Του Γιώργου Παπαστεφανάκη*

Μετά την πτώση του Βυζαντίου στούς Σταυροφόρους το 1204, η Κρήτη θα περιέλθει οριστικά στούς Ενετούς το 1212 οι οποίοι και θα παραμείνουν μέχρι το 1669.

Το 1645, οι Τούρκοι, με τη δικαιολογία ότι ένα ενετικό πλοίο αιχμαλώτισε ένα τουρκικό και η λεία του πουλήθηκε στην Κρήτη, εκύρηξαν τον πόλεμο κατά των Ενετών. Στις 24 Ιουνίου του 1645 φτάνει στα Χανιά ο τουρκικός στόλος αποτελούμενος από 400 πλοία και αποβιβάζει 60.000 άνδρες που αρχίζουν να πολιορκούν την πόλη. Οι κρητικοί πολέμησαν στο πλευρό των Ενετών, αλλά μετά δυό μήνες πολιορκίας έπεσαν τα Χανιά και ο Ιμπραήμ πασάς, αρχηγός αυτής της επιχείρησης, στράφηκε προς το Ρέθυμνο που το κατέλαβε στις 4 Νοεμβρίου 1645.

Στη συνέχεια ο τουρκικός στρατός βάδισε προς το Μυλοπόταμο και τη Μεσσαρά και το Μάϊο του 1648, με αρχηγό το Χουσείν, αρχίζει να πολιορκεί το Χάνδακα, σημερινό Ηράκλειο. Η πολιορκία διαρκεί 18 χρόνια (1666) χωρίς αποτέλεσμα, οπότε ο Χουσείν ανακαλείται στην Κωνσταντινούπολη, όπου και αποκεφαλίζεται, και αντικαθίσταται από τον Αχμέτ Κιοπρουλή. Ο νέος αρχηγός των τούρκων κατόρθωσε να αποβιβάσει ενισχύσεις, χωρίς να γίνει αντιληπτός απο τους Ενετούς, και ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας , στις 26 Σεπτεμβρίου 1669 πορθείται ο Χάνδακας, το τελευταίο μεγάλο προπύργιο των Ενετών στην Κρήτη.

Με τη συνθήκη που υπέγραψαν οι Ενετοί διατήρησαν τρία σπουδαία φρούρια της Κρήτης, Γραμβούσα, Σούδα και Σπιναλόνγκα που τους επέτρεψαν να διατηρήσουν τη θαλάσσια υπεροχή τους στην ανατολική Μεσόγειο. Το 1717 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν τα τρία αυτά φρούρια και η Κρήτη υποτάσεται οριστικά .

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την Κρήτη σε τρια βιλαέτια Χανίων, Ρεθύμνου και Χάνδακα, παρέχοντας ένα ιδιόμορφο καθεστώς στα Σφακιά λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους. Επίσης, αντικατέστησαν τους λατίνους επισκόπους απο ορθοδόξους και επέβαλαν μιά βαριά φορολογία στους χριστιανούς, πολλή μεγαλύτερη από εκείνη των άλλων περιφεριών. Εκτός από τον κεφαλικό φόρο και τα υποχρεωτικά πεσκέσια, η παραγωγή εφορολογείτο με είκοσι τα εκατό αντί για δέκα στις άλλες περιοχές, η λεγόμενη και δεκάτη, και η εκτίμηση της παραδοτέας ποσότητας δεν γινόταν τη στιγμή της συγκομιδής αλλά στο χωράφι . Για παράδειγμα το μερίδιο του σιταριού που έπρεπε να παραδοθεί εκτιμόταν στο χωράφι προτού θεριστεί αντί για το αλώνι , και βέβαια η ποσότητα ήταν πολλή μεγαλύτερη απο τη αναλογούσα του είκοσι τα εκατό

Διοικητής του κάθε νομού είναι ο πασάς, με ανώτερο του Χάνδακα που είχε τον τίτλο του σερασκέρη (αρχιστράτηγος). Ενα συμβούλιο αποτελούμενο από τον πασά, τον καδή (ιεροδικαστή), το μουφτή (για την ερμηνία των νόμων), τον αρχηγό του στρατού και τον αρχηγό των γενιτσάρων έπαιρνε τις αποφάσεις που την εκτέλεση τους επέβλεπε ο αρχιαστυνόμος.

