Της Εύης Βογιατζάκη*

Από την αρχή της συγγραφικής και δημοσιογραφικής καριέρας του ο Ι. Κονδυλάκης συνδέθηκε με την ηθογραφία, την τάση εκείνη η οποία προσέβλεπε «εις αναπαράστασιν σκηνών της ιστορίας ή του κοινωνικού βίου ενός λαού, ή εις ψυχολογικήν περιγραφήν χαρακτήρων», είδος «υποθέσεις εθνικάς πραγματευόμενον» και στοχεύον «επί του εθνικού χαρακτήρος και της διαπλάσεως εν γένει των ηθών», σύμφωνα με το διαγωνισμό της Εστίας του 1883.

Η ηθογραφία του Κονδυλάκη συνδέθηκε με την προσπάθεια ψυχογραφικής απεικόνισης των ηρώων του, ήδη από τα πρώιμα, ηθογραφικού προσανατολισμού έργα του, όπως ο Πατούχας (1892), έργο που σύμφωνα με τον Α. Θρύλο επιδεικνύει «μια βαθιά ψυχολογική διαίσθηση» διερευνώντας τον «υποσυνείδητο εσωτερικό κόσμο» (1932). Όπως θα δειχθεί, η τάση αυτή στη γραφή του Κονδυλάκη διαμορφώθηκε εν πολλοίς υπό την επήρεια του επιστημονικού πνεύματος της εποχής του, το οποίο απετέλεσε σημαντική παράμετρο των θεωρητικών και πολιτισμικών συμφραζομένων του τέλους του 19ου αι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ενυπάρχουν στην πλούσια διηγηματογραφία του.

Καθ’ υπόδειξη του τίτλου του και χάρη στην αναφορά του στο διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, το διήγημα «ο Μαύρος γάτος» του Ι. Κονδυλάκη συνδέθηκε με το αντίστοιχο ομώνυμό του, του αμερικανού συγγραφέα (Poe, 1843). Η κριτική αναγνώρισε στο «Μαύρο γάτο» του Κονδυλάκη «τη βαριά και υποβλητική ατμόσφαιρα τύπου γκραν – γκινιόλ που συναντάμε σε ανάλογες σελίδες του Πόε», η οποία διαθέτει παρομοίως το «κλίμα της υποβολής» και την «ατμόσφαιρα της «φρίκης» ενώ εκφράζει τις «φοβίες παθολογικών τύπων» (Στεργιόπουλος 1962, 9). Έχοντας ως θέμα του «τις εξαιρέσεις της ανθρώπινης ζωής και της φύσης της», όπως χαρακτηρίζει ο Μπωντλαίρ τον προσανατολισμό της γραφής του Ε. Α. Πόε (Τοντορόφ 1982, 49), το συγκεκριμένο διήγημα του Κονδυλάκη πραγματεύεται τις φοβίες και τις μανίες καταδιώξεως του κεντρικού του ήρωα οι οποίες τον οδηγούν στην αυτοκτονία. Η ψυχοπαθολογία του κεντρικού ήρωα, οι παραισθήσεις και τα συμπτώματά του που παραπέμπουν στο χώρο του φανταστικού.

