Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]

Η εισβολή του Ομέρ πασά στο οροπέδιο Λασιθίου, τον Μάιο του 1867

Μια περιγραφή από τον αρχηγό των ανατολικότερων επαρχιών Κ. Σφακιανάκη


Ήταν η 30η Μαΐου του 1867 όταν οι Τούρκοι πατούσαν πλέον νικητές στο Οροπέδιο Λασιθίου, μετά από δεκαήμερες μάχες με τους χριστιανούς υπερασπιστές που είχαν επικεφαλής τον ίδιο τον Μιχαήλ Κόρακα. Τις επόμενες ημέρες ο άοπλος πληθυσμός των οικισμών παραδόθηκε στις βάρβαρες διαθέσεις των κατακτητών, που προχώρησαν σε μαζικές σφαγές…

Ο Ομέρ πασάς, που μετά την εθελοθυσία του Αρκαδίου αντικατέστησε τον Μουσταφά πασά, ως αρχιστράτηγος στην Κρήτη, έθεσε ως στόχο την κατάπνιξη της επανάστασης, με την κατάκτηση των Σφακίων και του Οροπεδίου. Η αποτυχία στα Σφακιά τον οδήγησε στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου στο Λασίθι, με στρατό περίπου 30.000 ανδρών.

Στην περιοχή του Λασιθίου για την απόκρουση των Τούρκων βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, ο Γενικός Αρχηγός ανατολικής Κρήτης Μιχαήλ Κόρακας, ο οπλαρχηγός Μαλεβιζίου και Τεμένους Ηρακλής Κοκκινίδης, ο Αντώνιος Τρυφόπουλος, γνωστός ως Τριφύτσος, ο Αντώνιος Ζωγράφος, αλλά και εθελοντές όπως ο Χρήστος Βυζάντιος και άλλοι αγωνιστές με τις ομάδες τους.

Σήμερα, από το σημαντικό «Κρητικό Αρχείο» της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκη δημοσιεύουμε μια επιστολή για τις μάχες που έγιναν στις 23 Μαΐου 1867, όταν οι δυνάμεις του Ομέρ πασά προσπάθησαν να καταλάβουν την περιοχή από τρία διαφορετικά σημεία. Ο Γενικός Αρχηγός των ανατολικοτέρων επαρχιών, της ευρύτερης, δηλαδή, περιοχής του σημερινού νομού Λασιθίου Κωνσταντίνος Σφακιανάκης, πατέρας του μετέπεια πρώτου πρωθυπουργού της Κρήτης Ι. Κ. Σφακιανάκη, περιγράφει προς τον επικεφαλής της Επιτροπής της Σύρου Μίνωα Μπογιατζόγλου, που βοηθούσε τον αγώνα των Κρητών.

Οι υπερασπιστές του Λασιθίου εκείνη την ημέρα κέρδισαν τον εχθρό και τον εμπόδισαν να καταλάβει χωριά του Οροπεδίου, σκοτώνοντας, μάλιστα, 250 από τους στρατιώτες του, κατά τον Σφακιανάκη.

Ο Γενικός Αρχηγός του Λασιθίου με την ίδια επιστολή ζητούσε από τον Μπογιατζόγλου τρόφιμα και πολεμοφόδια, καθώς είχαν σχεδόν εξαντληθεί στην περιοχή και η επανάσταση κινδύνευε γι αυτό το λόγο. «Διότι – εξηγούσε- αν και ο λαός φλέγεται από μέγα αίσθημα, μολαταύτα αφού του λείψη η τροφή θα διαλύση και θα δοθή εις την αρπαγήν, αν του λείψουν τα πολεμοφόδια θα αποσυρθή εις τι απόκεντρον μέρος και ο εχθρός ευρίσκει ευκαιρίαν να δηώση τας επαρχίας και θα παραδώση εις το πυρ και τον σίδηρον παν το προστυχόν. Και ναι μεν δεν θα αφήσωμεν την επανάστασιν να ματαιωθή εις τας επαρχίας μας, θα καταστραφή όμως και αι επαρχίαι ολοτελώς και πολλαί αθώαι ψυχαί θα χαθούν. Σπεύσατε λοιπόν δι αγάπην θεού και εν ονόματι της πατρίδος και εφοδιάσατέ μας από ό,τι έχομεν ανάγκην ίνα μην αισχυνθώμεν και καταστραφώμεν».

«Αξιότιμε Κ. Μ. Βογιατζόγλου

Εν τη από 22 τ.μ. επιστολή μου εξέθετον εις υμάς εν συντόμω την μάχην της 2 (σ.σ.: 21, πιθανότατα). Ήδη σας αναφέρω ομοίως και τα της 23. Ως σας προέγραφον ο Ομέρ κατείχε τας υψηλοτέρας κορυφάς του Λασιθίου έχων καλώς εξησφαλισμένην την μεταξύ του Καστελίου και του στρατοπέδου του συγκοινωνίαν. Χθες 23 Μαΐου άμα ανατείλαντος του Ηλίου ο εχθρός εκίνησε καταβαίνων εις Λασίθι από τρεις διαφόρους οδούς και εν μέρος του στρατού του κατέβαινεν από την θέσιν Παράσυρτα και έτερον κατʼ ευθείαν εις το χωρίον Πλάτη και το τελευταίον ώδευσε προς την θέσιν Τσούλι μνήμα όπως καταλάβη τας κορυφάς της Αγίας Φωτεινής (ή Αγίας Φωτιάς). Ούτω κινηθείς ο εχθρός εσκόπη φαίνεται να μας καταλάβη εις Τσερμνιάδο και Κρουσταλένια όπου είμεθα συγκεντρωμένοι και ούτω μας ωθήση και μας περιορίση εις το ενδότερον του Λασιθίου. Ημείς όμως ιδόντες τον εχθρόν οδεύοντα προς ημάς, αντί να τον περιμένωμεν να έλθη εις τα μέρη τα οποία κατείχομεν, εκινήσαμεν θαρραλέα προς απάντησίν του. Στρατιωτικού Συμβουλίου γενομένου απεφασίσθη ο μεν Μιχ. Κόρακας Γεν. αρχηγός με το σώμα του εκ 400, ο Καπετάν Παύλος Σφακιανός και ο Ηρακλής Κοκκινίδης με τους ελθόντας 800, συν τούτοις Ριζίται 200 και περισσότεροι Λασιθιώται να οδεύσουν την νότειον πλευράν του Λασιθίου και να προλάβουν τους καταβαίνοντας από τα Παράσυρτα, 300 δε Μιραμπελιώται (διότι οι λοιποί φυλάττουν τα παράλια του Μιραμπέλου, μη γίνη καμμία αιφνηδία αποβίβασις εις το φρούριον της Σπιναλόγκας) 200 Πεδιαδίται και άπαντες οι εθελονταί υπό τον Δημητρακαράκον, Πετροπουλάκην, Βυζάντιον και Κουρμουλάκην να προλάβωμεν τας άλλας δύο πτέρυγας του εχθρού λαβόντες την βόρειον πλευράν του Λασιθίου. Άπαντες οι εθελονταί διέμενον εις Κρουσταλένια, εγώ εν τούτοις έμενον εις Τσερμνιάδο εφοδιάζων τους Μιραμπελιώτας και αποπέμπων αυτούς υπό την οδηγίαν των οπλαρχηγών των Εμμ. Κοκινάκη και Κωνστ. Κοζυράκη. Οι Πεδιαδίται ευρισκόμενοι εις Κεράν είχον διαταχθή να δράμουν εις Άμπελον άμα ήθελον ιδή τον εχθρόν πλησιάζοντα. Οι Μιραμπελιώται έφθασαν και κατέλαβαν το χωρίον Πινακιανό και την απέναντι κορυφήν όπως αναχαιτίσωμεν την ορμήν του εχθρού και εμποδίσωμεν αυτόν του να εισβάλη εις Κεράν και Κράσι. Εγώ έμενον εις Τσερμνιάδο αναμένων τους εθελοντάς τους οποίους αναχωρών ο αρχηγός Μ. Κόρακας υπεσχέθη να στείλη από Κρουσταλένια. Αφού επί ματαίω περίμενον ικανήν ώραν χωρίς να έλθη κανείς και βλέπων ότι ο εχθρός προσεγγίζει έδραμον εις Κρουσταλένια όπως επισπεύσω την αναχώρησιν των εθελοντών. Δυστυχώς όμως ο μεν Δημητρακαράκος είχεν απομακρυνθεί και οχυρωθεί εις Αλέξεναν, υψηλοτέραν κορυφήν προς ανατολάς του Λασιθίου και 15 σχεδόν μίλια απέχουσαν του εχθρού, ο δε Πετροπουλάκης και Κουρμουλάκης μοι υπεσχέθησαν να έλθουν. Κατά δυστυχίαν όμως, και αγνοώ δια ποίαν αιτίαν ούτοι αντί να έλθωσι με ημάς ηκολούθησαν τον αρχηγόν Μ. Κόρακα και μόνος ο Βυζάντιος με 50 εθελοντάς είχεν ακολουθήσει από πρωίας με τους Μιραμπελιώτας. Εγώ απεπλισθείς πλέον από επικουρίαν εθελοντών ώδευσα με όσους εύρον καθʼ οδόν Λασιθιώτας, Τσερμνιαδιανούς ολίγους και τον οπλαρχηγόν Εμμ. Μιλιαρά είς Πινακιανόν, πρώτον ήρχισαν την μάχην οι υπό τον Μιχ. Κόρακα και συμποσούμενοι εις 3 χιλ. με την καταβαίνουσαν από Παράσυρτα πτέρυγα του εχθρού, ήρχισε δε η μάχη πρώτον εις το μέρος εκείνο διότι είνε συντομωτέρα εις τον κάμπον άγουσα οδός από Παράσυρτα. Ήτον 1 ώρα της πρωίας, οι ημέτεροι κατέλαβον το χωρίον Καμινάκι και τους υπερκειμένους λόφους. Προχωρούσης δε της ημέρας η μάχη εγένετο πεισματώδης και εξηκολούθησε μέχρι της εσπέρας. Οι ιδικοί μας απώθησαν τον εχθρόν από την Καμινακιανήν λαγκάδα μέχρι του χωρίου Ψυχρό, ημείς εκ του απέναντι μέρους κατοπτεύσαμεν την μάχην αλλά τα καθέκαστα αυτά δεν μας είνε ακόμη γνωστά.

Ήτο μεσημβρία ότε ο εχθρός από το μνήμα του Τσούλη εφάνη εις τα υψώματα της Αγίας Φωτιάς, και ευθύς και ο εις Πλάτην ευρισκόμενος στρατός εκινήθη κατά μέτωπον εναντίον μας σκοπών να μας προσβάλη από δύο μέρη, δηλ. κατά μέτωπον και από τα δεξιά πλάγια. Ημείς όμως δια να ματαιώσωμεν τα σχέδια του εχθρού και να εμποδίσωμεν αυτόν του να εισβάλη εις Κεράν και Κράσι συγχρόνως δε δια να προφυλάξωμεν τα πλάγια μας ωχυρώθημεν από Πινακιανό μέχρι του Πόρου της Άμπελος. Την στιγμήν εκείνην έφθανον και οι Πεδιαδίται υπό τους οπλαρχηγούς των Αντ. Τριφόπουλον (σ.σ.: ο γνωστός Αντώνιος Τρυφίτσος) και Γεώργ. Μανουσάκην και τον οπλαρχηγόν των εξ ανατολικωτέρων επαρχιών Αντ. Ζωγράφον. Ημείς αν και ολιγάριθμοι απέναντι τοσούτου τακτικού και ατάκτου στρατού και πρωτόπειροι σχεδόν του πολέμου, μολαταύτα από αίσθημα πίστεως και πατρίδος φλεγόμενον υπεδέχθημεν τον εχθρόν μετά ζωηρού πυρός και η μάχη διήρκεσε πεισματωδεστάτη και λυσσώδης μέχρι της εσπέρας 1 ώρα της νυκτός, φιλοτιμουμένων των ημετέρων τις να φανή γενναιότερος, και εμπαιζόντων δια γιουχαϊσμού τας βόμβας τας άνευ αποτελέσματος ριπτομένας κατʼ επάνω μας. Διότι εις το μέσον του κάμπου ισταθέν τάγμα τακτικού στρατού εκσφενδονίζον αδιακόπως βόμβας προς Νότον και Μεσημβρίαν του Λασιθίου κατά των ημετέρων. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθησαν 10 εκ των ημετέρων και 5-7 επληγώθησαν. Εκ δε των του εχθρού αν και δεν έχωμεν εισέτι ακριβάς πληροφορίας, μολαταύτα χωρίς υπερβολήν λέγοντες οι φονευμένοι υπερβαίνουσι τους 250. Δια της απαραδειγματίστου δε ταύτης γενναιότητος των στρατιωτών και την θέσιν μας ετηρήσαμεν και πλήθος γυναικόπεδα διεσπαρμένα εις τα πλησίον βουνά διέφυγον την μιαιφόνον μάχαιραν του βαρβάρου.

Αφού έπαυσεν η μάχη και η νυξ επήλθεν εμείναμεν εις τας θέσεις μας μόλις εν μίλιον απέχοντες του εχθρού, του οποίου τας κινήσεις εβλέπομεν εις την λάμψιν των πυρών και τας ομιλίας του ακούομεν. Κατέχει δε ούτος τα χωρία Πλάτη, Γεροτομούρη και Μετόχι. Πάντα εν συντόμω αναφέρων εις υμάς δεν λείπων και αύθις να σας επαναλάβω όσα προεγράφομεν, δηλ. την αποστολήν των ζητουμένων πολεμοφοδίων προ πάντων και τροφάς έως ότου δυνηθώμεν να θερίσωμεν εδώ και να εξοικονομούμεθα. Διότι αν και ο λαός φλέγεται από μέγα αίσθημα, μολαταύτα αφού του λείψη η τροφή θα διαλύση και θα δοθή εις την αρπαγήν, αν του λείψουν τα πολεμοφόδια θα αποσυρθή εις τι απόκεντρον μέρος και ο εχθρός ευρίσκει ευκαιρίαν να δηώση τας επαρχίας και θα παραδώση εις το πυρ και τον σίδηρον παν το προστυχόν. Και ναι μεν δεν θα αφήσωμεν την επανάστασιν να ματαιωθή εις τας επαρχίας μας, θα καταστραφή όμως και αι επαρχίαι ολοτελώς και πολλαί αθώαι ψυχαί θα χαθούν. Σπεύσατε λοιπόν δι αγάπην θεού και εν ονόματι της πατρίδος και εφοδιάσατέ μας από ό,τι έχομεν ανάγκην ίνα μην αισχυνθώμεν και καταστραφώμεν. Εν τούτοις έως ότου να προφθάσητε έχω σκοπόν να προτείνω εις τους αρχηγούς εις ους εστείλατε χρήματα και τα οποία τα έχουσι να μεταθέσουν και να αγοράσωμεν τροφάς, ήγουν κρέατα. Αν δεν συγκατανεύσουν θα αγοράσω εξ ιδίων μου ομόλογα επʼ ονόματί μου χωρίς να με μέλλη αν δεν αποζημιωθώ και από το έθνος. Αν όμως και με το μέσον τούτο δεν κατορθώσω τίποτε δεν μένει άλλη ελπίς παρά να αποσυρθώμεν εις τι μέρος έως ότου να λάβωμεν νέα εφόδια. Λυπούμαι όμως μεγάλως δια την καταστροφήν και τον όλεθρον, όστις θα ακολουθήση, αλλά τι να γίνη. Έπραξα και πράττω και θα πράττω όσον εξαρτάται από τα δυνάμεις μου.

Σήμερον 1 ώρα της πρωίας ο εχθρός δεν εκινήθη εισέτι, ημείς μένομεν εις τας θέσεις μας και ετοιμαζόμεθα να τον υποδεχθώμεν αν έλθη.

Σας αδελφικοασπάζομαι και μένω

Εν Τσερμνιάδο τη 24 Μαΐου 1867

Ο Υμέτερος

Κ. Σφακιανάκης»