Η εμπλοκή του 42χρονου στην υπόθεση της κλοπής προκύπτει κυρίως από τις καταθέσεις τόσο προανακριτικά όσο και ανακριτικά της 60χρονης μοναχής που υποστηρίζει ότι στο πρόσωπο του, αναγνωρίζει το δράστη της κλοπής.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η συμπληρωματική κατάθεση που δίνει η εν λόγω καλόγρια στο αστυνομικό τμήμα Μοιρών, στις 24 Σεπτεμβρίου 2003. Εκεί δίνει και τη δική της εξήγηση για τους λόγους που την έκαναν να αναθεωρήσει αρχικώς ενώπιον των διωκτικών αρχών σε σχέση με την ταυτότητα του δράστη.

«Είδα το άτομο που έκλεψε και κρατούσε στα χέρια του, μπροστά στο πρόσωπο την εικόνα, από απόσταση έξι-επτά μέτρων. Φορούσε τζιν παντελόνι και μαύρο πουκάμισο κοντομάνικο. Ήταν άνδρας, περίπου 30 ετών, ήταν ψηλός, αδύνατος, όπως αυτός που κρατούσε την εικόνα και έτρεχε. Είχε χαρακτηριστικό τρέξιμο σαν τα πόδια του να ήταν στραβά. Το απόγευμα της 24 Ιουνίου 2003 η αστυνομία έφερε στη Μονή κάποιον άνδρα που φορούσε τα ίδια ρούχα με το δράστη. Όταν δε η αστυνομία τον έβαλε να κάνει αναπαράσταση της κλοπής, βεβαιώθηκα απόλυτα ότι αυτός ήταν ο δράστης της κλοπής. Στην συνέχεια, αναγνώρισα ως δράστη της κλοπής το ίδιο άτομο που μου έδειξαν στο αστυνομικό τμήμα Μοιρών».

Η μοναχή εξηγεί γιατί στις αρχικές καταθέσεις, είχε αφήσει αμφιβολίες για το συγκεκριμένο άτομο. «Στις αρχικές μου καταθέσεις αναφέρω ότι δεν ήμουν σίγουρη, ενώ ήμουν για το δράστη, επειδή την ώρα της αναγνώρισης στο αστυνομικό τμήμα Μοιρών, ενώ τον είχα απέναντι μου και χωρίς να του μιλήσω, άρχισε να κλαίει. Εγώ εκείνη την στιγμή δίστασα να πω ότι είναι αυτός ο δράστης, ενώ ήμουν απόλυτη βέβαιη ότι ήταν, καθώς το λυπήθηκα, όπως έκλαιγε».

Η 60χρονη καλόγρια αναφέρει ότι είχε την ελπίδα ότι οι δράστες θα επέστρεφαν τελικά την εικόνα, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει και λέει: «Έτσι αποφάσισα να πω όλη την αλήθεια όπως ακριβώς την έζησα την ημέρα της κλοπής».