Οι γενίτσαροι, τόσο οι αυτοκρατορικοί όσο και οι κρητικής καταγωγής (γερλήδες), αποκαλούμενοι και ξεκουκούλωτοι, ήταν κράτος εν κράτει, δεν υπάκουαν σε κανένα νόμο και περιφρονούσαν ακόμα και το Σουλτάνο. Το 1690 έσφαξαν τον Πασά των Χανίων και τον πέταξαν στα σκυλιά γιατί προσπάθησε να περιορίσει τις ατιμίες τους.

Την ασυδοσία των γενίτσαρων εξισορροπούσαν οι Χαϊνηδες. Ανδρες άξιοι, ατίθασοι που σκότωναν τους γενίτσαρους και μετά κατέφευγαν στα βουνά, κάτι αντίστοιχο με τους κλέφτες της άλλης Ελλάδας. Οι Χαϊνηδες, όταν συλλαμβάνονταν εκτελούντο δημόσια με φρικτό τρόπο με μιά θανατική μηχανή αποκαλούμενη τσιγγέλι. Σε θάνατο καταδικάζονταν επίσης κάθε χριστιανός που κατά υποψία βοηθούσε τους Χαϊνηδες.

Η μεγάλη φορολογία, οι εξευτελισμοί, οι αγγαρείες, η μειωμένη εθνική και θρησκευτική συνείδηση, η καταγωγή από την Βενετία ορισμένων αλλά και ο υπολογισμός προς το ατομικό συμφέρον, οδήγησαν πολλούς Κρήτες να αλλαξοπιστήσουν και να δεχθούν τον μουσουλμανισμό. Αυτοί είναι οι φοβεροί Τουρκοκρήτες που έκαναν μεγαλύτερα αίσχη και εγκλήματα κατά των αδελφών τους χριστιανών από τους γνήσιους ανατολίτες Τούρκους.

Υπήρχαν και μερικοί κρυπτοχριστιανοί, δηλαδή φανερά φαίνονταν μουσουλμάνοι κρυφά όμως πίστευαν στο Χριστό. Μιά από αυτές τις οικογένειες είναι των Κουρμούληδων που όταν άρχισε η επανάσταση του 1821 φανερώθηκαν προσφέροντας άφθονο αίμα και χρήμα στον αγώνα.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες οι Κρητικοί επαναστατούσαν κάθε περίπου δέκα χρόνια με πιό σημαντική εκείνη του 1770, αποκαλούμενη και επανάσταση του Δασκαλογιάννη.

Το 1769 η Αικατερίνη η Μεγάλη έχει στείλλει τον Ορλώφ στην Πελοπόννησο για να ξεσηκώσει τους Μανιάτες κατά των Τούρκων.

Την εποχή εκείνη τα Σφακιά χάρη στο ειδικό καθεστώς έχουν αναπτυχθεί οικονομικά, έχουν ένα μικρό στόλο που με το εμπόριο φέρνει κάποιο πλούτο στην επαρχία. Ενας από τους εφοπλιστές είναι και ο Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης, επειδή ήταν δάσκαλος σε σχολείο των Σφακίων, με τέσσερα πλοία.

Ο Δασκαλογιάννης εμπιστεύτηκε τον Ορλώφ που γνώριζε προσωπικά, και με δύο χιλιάδες άνδρες κτυπά τους Τούρκους, στις 4 Απριλίου 1770, ημέρα του Πάσχα, και περικυκλώνει τα Χανιά.

