Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Σίγουρα κάποια πράγματα σε αφοπλίζουν. Σου δημιουργούν τέτοια αμηχανία και τόση συγκίνηση, γιατί οι μνήμες και οι θύμησές τους δεν έχουν τελειωμό. Μια τέτοια παρόμοια κίνηση του καλού φίλου και δασκάλου Κωστή Λαγουδιανάκη, διευθυντή του 7ου Δημοτικού Σχολείου με γύρισε δεκαπέντε χρόνια πίσω, αφού μου έδωσε ένα βιβλίο με την ιστορία του.

Μου θύμισε τα χρόνια που τα παιδιά μου ήταν μαθητές σ’ αυτό το σχολείο, τότε που η γυναίκα μου Μαρία Ζαχαριουδάκη ήταν δασκάλα στον ίδιο χώρο. Αυτό το όμορφο και ιστορικό σχολείο, απορφανεμένο σήμερα από εκείνο τον επιβλητικό τον φοίνικα, που έπεσε και εκείνος θύμα του ξενόφερτου μικροβίου του σκαθαριού. Και τι δε θυμήθηκα...

Τους ακούραστους τότε δασκάλους του που πάντα είχαν να σου πουν ένα καλό λόγο καθώς σε υποδέχονταν μ’ ένα χαμόγελο πάντα. Από ποιους ν’ αρχίσως Ποιους να πρωτοθυμηθώ; Την κυρία Αλεξάνδρα Κοντάκη, τη Μαρία Περάκη, τη Στέλλα Κασαπάκη, τον κύριο Γιάννη Ψαθάκη, τη γυναίκα του κυρία Νίκη, τον κύριο Γιάννη Γαλανάκη, τον Μανόλη Καλύβα, τον Χρήστο Λυκάκη, τον διευθυντή Ηλία Σφακιανάκη και τον υποδιευθυντή Μιχάλη Χουρδάκη, την Χριστίνα Κοσσυβάκη, σύζυγο τού πρώην αντινομάρχη Σήφη Αγγελιδάκη, ο οποίος εργάστηκε σ’ αυτό το χώρο και αργότετα συνέδεσε το όνομά του ως αντινομάρχης Ηρακλείου με την επίλυση του προβλήματος της σχολικής στέγης, τις δύο νηπιαγωγούς, την κυρία Φώφη και την κυρία Ευαγγελία, την καθηγήτρια Αγγλικών Μαρία Στρατάκη και αν ξεχνώ κάποιους ας με συγχωρήσουν. Το Εβδομο Δημοτικό Σχολείο λοιπόν, μέσω του σημερινού διευθυντού του αλλά και επιμελητή αυτής της έκδοσής μας, διηγείται την ιστορία του. Μια ιστορία πλούσια και μεγάλη που αρχίζει από τα τέλη του προπερασμένου αιώνα και φθάνει στις μέρες μας. Τότε που ξεκίνησε ως δεύτερο χριστιανικό Παρθεναγωγείο και κατέληξε στη σημερινή του μορφή. Μια από τις μαθήτριές του ήταν η Ελλη Αλεξίου όπως προκύπτει από τον γενικό έλεγχο του Παρθεναγωγείου.

Οι μνήμες όμως και οι θύμησες με προκαλούν... Προσπαθώ να συνταιριάξω κοινά ιστορικά στοιχεία της σημερινής πατρίδας μου, του Ηρακλείου και της ιδιαίτερης πατρίδας μου, του Βόλου. Τότε που ο Βόλος είχε το δικό του Παρθεναγωγείο, το περίφημο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Βόλου. Διευθυντής του είχε αναλάβει ένας από τους πρωτοπόρους τότε παιδαγωγούς, νεοφερμένος από τη Γερμανία ο Αλέξανδρος Δελμούζος. Ανέλαβε το έργο στην εκπαίδευση των κοριτσιών της αστικής τάξης του Βόλου. Ενα έργο φωτισμένο και πρωτοποριακό που απέκτησε την εκτίμηση των προοδευτικών ανθρώπων της πόλης. Ομως το μίσος και η λυσσαλέα αντίδραση των σκοταδιστών πολέμησαν αυτή την προσπάθεια. Δυστυχώς αυτός ο πόλεμος προήλθε από ορισμένα χρονικά σωματεία μ’ επικεφαλής το Δεσπότη Γερμανό Μαυρομάτη. Ακολουθούν κάποια γεγονότα και φθάνουμε στη “δίκη του Ναυπλίου” στην οποία παραπέμφθηκαν οι “πρωταίτιοι του σκανδαλισμού των πιστών”, όλοι τους φυσικά από τα φωτεινότερα πρόσωπα της Βολιώτικης κοινωνίας.

Η δίκη των “Αθεϊκών” έμεινε γνωστή στην Ιστορία, μια σπουδαία δίκη που προέκυπτε από την ανανεωτική κοινωνική τάση εκείνης της εποχής. Βέβαια, πρωταρχικό ρόλο έπαιξε και η ίδρυση του Εργατικού Κέντρου του Βόλου, το πρώτο που ιδρύθηκε στον ελληνικό χώρο στα 1908.

Οι διανοούμενοι, οι πρωταγωνιστές της δίκης των “Αθεϊκών” υπήρξαν και συνοδοιπόροι του Εργατικού Κέντρου Βόλου.

Σ’ αυτή τη δίκη που διεξάγεται στο εφετείο του Ναυπλίου, “ακουμπά” κατά τον ποιητή ολόκληρη την Ελλάδα. Στην ακροαματική διαδικασία στο εφετείο του Ναυπλίου, όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της πατρίδας μας έδεξαν μεγάλη συμπαράσταση τόσο στον Δελμούζο όσο και στους συνεργάτες του. Ο δικός μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, που τότε υπέγραψε με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης, έστειλε επιστολή συμπαράστασης στον μεγάλο και κυνηγημένο παιδαγωγό μαζί με το παρακάτω ποίημα:

“Του αγαπημένου μου Α. Δελμούζου

Η αμυγδαλιά

Κι αν όλοι τρέμουν σκλάβοι μεσ’ τα χιόνια

λεύτερη εγώ μεσ’ τ’ όνειρό μου κραίνω

τη γνώμη άφοβα και μ’ άνθεα ραίνω

το χώμα μου και νιώθω χελιδόνια

να μου σπαθίζουν την καρδιά κι αηδόνια

να μου βαράν τη μέση. Απ’ το σκασμένο

φλούδι μου θριαμβικό χυμάει, ζεμένο,

σε γερανούς, περδίκια, σπουργιτόνια

το ψίκι της κλεμμένης πριγκιπέσσας.

Να τους ανθούς μου ασώτεψα να διώξω

το φόβο από τις άνανθες κορφές σας,

ωε φρόνιμοι! ταννώντας το άγιο τόξο

της τρέλλας. Τι να μαδώ χλωμή στ’ αγιάζι;

φέρνω το μήνυμα και δεν με νοιάζει.

Πέτρος Ψηλορείτης, Απρίλης 1914”.

Νομίζω ότι τα σχόλια εδώ περιττεύουν!

Αλλά και τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη δεν άφησε αδιάφορο η δίκη του Ναυπλίου, ο οποίος του έστειλε την παρακάτω επιστολή:

“20-4-1914

Φίλε μου,

Ο πόλεμος που σου έστησε τόσο επίμονα η Βλακεία και η Κακία - είναι περίφημος και μόνο το γεγονός του να ελκύσετε όλους τους ηλίθιους και τους τενεκέδες (δικαστές, επίσκοπους, δικηγόρους, δικόλους, τριβόλους, μπακάληδες...)

εναντίον σας - είναι τίτλος τιμής για σας ασύγκριτος. Μπράβο σας!

Εμείς εδώ οι διανοητικοί και οι Λογοτέχνες, σπαρταράμε καθημερινά στα γέλια με τη μοναδική Κωμωδία που παίζεται ολόγυρά σας!

Δεχθήτε την έκφραση της βαθειάς μου και ειλικρινούς Συμπάθειας.

Δικός σας

Ναπολέων Λαπαθιώτης”.

Αυτά ήταν τα Παρθεναγωγεία εκείνης της εποχής. Το καθένα με την δική του ιστορία που χάνεται μέσα στα χρόνια. Κέντρα γνώσης, μάθησης, ιδεών και αγώνων. Οσο απλά και αν φαίνονται σε μας, είχαν το δικό τους αέρα, αυτόν της ανανέωσης και της φρεσκάδας που πολλές φορές προσπαθούσαν να τον πνίξουν και να του αλλάξουν κατεύθυνση οι υπέρμαχοι της συντήρησης και του σκοταδισμού!