Του Αντώνη Χουρδάκη*

Και μπορεί η νέα ηγεσία του Παιδείας να επικαλείται ξανά τον περιβόητο διάλογο, χρησιμοποιώντας (για εφέ ή όχι) τη γνωστή λατινική έκφραση tabula rasa, εφ’ όλης δηλαδή της ύλης, εντούτοις και η αξιωματική αντιπολίτευση της απαντά και εκείνη με μια γνωστή λατινική φράση, quo vadis, ρωτώντας τη που το πάει.

Το ζητούμενο, ωστόσο, από την αντιπαράθεση αυτή δεν είναι ποιος θα δείξει ευφυέστερος και με την «ατάκα» έτοιμη, αλλά οι από κοινού ευφυείς λύσεις σε ένα εθνικό, υπερκομματικό, χρόνια «λοιμώδες» πρόβλημα. Αν διαχειριστούμε την παιδεία κομματικά, το παιχνίδι χάθηκε για άλλη μια φορά.

Οι αντιδράσεις φοιτητών, μαθητών, εκπαιδευτικών και γονιών είναι γόνιμες, εφόσον συναντιούνται εκεί όπου δεν υπάρχει περιθώριο κομματικής εκμετάλλευσης ή «εμφύλιας» διαμάχης. Διαφορετικά τα εκπαιδευτικά μας χάλια θα πολλαπλασιάζονται και η χρεωκοπημένη πλέον πολιτική πρακτική ότι η διόρθωσή τους θα έρθει με την αλλαγή των προσώπων στο υπουργείο, θα βρίσκει δυστυχώς πολιτικό άσυλο. Άραγε, η ιστορία, τελικά, είναι εντελώς «άχρηστη»; Δεν μας έμαθε ότι και στο παρελθόν τους υπουργούς παιδείας μπορεί να τους άλλαζαν σαν τα πουκάμισα (με διάσημο πλέον παράδειγμα την οκταετία 1920- 1928, όπου 34 κυβερνήσεις έφεραν στα πράγματα 25 υπουργούς παιδείας), αλλά και πάλι η εκπαίδευση έμεινε «αμεταρρύθμιστη»;

Η παιδεία μας πάσχει και μαζί της όλοι μας! Το να βγούμε στο δρόμο και να το διαδηλώσουμε «είναι μια κάποια λύση», όπως θα έλεγε και ο Καβάφης (ξέρετε, αν δεν κλάψει το παιδί η μαμά δεν το ταΐζει). Όμως το μεγάλο στοίχημα (που έχει στοιχειώσει!), από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, είναι να τολμήσουμε όλοι μαζί, χωρίς να «ταμπουρωνόμαστε» στις κομματικές μας ανασφάλειες, να τη «θεραπεύσουμε». Κι αυτό ας ακούγεται ως ουτοπία και η εκτίμηση του ως δονκιχωτισμός. Οι ανατροπές, χωρίς διαπλοκές και συμπλοκές, φαντάζουν μακρινές και άπιαστες!

Δεν ξέρω, αλλά όλο αυτό τον καιρό καρφώθηκαν στο μυαλό μου οι κουβέντες, λόγια αγωνίας, ενός επαναστάτη λογοτέχνη, του Νίκου Καζαντζάκη. Και θέλω μερικές να τις ξαναθυμηθώ. Ο Καζαντζάκης στο Βερολίνο, τα χρόνια 1922-24, έζησε την εκπαιδευτική αναγέννηση που συντελούνταν τότε στη Γερμανία και με ακράτητο ενθουσιασμό έγραφε στη Γαλάτεια.: «Αυτές τις μέρες είναι το Συνέδριο των Αναμορφωτών της παιδείας… Τις παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρο… Αχ! Δε θα δοθεί, λοιπόν, σε μας ποτέ η δύναμη ν’ ανατρέψομε τις αθλιότητες της Ελλάδας!». Αυτό το «Αχ!» βγάζει από μέσα φωνές αγωνίας γενεών και γενεών! Και συνεχίζει: «Στην Ελλάδα χρειαζόμαστε ένα τέτοιο φωτισμό. Βιβλία, εφημερίδες, ομιλίες, σκολειά, προδρόμους που θα χαθούνε, δυστυχία μεγάλη, όργωμα». Για τον ανήσυχο κρητικό λογοτέχνη, αλλά και για μια μεγάλη ομάδα πνευματικών ανθρώπων που συστρατεύθηκαν στον περίφημο «Εκπαιδευτικό Όμιλο» (1910-1927) και στη λεγόμενη τότε «Φοιτητική Συντροφιά», επιτακτική, ζωτική, έγινε η ανάγκη για μια εκπαιδευτική Αναγέννηση του τόπου, ιδιαίτερα μάλιστα λόγω της «άθλιας» εκπαιδευτικής πραγματικότητας που επικρατούσε και τότε στην Ελλάδα. Ανολοκλήρωτες οι μεταρρυθμίσεις, σισύφειες οι προσπάθειες.