Οι Τούρκοι απαντούν με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό και περικυκλώνουν τα Σφακιά. Ο Δασκαλογιάννης αναγκάζεται να πολεμά σε δυό μέτωπα, το ένα με αρχηγό τον ξάδελφο του Στρατή Βούρβαχη και στο άλλο ο ίδιος. Ο χειμώνας είναι βαρύς, ενισχύσεις δεν ήλθαν από τους Ρώσους, ο Βούρβαχης σκοτώνεται στην Ανώπολη, όσα γυναικόπαιδα δεν πρόλαβαν να φύγουν στα Κύθηρα , φυλάγονται με δυσκολία στο φαράγγι της Σαμαριάς και η γυναίκα και οι κόρες του Δασκαλογιάννη συλλαμβάνονται.

Κάτω απο αυτές τις συνθήκες ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε στον πασά του Χάνδακα, ο οποίος, στις 17 Ιουνίου 1771 , διέταξε και τον έγδαραν ζωντανό στην ομόνυμη πλατεία του Ηρακλείου, μπροστά στα μάτια του αδελφού του, που είχε συλληφθεί αιχμάλωτος ο οποίος και τρελλάθηκε μπροστά στο θέαμα.

Οι Σφακιανοί έχοντας στο μυαλό τους αυτή την εμπειρία ήθελαν ένα ξεσηκωμό ταυτόχρονα όλου του νησιού.

Το 1821 ο πληθυσμός της Κρήτης αποτελείται από 113.000 χριστιανούς και 100.000 μουσουλμάνους.

Πολλοί κληρικοί και λαϊκοί είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία, σημαντικότεροι Κήρυκες της Φιλικής Εταιρείας είναι ο λόγιος Εμμανουήλ Βερνάρδος, ο Βαρνάβας Πάγκαλος, ο μητροπολίτης Γεράσιμος Πάρδαλης, ο επίσκοπος Πέτρας Αρτέμιος, ο Κληρικός-αγωνιστής-ιστορικός Καλλίνικος Κριτοβουλίδης, οι Σφακιανοί πλοιοκτήτες Παναγιώτης Ψαρουδάκης, Ανδρέας Φασουλής, ο κρυπτοχριστιανός Χουσεϊν Κουρμούλης, ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης, ο ηγούμενος Μονής Πρέβελης Μελχισεδέκ Τσουδερός που ήταν απο τους πρώτους που σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης.

Οι προεστοί και οι καπεταναίοι είχαν μιά πρώτη κρυφή συνάντηση στα Γλυκά Νερά στις 7 Απριλίου 1821. Η πρώτη συνέλευση όπου συμμετείχαν όλοι οι εκπρόσωποι των Κρητών έγινε στις 15 Απριλίου 1821 στο Λουτρό Σφακίων. Η έναρξη του αγώνα αποφασίσθηκε σε ανοικτή συνέλευση, την τελευταία Κυριακή του Μάη, 29 Μαίου 1821, στην εκκλησία της Παναγιάς της Θυμιανής στο Λουτρό στα Σφακιά. Με εράνους άρχισαν να μαζεύουν χρήματα και τιμαλφή για την αγορά όπλων και πυρομαχικών. Η Μονή Πρέβελη έδωσε όλα τα αφιερώματα που είχε, ο Ανδρέας Φασουλής πρόσφερε 300 οκάδες μπαρούτι, μολύβι και χαρτί για να κατασκευάσουν φυσέκια.

Η πρώτη μάχη δόθηκε στο Λούλο Κεραμειών στις 14 Ιουνίου και ήταν νικηφόρα για τους Κρητικούς. Στις 15 Ιουνίου στο χωριό Λάκκοι κατατροπώνεται ο στρατός πέντε χιλιάδων Τούρκων ενώ τις ίδιες μέρες κατατροπώθηκαν οι φοβεροί Αμπαδιώτες Τουρκοκρήτες στο Αμάρι Ρεθύμνου.

