Του Θεόδωρου Παναγόπουλου*

Β’ μέρος

Η ιστορία της δύναμης και της εξουσίας των μοναχών και της Εκκλησίας γενικότερα, ανάγεται στα πρώτα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στην περιοδο του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Από τότε, οι καλόγεροι, οι επίσκοποι και οι πατριάρχες απόκτησαν τεράστια δύναμη και ισχύ. Η Εκκλησία οργανώθηκε διοικητικά στα πρότυπα του κοσμικού αυτοκρατορικού κράτους. Δημιουργήθηκε μια εκκλησιαστική ιεραρχία, με επικεφαλής τον πατριάρχη, όπως η κρατική διοίκηση είχε ως κεφαλή τον αυτοκράτορα. Η Εκκλησία εξυπηρετούσε απόλυτα τους κρατικούς σκοπούς και τις βλέψεις των αυτοκρατόρων. Σε μια πολυεθνική κοινωνία, όπως ήταν το Βυζάντιο, ο μόνος συνεκτικός δεσμός ήταν η θρησκεία. Επομένως η συσπείρωση και ο έλεγχος των υπηκόων, μόνο μέσα από την θρησκεία μπορούσε να επιτευχθεί. Αυτό το εκμεταλλεύτηκαν κατάλληλα οι αυτοκράτορες και παραχωρώντας εξουσία, προνόμια, χρήματα και κτήματα, κατέστησαν την Εκκλησία και τα μοναστήρια υποχείρια και όργανα των επιδιώξεων τους. Έτσι τους απάλλαξαν, εκτός όλων των άλλων, από την υποχρέωση στράτευσης και από κάθε είδος φόρου και από την άλλη μεριά υποχρέωσαν τους απλούς πολίτες να καταβάλουν μέρος των εισοδημάτων τους για την συντήρηση τους. Μέσα σ’αυτό το κλίμα των αμοιβαίων συμφερόντων, πραγματοποιήθηκε η μετεξέλιξη της πρωτοχριστιανικής απλής εκκλησίας του Χριστού, σε κοσμική λειτουργία, που ταυτίστηκε σε όλα με την δημόσια αυτοκρατορική γραφειοκρατία. Ειδικά οι εξωτερικοί εξουσιαστικοί τύποι της βασιλικής αυλής αφομοιώθηκαν απόλυτα από την ηγεσία του κλήρου. Με την, ανατολικής προέλευσης, αυτοκρατορική πορφύρα ντυμένος ο αυτοκράτορας, με την ίδια πορφύρα ο πατριάρχης και ο μητροπολίτης, χρυσό στέμμα στο κεφάλι ο αυτοκράτορας, χρυσή μίτρα πατριάρχης και ο μητροπολίτης, σκήπτρο χρυσό στο χέρι ο αυτοκράτορας, έμβλημα βασιλικής εξουσίας, χρυσή ράβδος ο πατριάρχης και ο μητροπολίτης, έμβλημα θεϊκής εξουσίας. Ιππείς και αξιωματούχοι, στον δρόμο δίπλα από τον αυτοκράτορα, πεζοί και καβαλάρηδες δίπλα από τον πατριάρχη. Σημαίες, σήμερα, εμβλήματα ο αυτοκράτορας, σημαίες, σήμερα, εμβλήματα ο μητροπολίτης.

Ο δικέφαλος αετός, σύμβολο των τελευταίων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, κεντημένο στα ρούχα και τα παπούτσια τους, έγινε η σημαία της ορθόδοξης Εκκλησίας (και μάλιστα στο ένα πόδι να κρατεί το σταυρό και στο άλλο το σπαθί. Γιατί το σπαθί;)

Η παράδοση συνεχίζεται αδιατάρακτα, μέχρι σήμερα, εδώ και 1700 χρόνια.

“Ο Μεσαίων παρατείνεται παρ’ ημίν και πέραν του Μεσαίωνος” μας ενημερώνει ο Νικόλαος Πολίτης. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Σήμερα τα άλογα, τα έχουν αντικαταστήσει ελικόπτερα, πολυτελή 4Χ4 και αποστράπτουσες λιμουζίνες, τους δε πεζούς και τους καβαλάρηδες, οικόσιτοι υπηρέτες, πνευματικά τέκνα των γερόντων, ιδιοτελείς καιροσκόποι, παρατρεχάμενοι της Αυλής και της μονής, φουσκωτοί και μοτοσυκλετιστές της Τροχαίας. Δεν μπορείς να πεις ότι αυτό δεν είναι κάποια πρόοδος;

Δεν υπήρξε όμως καμιά πρόοδος, κατά την περίοδο της οθωμανικής κατοχής.