Ο Καζαντζάκης, λοιπόν, συνεπαρμένος από το κίνημα της Νέας Αγωγής που συντάραξε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με πρωτοπόρα τη Γερμανία, συναντιέται με τους αρχηγούς του και γίνεται μέλος του Συνδέσμου αυτού και μάλιστα από τους ‘ακρότατους’: «Εδώ, Θέ μου, πώς αγωνίζονται μερικοί άνθρωποι… να σώσουν τον άνθρωπο!... Έπρεπε να δεις τους αρχηγούς… Ξεχωρίζει ένας…Μορφή ασκητική, στεγνή… αψηλός, άγριος, φτωχότατος. Φορεί ξεφτισμένα ρούχα από peau de diable, κι όταν μιλά ξεχνά πώς μιλά για σκολειά κι αρχίζει με ορμή και μίσος να γκρεμίζει την έννοια της σύγχρονης άθλιας κοινωνικής ζωής. Χιλιάδες νέοι… τον ακούνε… αγόρια και κοπέλες…Νέος αέρας, αγωνία, να λυτρωθεί, όχι ο Γερμανός μόνο, και μόνο ο εργάτης, μα ο Άνθρωπος… είναι ένας στρατός πνεματικός».

Σήμερα χρειαζόμαστε (κι αν δεν το έχουμε, πρέπει να το επινοήσουμε) ένα τέτοιο κίνημα, ένα τέτοιο κινητήριο πνεύμα: Αποφασισμένων Αναμορφωτών της Παιδείας, ή καλύτερα αποφασισμένων Νέων, όχι μόνο βιολογικά αλλά και πνευματικά, που απαιτούν να αναμορφώσουν την παιδεία. Όπως και τότε, αναζητούν όχι νέες μεθόδους, αλλά νέους σκοπούς: «Όχι ν’ αλλαχτεί η μέθοδος, μα ν’ αλλαχτεί ο Σκοπός της Παιδαγωγικής...», κάτι δηλαδή πολύ πιο σημαντικό και σύνθετο. Και έχω την αίσθηση πώς όλες αυτές οι αντιδράσεις μαθητών και εκπαιδευτικών κάνουν ένα «θαμαστό πολεμικό όμιλο ανθρώπων… που επιζητούν την ολική αναμόρφωση του Σκολειού», όπως θα έλεγε και ο λογοτέχνης.

Ο Καζαντζάκης, ενάντια στους εκθειασμούς, τους κούφιους ρητορισμούς και τους πατριδολογικούς δογματισμούς της εκπαιδευτικής του συγκυρίας, προτείνει εγρήγορση και συνεχή αγώνα: «... το Σκολειό δεν πρέπει να’ ναι σήμερα καταφύγιο, ένα νησί ωραιότητας μέσα στον ωκεανό της σύχρονης ασκήμιας… Σήμερα το σκολειό πρέπει ένα και μόνο να’ ναι: προετοιμασία. Προετοιμασία για τον άμεσο, σύχρονο, που άρχισε κιόλας, αγώνα… Το σκολειό σήμερα… πρέπει να’ ναι στο περιβάλλο το κοινό, το άσκημο, όπου μέλλεται να ζήσει και να δουλέψει ο μαθητής μεγαλώνοντας. Το άσκημο αυτό περιβάλλο πρέπει οι μαθητές με το δάσκαλο καλά να το δούνε, να το μισήσουνε, να προσπαθήσουνε να το αλλάξουν. Όχι να το κάμουν ιδανικό… Να μάθουνε… ν’ αντιστέκουνται στην αδικία και να φωνάζουν…Να μάθουν ενωρίς πώς όλα αυτά που διδάσκονται, όλες οι δύναμες που μαζεύουν, όλη η μάθηση, η αντοχή, η λαχτάρα, ένα και μόνο έχου¬νε σκοπό: να καταστρέψουν τον παλιό… και να δημιουργήσουν καινούργιο…».

Τότε ο κόσμος, μαζί και η Ελλάδα, χρειαζόταν μια εκπαίδευση που θα βοηθούσε τον άνθρωπο να καταλάβει την οικτρή εκπαιδευτική και πολιτική πραγματικότητα στην οποία ζούσε για να την αλλάξει. Γι’ αυτό κι’ ο Καζαντζάκης μας παρακινεί: «να δούμε ποια είναι η εποχή μας, ποια είναι η πρωτοπορία της εποχής μας κ’ ευτύς, αποφασισμένα, χωρίς συμβιβασμούς, να τοποθετηθούμε στα ακρότατα φυλάκια της μάχης. Άλλο χρέος, άλλη αρετή, άλλη ευτυχία δεν πρέπει να γνωρίζομε».

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, φίλοι μου, ένα τέτοιο αγώνα αφύπνισης. Ένα αγώνα για ένα σχολείο «ολότελα επαναστατικό», που θα μας βγάλει από την εκπαιδευτική μας τύφλωση, χωρίς συμβιβασμούς, ή παλινδρομήσεις και κυρίως χωρίς κομματική πολιτική, η οποία έχει κλονίσει τη δημόσια πίστη μας. Να ετοιμάσουμε: «τους αγωνιστές, να τους διδάξουμε… γιατί πρέπει να γίνουν καλοί αργάτες, καλοί δάσκαλοι, καλοί επιστήμονες, καλοί και γόνιμοι πατέρες (προσθέτω και μητέρες). Να τους μάθουμε πώς πρέπει να διαβάζουν ένα ποίημα, πώς πρέπει να θωρούν τ’ άστρα… τους αθρώπους, τις ιδέες…», σαν άλλοι Καζαντζάκηδες… να φτιάξουμε όλοι μαζί «Το σχολείο του δικού μας μέλλοντος».

* Ο Α. Γ. Χουρδάκης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης