Του Κώστα Κωνσταντίνου*

«Γιατί ο πρωθυπουργός ταξιδεύει τόσο πολύ; Γιατί να πληρώνουμε εμείς όλα αυτά τα ταξίδια και να μην τα πληρώνει από την τσέπη του, δουλειά του δεν είναι;» Η απίθανη αυτή ερώτηση μου απευθύνθηκε στο μάθημα της Αντιγόνης (β’ Λυκείου) όταν η συζήτηση, με αφορμή τα όσα λέει ο Κρέων, περιστράφηκε γύρω από την ευθύνη των πολιτικών. Κεραυνοβολήθηκα. Εξήγησα στο μαθητή μου τα αυτονόητα.

Για άλλη μια φορά όμως σκόνταψα πάνω στις στρεβλές αντιλήψεις που καταδυναστεύουν το μυαλό των εφήβων και στην ανάγκη που έχουν για συζήτηση. Καλά τα εκπαιδευτικά προγράμματα αλλά είναι επιτέλους καιρός να διερωτηθούμε και για το πώς θα θέλαμε τον αυριανό Έλληνα. Στον τόπο μας ο νέος άνθρωπος, σα «γιασεμί στη μέση ενός πολέμου», βλέπει με φοβερή καχυποψία την κοινωνία και τρομάζει. Δεν εμπιστεύεται τις ηγεσίες του επειδή μεγαλώνει σε ένα πλαίσιο που το όνειρο υποκλίνεται στην άκαμπτη λογική των αριθμών και του γίνεται εφιάλτης. Θέλει πολλή δουλειά να εξηγήσεις ότι είναι μεγάλη απλούστευση να λες ότι «οι πολιτικοί είναι ψεύτες και τα τρώνε», ότι είναι ψέμα να λες ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι, με εξουσία, σ’ αυτό τον τόπο που να νοιάζονται για την πατρίδα τους, αφού όλα είναι «μόνο για το χρήμα». Θέλει υπομονή να πολεμήσεις τη σιγουριά της ετυμηγορίας του «φταίνε οι άλλοι» και τη βεβαιότητα που προσφέρει η απαίτηση του «δεν φταίμε εμείς». Και πάνω απ’ όλα, να αντισταθείς στο λαϊκισμό του «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» όταν ο πιο πολύς κόσμος νομίζει ότι «τα λεφτά» υπάρχουν απλά σε ένα σακούλι και κάποιοι άπλωσαν το μακρύ χέρι τους και τα έβαλαν αλλού.

Όλοι αυτοί αποτελούν την Ελλάδα που όψιμα ανησυχεί. Την Ελλάδα του κάθε πολίτη που ξεγελά το Ι.Κ.Α. Του ηλεκτρολόγου, της κομμώτριας, του υδραυλικού χωρίς αποδείξεις. Του αγρότη με τις ψευτοεπιδοτήσεις και του μπίζνεσμαν με τις εικονικές πτωχεύσεις. Του δημόσιου υπαλλήλου με τις πλασματικές υπερωρίες, με τα εικονικά εκτός έδρας και τα γρηγορόσημα. Του προμηθευτή του δημοσίου με τον μεσάζοντα και τις μίζες. Του πολιτικού με τα ρουσφέτια και τα φαγοπότια. Είναι η Ελλάδα με το φακελάκι στη δημόσια υγεία. Με το πιο πολυκαιρισμένο και πολυδάπανο αστείο της «δωρεάν παιδείας» (κατοχυρωμένο με το Σύνταγμα του 1844!). Είναι οι σαχλεπίσαχλοι τηλεκράτορες με τις ερμαφρόδιτες πλακίτσες τους, παρέα με μια Ελλάδα καβάλα στα μικρόφωνα των ειδώλων τους. Είναι η Ελλάδα του δημοσιογράφου με τις παχουλές τσέπες, τις στρογγυλεμένες αναλύσεις και τις κλισέ αγκυλώσεις του γουρλωμένου ματιού και του «ναι μεν αλλά». Που σχεδόν ηδονίζεται, γιατί (πράγματι) φταίμε. Είναι η Ελλάδα των συνθηματικών δελτίων ειδήσεων και της φλυαρίας των καλοστημένων σχολίων του τύπου «πριν από σας, για σας». Που σου σερβίρει το φαγητό και έχει την αξίωση να το χωνέψεις όπως ο άλλος θέλει. Τι είδους σαδιστική προπαγάνδα είναι αυτή; Είναι, είναι… Επιλείψει με γαρ διηγούμενον ο χρόνος. Είμαστε η Ελλάδα που ζητά να φέρουν τα κλεμμένα πίσω και δεν τολμά να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη.

Και έτσι γίναμε η κοινωνία της διχοτόμησης, αν όχι της ιδεολογικής σχιζοφρένιας. Να μετριόμαστε με τα κριτήρια «των άλλων» ως λαός ανεπαρκής και συγχρόνως να αναγνωρίζουμε ότι αυτά ακριβώς τα κριτήρια είναι που κάνουν το παγκόσμιο αδηφάγο οικονομικό σύστημα αρπακτικότερο. Να μας έχουν μάθει ότι «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» αλλά να μην μας λένε ούτε ποιου εργάτη ούτε και γιατί έχει πάντα δίκιο. Πληρώνουμε την απώλεια της επαφής με τις ρίζες. Εξαργυρώνουμε την απουσία του μέτρου με τις κλάψες (ακόμα…) για το χρηματιστήριο. Βιώνουμε την αδικία ως κάτι που πάντα παθαίνουμε και ποτέ ως έργο που, διά της αδιαφορίας έστω, οι ίδιοι προωθούμε.

Διερωτώμαι. Δεν υπάρχει και η Ελλάδα του μαθητή που διαβάζει και σχεδιάζει, του μεροκαματιάρη που δεν το βάζει κάτω, του τίμιου επαγγελματία που αισιοδοξεί, του ανήσυχου ανθρώπου που θέλει να αναπνεύσει τον δικό του αέρα; Δεν έχει η πατρίδα τα αξιακά εκείνα εργαλεία που θα την κρατήσουν ξανά ζωντανή; Δεν ανέδειξε φιλοσόφους, επιστήμονες, πνευματικούς ηγέτες; Δεν μετρήθηκε με τις ιδέες, δεν οριοθέτησε την παρουσία της στο σύγχρονο κόσμο, με αξιώσεις μάλιστα; Δεν τα έβαλε με θεούς και δαίμονες; Δεν έζησε πολέμους, πείνα και δυστυχία μέχρι να νιώσει τι σημαίνει γλυκό ψωμί; Από όλον αυτό τον πλούτο, για όνομα του Θεού, δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε ένα ελάχιστο σώμα κοινών αξιών που θα διαπερνούν έμπρακτα και όχι ως νεφελώδης άσκηση ασάφειας την Παιδεία μας; Έπρεπε να έρθουν οι εισηγμένοι παρφουμαρισμένοι τιμητές για να ομολογήσει το ήμαρτον; Όλη αυτή τη μπόχα δεν μπορούσε ο τόπος μόνος του να την αποβάλει εγκαίρως; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Μπερδεύουμε πια την 25 Μαρτίου με τους Γερμανούς και το ΟΧΙ με τους Τούρκους…

Δεν κρύβω πως πάντα θεωρούσα ακατανόητο το παλιό σύνθημα «η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα αλλά και δεν παραχωρεί τίποτα», έστω και αν είχε καθαρά εδαφική σημασία. Θα αρκούσε το δεν παραχωρεί. Θα άφηνε το κυνήγι του ονείρου ζωντανό τουλάχιστον. Μπαίναμε έτσι μια ζωή σε θέση άμυνας, από μια θέση που θεωρούσαμε κατοχυρωμένη υπόθεση. Γιατί, οι σημασίες και τα νοήματα συνηθίζουν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια και προς άλλες κατευθύνσεις. Που αγγίζουν συνεκδοχικά και τη διεκδίκηση του δικαίου. Λαοί που δεν διεκδικούν τους εκδικούνται. Τώρα όμως που τα δικαιώματα μετακόμισαν σε άλλες αγορές, η Ελλάδα πρέπει να πολεμήσει στα μετόπισθεν.

Νυχτώνει. Γι’ αυτό είμαι αισιόδοξος. Αν υπάρχει κάπου αλήθεια, δεν χάνεται. Αν ο πολίτης νιώσει βαριά μέσα του την ευθύνη, τότε οι καταστροφολόγοι θα μείνουν με τα λογιστικά τους κέρδη. Να η νέα μας Μεγάλη Ιδέα. Να ξαναέλθει το όνειρο. Να πιστέψουμε ότι μπορεί να αργήσει να ξημερώσει αλλά όμως σίγουρα θα ξημερώσει. Είναι θέμα αξιοπρέπειας να μην επιστρέψουμε ποτέ ξανά στη θλιβερή μας γωνίτσα. Ο Γκουσταύος Λε Μπον έτσι τελείωνε, το 1895, το έργο του «Ψυχολογία των Μαζών»: «Να περνά από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό κυνηγώντας ένα όνειρο, μετά να παρακμάζει και να πεθαίνει, όταν τούτο το όνειρο έχει χάσει τη δύναμη του. Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής ενός λαού». Να ξαναβρεί το όνειρό μας τη δύναμή του!

* Ο Κώστας Κωνσταντίνου, δ.φ., στο Πειραματικό Λύκειο,

[email protected]