που έδωσε την αφορμή στους Τούρκους να αρχίσουν την επίθεση εναντίον της Κρήτης, αφορμή που τόσο αναζητούσαν, καθώς επεδίωκαν την κατάκτηση του νησιού, λόγω της στρατηγικής του θέσης.

Σημειώνεται ότι ο Βολταίρος στην περιγραφή των γεγονότων της τελικής φάσης της πολιορκίας του Χάνδακα δεν κάνει αναφορά στην προδοσία του Ανδρέα Μπαρότσι, που θεωρείται καθοριστική στην πτώση της πόλης και στην τελική συνθηκολόγηση στην οποία οδηγήθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1669, ο αρχιστράτηγος των Βενετσιάνων Μοροζίνι. Εντοπίζει όμως, και σωστά, τη συμβολή του Γάλλου στρατηγού Σαιντ Αντρέ Μοντμπρούν, που ήταν στην υπηρεσία των Βενετών, στην άμυνα.

Το κείμενο ξεκινά με αναφορές στο σουλτάνο Ιμπραήμ, γιο του Μουράτ, στην εποχή του οποίου ξεκίνησε η εκστρατεία στην Κρήτη, σημειώνοντας ότι στην ουσία αυτός δεν είχε καμιά συμμετοχή στο σχεδιασμό και τις αποφάσεις, αφού ήταν αδύναμος και το κουμάντο είχαν οι γενίτσαροι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.



Η ιστορία του 25χρονου Κρητικού Πολέμου

Στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή η Κρήτη ήταν η μοναδική χριστιανική περιοχή το πρώτο μισό του 17ου αιώνα που δεν ήταν στην κατοχή των Τούρκων. Η Κύπρος είχε κατακτηθεί το 1570 ενώ οι άλλες ελληνικές περιοχές ήταν ήδη υπό την κυριαρχία του σουλτάνου. Η αφορμή για να εισβάλει η Τουρκία στην Κρήτη ήταν ένα περιστατικό που θεωρήθηκε ως πρόφαση για την τουρκική πλευρά, που αναζητούσε κάποιο τρόπο να πατήσει το πόδι της στο Βασίλειο της Κάνδιας, όπου ονομαζόταν από τους Ενετούς η Κρήτη. Το 1644 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας συνάντησαν και κατέλαβαν κοντά στην Κρήτη ένα τουρκικό πλοίο το οποίο μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Τούρκων, το πλοίο και οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στα Χανιά. Η οργή της Υψηλής Πύλης βασίστηκε στη φήμη ότι σʼ αυτό επέβαινε η βασιλομήτωρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η βαλιδέ σουλτάνα, όπως ονομαζόταν. Όμως αυτό ακριβώς ήταν το εφεύρημα των Τούρκων, καθώς το σκάφος για τη Μέκκα είχε το όνομα «Σουλτάνα» και δεν επέβαινε η βαλιδέ σουλτάνα. Στην υπόθεση αυτής της πειρατείας ενέπλεξαν άμεσα την Κρήτη, βρίσκοντας τον τρόπο να επιτεθούν.

Το καλοκαίρι του 1645 μια μεγάλη δύναμη 50.000 ανδρών, με εκατοντάδες πλοία έφυγε για την Κρήτη, την οποία οι Ενετοί είχαν αφήσει ουσιαστικά χωρίς άμυνα, καθώς, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη Δημοκρατία, στο νησί είχε παραμείνει ελάχιστος μισθοφορικός στρατός. Η απόβαση των Τούρκων έγινε στις 23 Ιουνίου στην ακτή κοντά στη μονή Κυράς Γωνιάς. Τα Χανιά, με ελάχιστους αλλά ηρωικούς υπερασπιστές, αγωνίστηκαν ηρωικά, αλλά παραδόθηκαν στις 22 Αυγούστου 1645. Ακολούθησε το Ρέθυμνο στο οποίο οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στις 2 Ιουλίου 1646, καταλαμβάνοντας περιοχές της υπαίθρου. Στην πόλη του Ρεθύμνου επιτέθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου και η παράδοσή της έγινε στις 13 Νοεμβρίου.

Αμέσως μετά οι δυνάμεις κινήθηκαν προς τον Χάνδακα, και έφτασαν κοντά στην πόλη την άνοιξη του 1647, στοχεύοντας όμως πρώτα στην κατάληψη των γύρω περιοχών. Μετά από ένα χρόνο ολόκληρη η ύπαιθρος είχε καταληφθεί. Οι επιθέσεις στον Χάνδακα ξεκίνησαν τον Μάιο του 1648. οι Τούρκοι διαμόρφωσαν το στρατόπεδό τους στην περιοχή του Γιόφυρου και λίγο μετά ένα μεγαλύτερο και ισχυρότερο κοντά στη σημερινή περιοχή του Μαραθίτη και της Φορτέτσας, το οποίο ονόμασαν Νέο Χάνδακα (Nova Candia). Απέκλεισαν από όλα τα σημεία της ξηράς την πόλη, η οποία είχε πλέον επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο μόνο από τη θάλασσα. Μέσω του λιμανιού εφοδιαζόταν με πυρομαχικά και όπλα και μόνο μέσω του ίδιου δρόμου μεταφέρονταν οι δυνάμεις στρατιωτών και τα τρόφιμα.

Μέχρι το 1666 οι Τούρκοι αδυνατούσαν να καταλάβουν τον Χάνδακα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν και τα σύγχρονα, για την εποχή, μέσα τους. Τα Τείχη της πόλης άντεχαν και σταδιακά στον πόλεμο έμπαιναν και δυνάμεις από τα άλλα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, στο πλευρό των πολιορκούμενων.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιορκίας ήταν ο «υπόγειος πόλεμος», ο πόλεμος των υπονόμων. Τόσο οι υπερασπιστές του Χάνδακα όσο και οι Τούρκοι έσκαβαν κάτω από το έδαφος λαγούμια, τα οποία έφθαναν μέχρι την πλευρά που βρισκόταν ο αντίπαλος, και τα πυροδοτούσαν, προκαλώντας θύματα και ζημιές. Συχνά οι αντίπαλοι συναντιόντουσαν, καθώς έσκαβαν, και οι μάχες πλέον γίνονταν κάτω από το έδαφος.

Στα τέλη του 1666 στην Κρήτη στάλθηκε ο Μέγας Βεζίρης Αχμέτ Κιοπρουλή, με την εντολή του σουλτάνου να λήξει όσο γίνεται γρηγορότερα η υπόθεση του Χάνδακα. Λίγο καιρό μετά έφτασε ο Φρανζέσκο Μοροζίνι, ως αρχιστράτηγος των Ενετών και των άλλων ευρωπαϊκών στρατευμάτων που υπερασπίζονταν τον Χάνδακα.



Η τελική φάση της πολιορκίας

Οι Τούρκοι από την άνοιξη του 1667 ξεκίνησαν την τελική φάση της πολιορκίας για την πτώση του Χάνδακα. Η κατάληψή του ίσως όμως να μην συνέβαινε ποτέ, αν εξέλιπαν δύο στοιχεία:

-Η προδοσία του Ενετού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση, ο οποίος στα τέλη του 1667 έφυγε κρυφά από τον Χάνδακα και παρουσιάστηκε στον Κιοπρουλή, παραδίδοντάς του τα σχέδια των Τειχών και του φρουρίου του Χάνδακα και υποδεικνύοντας ως ευάλωτα για τις επιθέσεις σημεία τους προμαχώνες του Αγίου Ανδρέα και της Σαμπιονέρα. Το σχέδιο αυτό ακολουθήθηκε επιτυχημένα από τον αρχιστράτηγο των Τούρκων.

-Η εγκατάλειψη του Χάνδακα από τους Γάλλους, κυρίως, στην κρίσιμη περίοδο του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1669. Έχοντας μείνει με ελάχιστους μόνο υπερασπιστές, χωρίς εφόδια σε μια πόλη ερειπίων, ο Μοροζίνι αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Κιοπρουλή τη συνθηκολόγηση, η οποία υπεγράφη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1669. Με τη συμφωνία διασφαλιζόταν ότι στην κυριαρχία των Ενετών θα παρέμεναν τα νησιά της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας, που κατελήφθησαν από τους Τούρκους πολλά χρόνια αργότερα. Η Γραμβούσα το 1692, ενώ η Σούδα και η Σπιναλόγκα το 1715.

Με την υπογραφή της συνθήκης η Κρήτη ήταν πλέον τουρκική. Και θα παρέμενε μέχρι το 1898. Ο Κρητικός Πόλεμος, που διήρκεσε σχεδόν 25 χρόνια, και η 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα είχαν πάρει ένα δραματικό τέλος. Οι Τούρκοι ιστορικοί έχουν αναφέρει ότι κατά την πολιορκία της πόλης σκοτώθηκαν περισσότεροι από 137.000 στρατιώτες και αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης. Ο αριθμός των θυμάτων από την πλευρά των υπερασπιστών είναι μικρότερος. Αλλά το μεγάλο κόστος ήταν η κατάληψη του Χάνδακα.

Ακολουθεί το κείμενο του Βολταίρου....