Οι Τούρκοι εκδικούνται με λύσσα. Θύματα τους είναι ο άμαχος πληθυσμός, σφαγιάσθηκαν 400 χριστιανοί στα Χανιά, 800 στο Ηράκλειο (σφαγή γνωστή ως ο μεγάλος αρπεντές), 2.500 στον Αποκόρωνα. Απαγχονίζονται οι επίσκοποι Κισσάμου Μελχισεδέκ, Κυδωνίας Καλλίνικος, Ρεθύμνου Γεράσιμος. Στίς 24 Ιουνίου έσφαξαν τους επισκόπους Κνωσσού, Χερρονήσου, Λάμπης και Σφακίων, Σητείας και Διοπόλεως.

Στις 19 Αυγούστου οι Τούρκοι στην προσπάθειά τους να πατήσουν το Θέρισο αποτυγχάνουν και χάνουν διακόσιους άνδρες.

Οι Σφακιανοί ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια απο τους Σπετσώτες για πλοία, μπαρούτι και μολύβι «Δι αγάπην Χριστού στείλετε δια να απαντήσομεν την ορμήν του εχθρού … » χωρίς καμμιά ανταπόκριση.

Εικοσιπέντε χιλιάδες Τούρκοι επιτίθεντε και καταστρέφουν τα Σφακιά.

Οι Σφακιανοί ανασυντάσσονται τον Οκτώβριο και επειδή δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στην επιλογή του αρχηγού, το σαράκι της διχόνοιας πάντα έτρωγε τους Ελληνες, ζήτησαν αρχηγό από την Ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή από τον Δ. Υψηλάντη, ο οποίος και έστειλε το Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλη, ως Γενικό Επαρχο και Αρχιστράτηγο Κρήτης.

Κατά την περίοδο της αρχηγίας του Αφεντούλη δεν πέτυχαν σημαντικές νίκες αλλά όμως η επανάσταση εδραιώθηκε σε όλο το νησί.

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Δ΄ βλέποντας τις δυσκολίες για την καταστολή της επανάστασης ζήτησε την βοήθεια του Μεχμέτ Άλη, αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Εκείνος αποβλέποντας σε μια μελλοντική κυριαρχία στέλνει περίπου 400 πλοία με στρατό στην Κρήτη. Στις 28 Μαΐου 1822 αποβιβάζεται ο Αιγύπτιος Χασάν Πασάς στην Σούδα. Οι Τούρκοι αναθάρεψαν και καταστρέφουν τα Ανώγεια. Σε αντίποινα οι Ανωγειανοί καπετάνιοι παρασύρουν στον Κρουσώνα 350 Τουρκαλβανούς και τους εξολοθρέφουν.

Βλέποντας ο Αιγύπτιος Χασάν ότι δεν μπορεί να καταστείλει την επανάσταση μεταχειρίζεται ηπιότερους τρόπους, προτρέπει με έγγραφο μέσω του επισκόπου Κυδωνίας Καλλίνικου, που αποφυλάκισε, τους επαναστάτες να καταθέσουν τα όπλα, αλλά η απάντηση του Καπετάνιου Χάλη ήταν: «Ηπορήσαμεν, όταν είδομεν να μας προτρέπητε να υποταχθώμεν και δευτέραν φοράν ….. Ημείς εκάμαμεν σταθεράν απόφασιν, η με αυτά να αποθάνομεν όλοι ομού ή να απαλλαχθώμεν τοιαύτης φρικτής τυραννίας. Όθεν και παρακαλούμεν του λοιπού να μη μας γράψητε περί τούτον ούτε την ευχήν σας ζητούμεν, ούτε την κατάραν σας φοβούμεθα».

Τον Αύγουστο του 1822 ο Χασάν πατά τους Λάκκους και το Θέρισο αλλά έχει 600 νεκρούς στρατιώτες. Στις 30 και 31 Αυγούστου δέχεται επίθεση από τους Ανωγειανούς και Μυλοποταμίτες στο Μυλοπόταμο οπου έχει μεγάλες απώλειες.

Μετά τις συνεχείς αποτυχίες που έχει στη δυτική Κρήτη, ο Χασάν εισβάλλει το Νοέμβριο του 1822 μέσω της επαρχίας Πεδιάδος, στο δεύτερο φυσικό οχυρό της Κρήτης, το οροπέδιο Λασιθίου, καίοντας και ερημώνοντας τα χωριά στο διάβα του. Το Φεβρουάριο του 1823 έγινε ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα του αγώνα. Σ’ένα σπήλαιο στη Μίλατο Λασιθίου, είχαν κρυφθεί 2.000 άμαχοι με λίγους οπλοφόρους για 15 ημέρες οι Αιγύπτιοι δεν μπορούσαν να το πατήσουν. Δυστυχώς λόγω της δίψας αναγκάσθηκαν να παραδοθούν. Οι Τούρκοι τους περισσότερους τους έριξαν στον γκρεμό και τους υπόλοιπους τους πούλησαν για δούλους.

Μετά λίγες ημέρες ο Χασάν επιστρέφει στο Καστέλλι Πεδιάδας όπου και σκοτώθηκε πέφτοντας απο το αφινιασμένο του άλογο.

Στις 21 Μαΐου 1823 ο Εμ. Τομπάζης τοποθετείται ως αρμοστής Κρήτης. Οι Κρήτες έχουν μερικές επιτυχίες με τις καταλήψεις των φρουρίων της Κισσάμου και της Κανδάνου και τη συνθηκολόγηση των έγκλειστων Τούρκων. Οι Τουρκοαιγύπτιοι με τον πανέξυπνο και τολμηρότατο νέο αρχιστράτηγο το Χουσεϊν, γαμπρό του Μεχμέτ Αλί, ανασυντάσσονται.

Καταστέλλεται η επανάσταση στην ανατολική Κρήτη και μετά την υποταγή της Μεσσαράς, ο στρατός επιστρέφοντας προς τα Χανιά, πολιορκεί επι τρεις μήνες το σπήλαιο του Μελιδονιού στο Μυλοπόταμο, όπου είχαν καταφύγει 30 επαναστάτες και 370 γυναικόπαιδα, και τον Ιανουάριο 1824 το πυρπολεί από μιά τρύπα στην οροφή, πνίγοντας τους όλους στους καπνούς.

Περισσότεροι από 60.000 άμαχοι αναγκάζονται να φύγουν από την Κρήτη, μέσω του Λουτρού Σφακίων για να γλιτώσουν. Οι εμφύλιες διαμάχες, η απόσταση απο τον εθνικό κορμό κάνουν τις προσπάθειες για ενίσχυση του αγώνα από την υπόλοιπη Ελλάδα να πέφτουν στο κενό.

Τον Απρίλιο 1824 ο Τομπάζης αφήνει την Κρήτη, η επανάσταση έχει σβύσει λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων και μετατρέπεται σε κλεφτοπόλεμο από τους «Καλησπέρηδες ή παταξίες», αντάρτες που χτυπούσαν ξαφνικά και εξαφανίζονταν. Αντίποινα διαπράτουν οι φανατικοί γενίτσαροι, γνωστοί ως «ζουρήδες» που επιτίθενται τη νύχτα.

Το Μάιο του 1824 η Κρήτη ελέγχεται από τους Τουρκοαιγυπτίους.

Τον Αύγουστο του 1825, τετρακόσιοι Κρήτες που αγωνίζονται στην Πελοπόννησο επιστρέφουν και καταλαμβάνουν τα Φρούρια της Γραμβούσας και του Κισσάμου δημιουργώντας πάλι ελεύθερους πυρήνες στην Κρήτη, που με πρόσχημα την καταπολέμηση της πειρατείας ανακταλαμβάνονται από τον αγγλικό στόλο το 1828.

Εδώ οι Μεγάλες Δυνάμεις αρχίζουν να διαδραματίζουν έν μεγάλο ρόλο για τη μοίρα της Κρήτης.

Απο τις τελευταίες μάχες είναι εκείνη του Φραγκοκάστελλου. Το 1828 ο γενναίος Ηπειρώτης Χατζημιχάλης Νταλιάνης με 600 πεζούς και 100 ιππείς φθάνει στην Κρήτη για να ενισχύσει τον αγώνα. Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης δεν άκουσε τους έμπειρους Σφακιανούς, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη μάχη λόγω του πεδινού του εδάφους, που επέμεναν να αγωνισθεί στα ορεινά, αλλά ταμπουρώθηκε στο φρούριο του Φραγγοκάστελου. Εγινε μια από τις φονικότερες μάχες του αγώνα. Το Μάη του1828 οι Τούρκοι τον πολιόρκησαν, ο ίδιος σκοτώθηκε μαζί με τετρακόσιους αγωνιστές.

Οι Σφακιανοί που παρακολουθούσαν το Μουσταφά κατά την επιστροφή του μέσα από το φαράγγι του Καλλικράτη προς τα Χανιά, έβαλαν φωτιά στο φαράγγι και έχασε πάνω από χίλιους άνδρες. Η καταστροφή του θα ήταν ολοκληρωτική αν δεν τρέπονταν σε φυγή αφήνοντας όπλα και εφόδια.

Ο Καποδίστριας συνιστά κατάπαυση των εχθροπραξιών το 1829. Ολη η Κρήτη εκτός των τριών μεγάλων Φρουρίων Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου, είναι ελεύθερη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποτρέπουν την απόβαση νέου τουρκοαιγυπτιακού στρατού.

Μετά από δέκα χρόνια αγώνα και αμέτρητες θυσίες το Πρωτόκολλο της 22 Ιανουαρίου 1830, κυρίως με πρωτοβουλία των Αγγλων, αφήνει την Κρήτη έξω απο τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους, και ο Σουλτάνος την πουλεί στον Μεχμέτ Άλη της Αιγύπτου γιά 22.000.000 γρόσια.

Το Κρητικό συμβούλιο εκδίδει προκήρυξη: «Προς τους Έλληνας». «Η Κρήτη ήτο και είναι μέρος αδιάσπαστον της Ελλάδος… ώστε δεν ημπορεί τις να εννοήσει πώς παρεσιωπήθη διόλου, ενώ ακόμη έχει τον εξολοθρεπτικόν πόλεμον εις τους κόλπους της και οι Τούρκοι είναι περιορισμένοι εις μόνα τα φρούρια των από τούς Ελληνας … Ημείς δεν ευρίσκομεν αλλού την σωτηρίαν μας παρά εις τα όπλα μας και εις αυτόν τον έντιμον θάνατον και αν η Χριστιανοσύνη μας παραδόσει εις την ασπλαχνίαν των Τούρκων, αφού κατασφάξομεν απαθώς τας γυναίκας, τα τέκνα και τους γέροντας μας, ας γενώμεν και ημείς θύματα ένδοξα των απαραγράπτων δικαίων μας …….»

Τον Ιούνιο του 1830 τα πλοία των Χριστιανικών Μ. Δυνάμεων επιβάλουν την ειρήνη στο νησί υπέρ των Τουρκοαιγυπτίων.

Οι αγώνες των Κρητών για Ελευθερία και την αγαπημένη τους Κρήτη θα συνεχιστούν μέχρι τη δικαίωση τους.

* Ο Γεώργιος Παπαστεφανάκης είναι αντιπρόεδρος Ελληνικής Κοινότητας Παρισίου