Οι Σουλτάνοι, κινούμενοι από την ίδια πολιτική σκοπιμότητα, άφησαν τα πράγματα, όπως ακριβώς τα βρήκαν. Τα ίδια προνόμια, η ίδια “δεκάτη” υπέρ του κλήρου. Τα σουλτανικά φιρμάνια αντικατέστησαν τα βυζαντινά χρυσόβουλα. Παραχώρηση δημόσιας γης σε μοναστήρια και εκκλησίες, δικαιοδοσίες πολιτικές και δικαστικές στην ηγεσία του κλήρου. Ο πατριάρχης αναγνωρίστηκε, ως πολιτικός αρχηγός (μιλλέτμπαση) όλων των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μάλιστα πρώτος πατριάρχης μετά την άλωση, διορίστηκε από τον Μωάμεθ, ο μοναχός Γεννάδιος, κατά κόσμο Γεώργιος Σχολάριος. Εδώ αξίζει τον κόπο, να σταθούμε λίγο περισσότερο, γιατί η ιστορία αυτού του καλόγερου και μετέπειτα πατριάρχη, είναι και το κομβικό σημείο, του ακόμα μεγαλύτερου, πλουτισμού της Εκκλησίας κατά την οθωμανική κατοχή και της εν συνεχεία επιρροής της στον δημόσιο βίο. Ορισε λοιπον ο πορθητής της πόλης σουλτάνος, τον Γεννάδιο πατριάρχη, ο οποίος δύο μόλις μήνες πριν από την άλωση, είχε ξεσηκώσει μοναχούς και λαϊκούς, κατά του αυτοκράτορα Κων. Παλαιολόγου, που είχε συγκατατεθεί στην ένωση των εκκλησιών, μετά το σχίμα του 1054, ελπίζοντας σε ουσιαστική βοήθεια του πάπα και των ηγεμόνων της Δύσης, για την απόκρουση του τούρκικου κινδύνου.

Αρχηγός λοιπόν των λεγόμενων ανθενωτικών, αυτών δηλαδή που δεν ήθελαν την ένωση, ήταν ο Γεννάδιος, ο οποίος, έχοντας στις διαταγές του, ένα φανατισμένο πλήθος, όχι μόνο δεν βοήθησε τον αυτοκράτορα του, αλλά καλλιεργούσε ένα κλίμα ηττοπάθειας, υποστηρίζοντας ότι από το να έλθουν οι παπικοί στην πόλη, είναι προτιμότερο να την πάρουν οι Τούρκοι.

Και να σκεφτεί κανείς ότι την εποχή αυτή μέσα στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 300 μοναστήρια και 10.000 καλόγεροι και σε ολόκληρη την βυζαντινή αυτοκρατορία, άλλες 200.000 μοναχοί που θα μπορούσαν να την υπερασπισθούν. Ο τελευταίος όμως αυτοκράτορας είχε μείνει να υπερασπίζεται την πόλη με μόλις 10.000 άνδρες, από τους οποίους οι 7.000 ήσαν Γενοβέζοι. Αυτό λοιπόν τον φιλότουρκο μοναχό επέλεξε ο σουλτάνος, για το ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα, εκτιμώντας προφανώς τις πολύτιμες υπηρεσίες που του προσέφερε στην υλοποίηση των σχεδίων του. Μάλιστα τον δέχτηκε στο παλάτι, του χάρισε άλογο και ασημένια πολύτιμη πατερίτσα και τον κατευόδωσε στον ναό των Αγίων Αποστόλων, τον οποίο όρισε ως πατριαρχική κατοικία:

“Ούτος (ο σουλτάνος), ιδών ηγάπησε τον πατριάρχην τούτον και ευθύς δέδωκεν αυτός ο Μεεμέτης ράβδον αργυράν τιμαλφή και ίππον καλόν.... και γρόσια πεντακόσια... και απέστειλεν εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, ον τινα δέδωκεν αυτώ εις κατοικίαν”.

(Γ. Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, τ. 8. σ. 545).

Και το σπουδαιότερο και ουσιαστικότερο. Τον εφοδίασε με έγγραφο φιρμάνι, με την υπογραφή του, να είναι εις τους αιώνες των αιώνων, αυτός και οι μετά από αυτόν πατριάρχες και οι υφιστάμενοί τους αρχιερείς, ακαταδίωκτοι, ανεύθυνοι, απαλλαγμένοι από κάθε φόρο, εισφορές και τέλη και κανείς ποτέ να μην τους ενοχλήσει και τους εμποδίσει, στην απόλαυση αυτών των προνομίων:

“Έδωσε δε και προστάγματα εγγράφως τω πατριάρχη (ο Μωάμεθ) μετ’ εξουσίάς βασιλικής, υπογεγραμμένης κάτωθεν ίνα μηδείς αυτόν ενοχλήση ή αντιτείνη, αλλά είναι αυτόν αναίτιον και αφορολόγητον και αδιάσειστον τε από παντός εναντίου, και τέλους και δόσεως ελεύθερος έσηται αυτός τε και οι μετ’ αυτόν πατριάρχαι εις τον αιώνα, ομοίως και πάντες οι υποτεταγμένοι αυτώ αριερείς”.

(Γεώργιος Φραντζής, Χρονικόν Βιέννη 1796, σ. 308).

Αυτό το σουλτανικό φιρμάνι και τα όσα μεταγενέστερα ακολούθησαν, επικαλούνται μέχρι σήμερα, χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, οι μοναχοί, τα πνευματικά τους παιδιά και οι τυχάρπαστοι ιδιοτελείς καιροσκόποι υποστηρικτές τους, για να δικαιολογήσουν την κτήση του μυθικού τους πλούτου. Αλλά για όλα αυτά στο επόμενο.



*Ο Θεόδωρος Παναγόπουλος είναι τ. δικαστής και δικηγόρος