Ο «Μαύρος γάτος» του Κονδυλάκη αντλεί και συνάδει με το «πνεύμα της διαστροφής» του Πόε (Πόε 1999, 13). Όπως και το διήγημα του Πόε, πραγματεύεται το θέμα του διπλού της προσωπικότητας, καθώς ο νοσοφοβικός κεντρικός του ήρωας, Παύλος Δαμουλής, υφίσταται μια σχιζοειδή διατάραξη της προσωπικότητάς του που τον οδηγεί στην αυτοκτονία. Η ουσιώδης όμως διαφορά ανάμεσα στα δύο διηγήματα έγκειται στον ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο και στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα με την οποία ο κάθε συγγραφέας πραγματεύεται τις αλλοιώσεις της προσωπικότητας, το δαιμονικό ή το εγγενές κακό. Ο καταχθόνιος αυτοδιηγητικός αφηγητής του Πόε, που εξομολογείται τα εγκλήματά του λίγο πριν την εκτέλεσή του, σπεύδει να δηλώσει ότι δεν είναι τρελός αλλά ότι εγκλημάτησε υπό την επήρεια του αλκοόλ, επιδιώκοντας να παρασύρει και να παραπλανήσει τον αναγνώστη με τις ομολογίες του, προσδίδοντας μία ατμόσφαιρα αστυνομικού μυστηρίου στην αφήγησή του. Αντίθετα ο ομοδιηγητικός, αυτόπτης μάρτυς, αφηγητής του Κονδυλάκη καταγράφει ή πιστοποιεί ένα κλινικό περιστατικό ψυχολογικού εκφυλισμού ή φρενοβλάβειας με το είδος της αποστασιοποίησης που δεν θα συναντήσουμε στον εμπαθή αφηγητή του Πόε. Ο αφηγητής, που λαμβάνει μέρος στο διήγημα, ουσιαστικά λειτουργεί ως αυτόπτης μάρτυς του περιστατικού φρενοβλάβειας του κεντρικού ήρωα. Παρέχοντας στον αναγνώστη την προσωπική του μαρτυρία για την εξέλιξη των τεκταινομένων […] υποστηρίζει την αληθοφάνεια της αφήγησής του. Επίσης, η ατμόσφαιρα της οικείας καθημερινότητας στο διήγημα του Κονδυλάκη δε μπορεί να συγκριθεί με το «σουπερλατιβισμό» που εντοπίζει ο Τοντορόφ στο έργο του Πόε, την οριακή πραγμάτευση ανάμεσα σε «φυσικό-υπερφυσικό», το συμβολικό ντεκόρ των μακάβριων πύργων ή των κελαριών όπου ο ενταφιασμός ζώντων οικοδομεί το νεκρόφιλο οριακό παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου (1982, 53-54).

Το διήγημα του Κονδυλάκη εκτυλίσσεται υπό τον ξάστερο Αττικό ουρανό σε όλες του τις εκδοχές ακόμη και κατά τη στιγμή της αυτοχειρίας που πραγματοποιείται μίαν «ωραίαν χειμερινήν ημέραν» (Κονδυλάκης, 1988a, 79) στην Πνύκα. Ακόμη και η έννοια της υποβολής, αλλά και η παραισθητική οπτασία του μαύρου γάτου, στοιχεία που επιστρατεύονται για να διασυνδεθεί το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα με το στοιχείο του φανταστικού, υποτάσσονται στον κοινό καθημερινό αστικό περίγυρο των Αθηνών. Το φανταστικό, εδώ, συνδέεται με ένα είδος παθογένειας που παραπέμπει στην πραγματικότητα ενός καθημερινού, κοινού ανθρώπου, όχι αλκοολικού, κακούργου ή ευφάνταστου, όπως ο αντίστοιχος του Πόε, αλλά απλώς ευπαθούς και ευαίσθητου όπως είναι ο Παύλος Δαμουλής.

Στο διήγημα του Κονδυλάκη η ρομαντικής φύσης δαιμονολογία του κακού του Πόε αποκαθηλώνεται από τη σφαίρα του υπερφυσικού σε κείνη του καθημερινού και του εφήμερου. Έτσι δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμαστε ότι το διήγημα ο «Μαύρος γάτος» πραγματεύεται ένα κλινικό περιστατικό το οποίο αντλεί τη θεματική του από τους επιστημονικούς προβληματισμούς της εποχής του. Ο κεντρικός ήρωας του διηγήματος του Κονδυλάκη, Παύλος Δαμουλής, μοιράζεται με το παθολογικό, αντιθετικό δίδυμο του και φανταστικό διώκτη του, Νίκο Λαμιρά, την «κοινήν αγάπη προς την λογοτεχνίαν» και το ενδιαφέρον για «ψυχολογικά και φυσιολογικά ζητήματα» (Κονδυλάκης 1988a, 63). Ο Παύλος ο οποίος πάσχει από τη φοβία ότι τα πάσης φύσεως ψυχοσωματικά του συμπτώματα είναι «αρχή παραφροσύνης» (αυτόθι, 65) ισχυρίζεται ότι ο Νίκος Λαμιράς του υπέβαλε την ιδέα ότι είναι ή θα γίνει παράφρων:

ενόησεν ότι είμαι πολύ ευπαθής εις την υποβολήν. Προς το τρωτόν τούτο μέρος έστρεψε τας προσπάθειάς της η μοχθηρία του με σατανικήν μεθοδικότητα και υπομονήν. [. . .] δεν παρήρχετο ημέρα χωρίς να μου ομιλήσει περί φρενικών παθήσεων, περί προδιαθέσεων και τοιούτων, χωρίς να του το ζητώ, μου έδιδε κ’ εδιάβαζα βιβλία σχετικά. Και γνωρίζων ότι είμαι πολύ νευρικός, ετόνιζεν εις τας ομιλίας του ότι η νευροπάθεια είναι πρόδρομος της παραφροσύνης (αυτόθι, 67).

Τα συμπτώματα του Παύλου αρχίζουν μετά από τα ακόλουθα λόγια του Λαμιρά: «Εσύ, δυστυχή, θ’ αποθάνεις εις το φρενοκομείον!». Όπως ισχυρίζεται ο Παύλος, μετά ακριβώς από αυτή την προειδοποίηση του φαντασιακού του διδύμου άρχισε η ταραχή των νεύρων του και οι αϋπνίες του που τον οδήγησαν στη θέαση της οπτασίας του μαύρου γάτου, ακριβώς μετά την ανάγνωση του ομώνυμου διηγήματος του Πόε, το οποίο, άγνωστο πως, βρέθηκε πάνω στο τραπέζι του, χωρίς ούτε να το έχει αγοράσει ή δανειστεί. Μάλιστα ο τίτλος του ήταν υπογραμμισμένος με κόκκινο μολύβι. Την «επιούσαν» ακριβώς, εν μέσω πυρετού και ζάλης, βλέπει και την οπτασία του μαύρου γάτου «αυτήν την φοράν με τα χαρακτηριστικά του Λαμιρά» (αυτόθι, 69). Η κατάρρευση μοιάζει οριστική αφού θεωρεί ότι ο Λαμιράς του έστειλε το βιβλίο στήνοντάς του «την σατανικήν πλεκτάνην» που θα τον οδηγούσε στην τρέλα.

Με σαφή και λογικοφανή τρόπο, ο νοσοφοβικός χαρακτήρας του Κονδυλάκη αποδίδει την πάθησή του όχι απλώς σε έναν έτερον εαυτόν, δαιμονικό, αλλά κυρίως στις αναγνώσεις αφενός ενός λογοτεχνικού κειμένου που πραγματεύεται το «πνεύμα της διαστροφής» και αφετέρου, και κυρίως, των «φρενολογικών συγγραμμάτων». Άλλωστε σε αυτά τα τελευταία θα αποδώσει τα αίτια της ψυχικής του αναστάτωσης και ο γιατρός του, συστήνοντάς του «να παύση ν’ αναγιγνώσκει τοιαύτα έργα και εν γένει τα διεγείροντα την φαντασίαν και ταράσσοντα τα νεύρα» (αυτόθι, 72). Ποια είναι αυτά τα έργα και ποια η επίδρασή τους στο έργο του Κονδυλάκη;

«Ο Μαύρος γάτος» δημοσιεύεται στη συλλογή διηγημάτων του 1916 με τίτλο Όταν ήμουν δάσκαλος και άλλα διάφορα διηγήματα, από τις εκδόσεις Φέξη. Στην ίδια συλλογή περιλαμβάνονται τα αντίστοιχης θεματικής διηγήματα «Μανία καταδιώξεως» και «Ο Πάροικος μου», και τα δυο προδημοσιευμένα στο Ημερολόγιον του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, το πρώτο το έτος 1897 και το δεύτερο το 1899. Το πνεύμα και η θεματική των κειμένων αντλεί από παθολογικές περιπτώσεις των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό είναι η διασύνδεση του νοσήματος με την φαντασία και την ευπάθεια των νεύρων. Οι νοσηρές καταστάσεις που περιγράφονται εκεί, και οι οποίες παρουσιάζονται διεξοδικά και στο κείμενο του «Μαύρου γάτου» (1916) θα μπορούσαν να συσχετισθούν με τον επιστημονικό διάλογο που διεξάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα αναφορικά με τη σχέση φυσιολογίας-ψυχολογίας, επιστήμης-τέχνης, τέχνης και φρενοπάθειας.

Είναι μια εποχή όπου κορυφώνονται οι επιστημονικές αναζητήσεις του 19ου αιώνα, λίγο πριν από την επιστημονική έκρηξη των αρχών του 20ού αιώνα. Οι θεωρίες της εξέλιξης (Λαμάρκ, Δαρβίνος), της φυσικής επιλογής, οι νόμοι της κληρονομικότητας του Μέντελ (1865), οι «εκλαϊκευτικές θεωρίες για την κληρονομικότητα και τη νευροπάθεια των συγγραφέων, όπως αυτή του Μορώ ντε Τουρ» (Αμπατζοπούλου 2004, 391) μαζί με τις θεωρίες του Ι. Ταιν και του Ε. Ζολά, διαμορφώνουν το επιστημολογικό κλίμα της περιόδου. Οι μελέτες του Καίσαρος Λομπρόζο (L’ Uomo deliquente 1876: Περί κληρονομικής εγκληματικότητας), του καθηγητού των φρενικών παθήσεων καθώς και οι θεωρία του εκφυλισμού της ανθρώπινης φύσης του Μαξ Νορντάου, θεωρίες που συσχέτιζαν την μεγαλοφυή διάνοια με την τρέλα απόχτησαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους φιλολογικούς κύκλους (Αμπατζοπούλου 2003).

Το 1893, ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Αποστολίδης) δίδει δυο διαλέξεις στον Παρνασσό: «Τα νοσήματα της προσωπικότητας» (15 Δεκ. 1893) και «Φυσιολογική ψυχολογία» που δημοσιεύεται την Εστία. Η πρώτη εξετάζει ζητήματα παθογένειας στην τέχνη («μορφάς της αγχώδους μελαγχολίας, της υποχονδριακής, της θρησκευτικής . . . ψευδαισθήσεις, [αι] ιδέαι της καταδιώξεως»), και πλήθος ψυχικών αλλοιώσεων τις οποίες θεωρεί αντικείμενο έρευνας τόσο για τον καλλιτέχνη δημιουργό όσο και για τον επιστήμονα (Νιρβάνας, 1968a 223 και 231). Σύμφωνα με το Νιρβάνα, η τέχνη είναι η «ζώσα αυτή ψυχολογία» που θα προσφέρει στην ανάλυση των νόμων της «αισθητικότητος και της διάνοιας» (231). Ενώ στο δεύτερο κείμενο επικεντρώνεται κυρίως σε θεωρίες που αφορούν τη φυσιολογία της ψυχολογίας [….] Το χάος και τα ανεξερεύνητα βάθη της ανθρώπινης ψυχής έρχονται στο επίκεντρο της έρευνας της περιόδου.

Ήδη πριν από αυτή την περίοδο ο Κονδυλάκης έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή ψυχογραφικών αφηγημάτων (διηγημάτων και χρονογραφημάτων) κυρίως ηθογραφικού περιεχομένου (π.χ. «Βρυκόλακας», «Κακοποιοί») (Κονδυλάκης, 1884). Ενώ γράφει, λίγο αργότερα καθ’ υπέρβασιν του ηθογραφικού πλαισίου, αφηγήματα του «αστικού χώρου» κυρίως, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι η πραγμάτευση ενός κλινικού περιστατικού, φρενοπάθειας ή ψυχοπαθολογίας. Ενδεικτικά αναφέρω τα: «Το νόσημα που δεν είναι νόσημα» (Νοέμβριος 1896 – περί κλεπτομανίας), «Μανία Καταδιώξεως» το έτος 1897 και το «Ο Πάροικος» μαζί με ένα αναλόγου περιεχομένου σύντομο αφήγημα «Το πράσινο δενδρί» το 1899 (στο ημερολόγιο Σκόκου), όπου και η μελέτη του Παύλου Νιρβάνα, «Επιστήμη και τέχνη» (1895).

Το 1905, ο Παύλος Νιρβάνας, σε μία προσπάθεια ανακατασκευής της απλουστευτικής εκλαΐκευσης των επιστημονικών απόψεων της περιόδου περί συσχετισμού της τέχνης με την φρενοπάθεια και για να αντιμετωπίσει την «καινοθηρίαν» και την «καινομανίαν» του τύπου, του «επιτείνοντα την σύγχυσίν και εξογκούντα την ημιμάθειαν» επί αντίστοιχων θεμάτων, δημοσιεύει τη μελέτη του «Φυσιολογική αισθητική: Τέχνη και φρενοπάθεια» (Νιρβάνας 1968b, 175). Στη μελέτη αυτή, η οποία απεικονίζει τον επιστημονικό προβληματισμό της περιόδου, επισημαίνεται ότι καθετί «ασύνηθες, νέον, παράδοξον , ανεξήγητον, επεκράτησε να θεωρήται ως ανήκον στην σφαίραν της φρενολογίας» (αυτόθι, 176). Ανάμεσα στα παραδείγματα που προσκομίζει είναι εκείνο της δημοτικής γλώσσας και του φάσματος του μαλλιαρισμού, που προκάλεσε φαινόμενα «κοινωνικής υποβολιμαίας φοβοπάθειας αδικαιολογήτου και δυσαναλόγου [. . .] τόσον ώστε να αναγκάσει τον ευφυέστερον των χρονικογράφων κ. Ι. Κονδυλάκη να ειπή ότι αφού πρόκειται περί πέντε παραφρόνων, των οποίων τα έργα ούτε διαδίδοντα ούτε αναγιγνώσκονται [. . .] προς τι ο φόβος της κακοποιού και εθνοφόρου σημασίας των προσώπων και των κινημάτων αυτών» (αυτόθι, 177-178). Ο Κονδυλάκης λοιπόν είναι μέσα στο πνεύμα των επιστημονικών ζυμώσεων της εποχής.

Στην ίδια μελέτη, ο Νιρβάνας αναφέρει ότι το κοινόν είχε αποκτήσει συγκεχυμένας, παραδόξους και φανταστικάς γνώσεις» επί της σχέσης τέχνης και φρενοπάθειας, «εκ των «Ψυχώσεων» του αγαπητού μου συναδέλφου κ. Σίμωνος Αποστολίδη» (αυτόθι. 175). Το βιβλίο του Σίμωνος Αποστολίδη, ιατρού, Αι ψυχώσεις, μελέται ιατρικαί, κοινωνιολογικαί και φιλοσογικαί περί φρενοπαθειών, το οποίο γράφεται το 1888, όπως δηλώνεται εκ του προλόγου τού συγγραφέως του, είναι ένα από τα πιθανά φρενολογικά συγγράμματα με το οποίο θα μπορούσε να συσχετισθεί το διήγημα «Ο Μαύρος γάτος» και, όπως θα δείξω ευθύς αμέσως, η κειμενική πηγή του διηγήματος «Μανία καταδιώξεως» (1897).

Το βιβλίο του Σίμωνα Αποστολίδη εξετάζει εκτενώς το θέμα των ψυχώσεων και των φρενοπαθειών κάθε είδους παρέχοντας πλήθος κλινικών ιστορικών και παθήσεων. Εδώ περιγράφονται και οι περιπτώσεις αυτοχειριών άμεσα συνδεδεμένων με τη φρενοβλάβεια και ως αποτέλεσμα διχασμού της προσωπικότητας: «Ο κλητήρ ούτος απεπειράθη να αυτοκτονήσει δια να φονεύσει τον άλλον εαυτόν του, εξ ου δεν ήτο πάντοτε ευχαριστημένος» (Αποστολίδης 1910, 28) αναφέρεται σε ένα από τα κλινικά περιστατικά που έχει εμφανείς ομοιότητες με το θεματικό πυρήνα του «Μαύρου γάτου» του Κονδυλάκη, όπως εκφράζεται από τη σχιζοειδή και αυτοκτονική προσωπικότητα του Παύλου Δαμουλή. Πολύ πιο εμφανής όμως γίνεται η επίδραση του βιβλίου του Σ. Αποστολίδη στη «Μανία καταδιώξεως», διήγημα που πραγματεύεται τη δικομανή ψυχοπαθολογία του κεντρικού του προσώπου.

Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής του σύντομου αυτού αφηγήματος περιγράφει την ιστορία ενός δικομανούς ο οποίος κατασπαταλά τον χρόνο και την περιουσία του σε δίκες εναντίον φανταστικών διωκτών της περιουσίας του. Ο εν λόγω δικομανής έχει είκοσι οκτώ δίκες, στην Αθήνα, στην Πάτρα, στο Ναύπλιο, στη Σπάρτη και τη Σύρα. Φαντάζεται καταπατητές της περιουσίας του, «χρηματικάς διενέξεις, αγρών αμφισβητήσεις, διαφοράς με τον δήμον, δίκας με το δημόσιον, διενέξεις με γείτονας, με όλον τον κόσμον παντοία αδικήματα εις τα οποία αυτός ήτο το θύμα, το αξιοθρήνητον θύμα» (Κονδυλάκης 1988b, 125). Με αυτήν την συναίσθηση του θύματος, από διωκόμενος μετατρέπεται σε διώκτη μη διστάζοντας να διώξει και αυτή τη σύζυγό του και εν συνεχεία τον «γυναικαδελφόν» του και «ολόκληρον το συγγενολόγιον [. . .] και αυτόν τον παραλυτικόν πενθερόν του» (αυτόθι, 126).

Στο κεφάλαιο Γ΄ του τέταρτου μέρους του βιβλίου του Σ. Αποστολίδη παρουσιάζονται διάφοροι τύποι «έκφυλων φρενοπαθών και ημιπαραφρόνων» μεταξύ αυτών οι «Καταδιώκται και δικομανείς» (Αποστολίδης 1910, 326). Οι δικομανείς ή «κληρονομικοί καταδιώκται», κατά τον Σ. Αποστολίδη, κατά τούτο κυρίως διαφέρουσι των πασχόντων εκ της κλασσικής εκείνης μορφής της φρενοπάθειας της καλουμένης: μανία της καταδιώξεως (délire de persécution), ότι αι ιδέαι αυτών δεν συστηματοποιούνται και δεν διέρχονται δια των τριών εκείνων σταδίων ή φάσεων της κλασσικής παραφροσύνης της καταδιώξεως, τουτέστι του σταδίου κατά πρώτον της αορίστου ανησυχίας του πάσχοντος και της δυσπιστίας και υποψίας, είτα δε του προσδιορισμού και της υποδείξεως των προσώπων ωρισμένως, τα οποία φαντάζεται ότι τον καταδιώκουν, και είτα της μεγαλομανίας και της διανοητικής τέλος εξασθενήσεως, αλλά μένουν αόριστοι και κυμαινόμεναι, και δεν έχουν το οφθαλμοφανώς παράλογον και παρακρούον· είνε δε δυνατόν μάλιστα ως αφετηρίαν καταδιώξεως να έχωσιν ευλογοφανείς τινάς κατά το φαινόμενον τουλάχιστον αιτίας. Υπό την πρόφασιν ότι αδικούνται και καταδιώκονται υπό άλλων γίνονται οι οχληρότεροι καταδιώκται, ενώ τούτο είναι σπανιώτερον εις τους εκ της κλασσικής συστηματικής μανίας της καταδιώξεως πάσχοντας, οίτινες συνήθως φεύγουσι τους φαντασιώδεις διώκτας των (αυτόθι, 326-327).

Πράγματι, ο χαρακτήρας του «Μανία καταδιώξεως, καθώς είναι λογικοφανής και συγκροτημένος στο πρόβλημα της δικομανίας του, δεν παρουσιάζει κανένα από τα τρία χαρακτηριστικά που αναφέρει ο Σ. Αποστολίδης για την «κλασσικής εκείνης μορφής της φρενοβλάβειας», τα οποία όμως αντιστοιχούν πλήρως στην διαδικασία ψυχικού εκφυλισμού του Παύλου Δαμουλή, στον «Μαύρο γάτο»: Ο Δαμουλής πρώτα έχει μία αόριστο ανησυχία ότι πάσχει από νευροπάθεια, ύστερα υποψιάζεται τον Νίκο Λαμιρά ως υπαίτιο της κατάστασής του και φαντάζεται ότι τον καταδιώκει ως ο μαύρος γάτος του λογοτεχνικού του προκάτοχου, και τέλος οδηγείται σε διανοητική εξασθένηση και αυτοκτονία (την απώλεια «κατά μάλλον ή ήττον του αυτεξουσίου», Αποστολίδης 1910, 45).

Αντιθέτως ο χαρακτήρας του «Μανία καταδιώξεως» φαίνεται να πράττει υπό «ευλογοφανείς τινάς [. . .] αιτίας». Όπως λέει ο Σ. Αποστολίδης

όταν άπαξ εκλέξωσι το θύμα αυτών (η δε εκλογή δύναται να γίνει όλως τυχαίως και επί ελαχίστη αφορμή) δεν το εγκαταλείπουσι πλέον και εισίν αδιάλλακτοι. Διέρχονται όλην την ημέραν εις τους διαδρόμους των υπουργείων, ζητούσιν ακροάσεις παρά των ισχυόντων προσώπων της πολιτείας [. . .] από της αστυνομίας μεταβαίνουν εις το δικαστήριον και εντεύθεν πάλιν εις τα υπουργεία, γινόμενοι καθ’ υπερβολήν οχληροί εις πάντας εγκαταλείποντες πάσαν εργασίαν και διηγούμενοι πανταχού και πάντοτε τας αδικίας, ας δήθεν υπέστησαν εκ μέρους του προσώπου, το οποίον επιθυμούν να εξοντώσωσιν, εφευρίσκοντας ψεύδη [. . .] Απελπιζόμενοι εκ των αρχών καταφεύγουσιν εις την δημοσιογραφίαν προξενούντες μέγα σκάνδαλον εν τη κοινωνία (Αποστολίδης 1910, 327).

Και πράγματι αυτή την εικόνα παρουσιάζει ο χαρακτήρας του «Μανία καταδιώξεως» που καταγγέλλει τις αρχές του τόπου στον αφηγητή ο οποίος τυχαίνει να είναι δημοσιογράφος: «Εκραύγαζε ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη εις αυτόν τον τόπον, ότι η Αθήνα κατήντησε λημέρι» (Κονδυλάκης, 1988b, 125) καλώντας τον συνομιλητή του αφηγητή-δημοσιογράφο να παρέμβει στο φαινόμενο:

Μα γιατί δεν γράφετε, βρε αδελφέ, γιατί δεν γράφετε κατ’ αυτών των αχρείων δικαστών; Δεν τις βλέπει ο τύπος τις αδικίες που γίνονται, δεν βλέπει τη βρώμα και τη δυσωδία που είνε στα δικαστήρια όλα από των Ειρηνοδικίων μέχρι του Αρείου Πάγου; Εγώ θα βγάλω εφημερίδα μόνο και μόνο για να πω μερικά πράγματα. Μ’ έπνιξαν, αδελφέ, έχω τώρα ιστορίες και με τη γυναίκα μου, μην τα ρωτάς (αυτόθι, 125)

Όντως, ο δικομανής, «απελπιζόμενος εκ των αρχών» βγάζει εφημερίδα ονόματι «Ο Πέλεκυς», ενώ ο αφηγητής μετά από επτά έτη, τον συναντά στη Σταδίου, ρακένδυτο και χρεοκοπημένο από την κατασπατάληση τις περιουσίας του στις δίκες και την εγκατάλειψη της εργασίας του. Έτσι, ο δικομανής του Κονδυλάκη μοιάζει να εκπορεύεται ευθέως από τον ακόλουθο ορισμό του Σ. Αποστολίδη:

Ποικιλία των καταδιωκτών τούτων είνε και οι λεγόμενοι δικομανείς. Ούτοι εις άκρον εγωισταί, πείσμονες ευέξαπτοι, δοκησίσοφοι και αλλαζόνες [. . .] διέρχονται όλον τον βίον διεξάγοντες πολλάκις πέντε, δέκα ή και είκοσι ταυτοχρόνως δίκας, δαπανώντας μέγιστον ποσόν ενίοτε δι ασήμαντον υπό χρηματικήν έποψιν υπόθεσιν αντί της αφάτου εκείνης δι’ αυτούς απολαύσεως εκ της ήττης του αντιπάλου [. . .] πανταχού και πάντοτε διηγούνται περί των δικών αυτών [. . .] οι δικηγόροι άφθονον ύλην μελέτης ευρίσκουσι εις τοιαύτα ανώμαλα άτομα αλλά το λυπηρόν δι αυτούς είνε ότι ο αριθμός των ημιπαραφρόνων τούτων δεν είναι τόσον μέγας όσον θα ηύχοντο». (αυτόθι, 228)

Με αυτό το πνεύμα καταλήγει και το διήγημα του Κονδυλάκη:

– Βλέπεις πως μ’ έκαμαν οι δικηγόροι και τα δικαστήρια! μου είπε με στεναγμόν βαθύν. Δεν μ΄αφήκαν παρά το σάλιο ’ς το στόμα [. . .]

Επάνω εις αυτά επέρασε μία άμαξα επί της οποίας εγαυρία ένας καλοθρεμμένος και καλοντυμένος άνθρωπος. Ο δικομανής τον έδειξε και μου είπε:

– Ο δικηγόρος μου. Τι μούχει φάει! Αυτός τώρα φορεί ψηλό καπέλο κ’ εγώ. . .

– Και συ θέλεις καπελιές, βλάκα!

Γίνεται έτσι εμφανές ότι το βιβλίο του Σίμωνος Αποστολίδη, Αι ψυχώσεις, βρίσκεται στο κειμενικό υπόστρωμα του «Μανία καταδιώξεως», ενώ επιδράσεις του εντοπίζονται και στον θεματικό πυρήνα του διηγήματος ο «Μαύρος γάτος», αποτελώντας ίσως και ένα εκ των πιθανών συγγραμμάτων που αναγιγνώσκει ο νοσοφοβικός πρωταγωνιστής. Έτσι οι αποκλίσεις του Κονδυλάκη από τον ηθογραφικό κανόνα αντλούν, κατά μεγάλο μέρος, κυρίως από τους επιστημονικούς προβληματισμούς της περιόδου και αποτελούν «σπουδή» περιπτώσεων αναγομένων «εις την δικαιοδοσίαν της παθολογικής ψυχολογίας» όπως σχολιάζει για το «Όταν ήμουν δάσκαλος» ο Κ. Παλαμάς (Παλαμάς 1962).

1 Το παρόν αποτελεί σύνοψη ανακοίνωσης της Ε. Βογιατζάκη, «Η ηθογραφία και οι υπερβάσεις της: Η περίπτωση του Ι. Κονδυλάκη», δημοσιευμένης στα πρακτικά του Ι΄ Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά 2006). Η βιβλιογραφία δεν περιλαμβάνεται.

*Η Εύη Βογιατζάκη είναι διδάκτωρ Συγκριτικής, Νεοελληνικής και Αγγλικής φιλολογίας. Διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και Ευρωπαϊκή λογοτεχνία στο ΕΑΠ.