Του Γιάννη Τσερεβελάκη*

Τούτες τις μέρες τις χριστουγεννιάτικες η σκέψη, με τη βοήθεια όλου του εορταστικού διακόσμου, μας ταξιδεύει σε τόπους ειδυλλιακούς, εκεί όπου ροδομάγουλα αγγελούδια ψάλλουν ύμνους στο Θείο Βρέφος, άδολοι βοσκοί γονατίζουν μπροστά Του και Μάγοι, βγαλμένοι σαν από το πιο ωραίο παραμύθι, Του προσφέρουν τα δώρα τους. Έχω γράψει, ωστόσο, κι άλλη φορά πως η Γέννηση του Χριστού, δηλαδή η είσοδος του Θεού στην ιστορία, δεν είχε κανένα ειδυλλιακό χρώμα. Αντίθετα, ήταν ένα δραματικότατο γεγονός που προοιώνιζε το Πάθη και το Σταυρό. Διότι ο Χριστός εξαρχής δεν γίνεται δεκτός από τους ισχυρούς της γης, δηλαδή την πολιτική εξουσία, την οποία εκπροσωπούσε ο βασιλιάς Ηρώδης ο Μέγας. Η αφήγηση από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο της ιστορίας για την προσκύνηση των Μάγων, πέραν του ότι αποτελούσε μιαν απόδειξη ότι γεννήθηκε ο αναμενόμενος Σωτήρας, έδειχνε με απόλυτη σαφήνεια τη στάση της πολιτικής εξουσίας απέναντι στο «νεηγενές Παιδίον», της οποίας αποκορύφωμα υπήρξεν η σφαγή των αρρένων νηπίων της Βηθλεέμ, με διαταγή του Ηρώδη. Ο πανίσχυρος, αρχομανής και πανούργος βασιλιάς, του οποίου η βασιλεία ήταν μια περίοδος ραδιουργιών και δολοφονιών (είναι γνωστό ότι σφαγίασε πλήθος Νομοδιδασκάλων και Φαρισαίων, δολοφόνησε τη σύζυγο, την πεθερά του, τρεις γιους του, εκατοντάδες αξιωματικούς, στρατιώτες και εκπροσώπους του λαού) δεν δίστασε, μέσα σ’ αυτή την καθολική παραφροσύνη, να δώσει τη διαταγή εξόντωσης και των αρσενικών παιδιών, από δύο χρόνων και κατωτέρω, που κατοικούσαν στην περιοχή γύρω από τη Βηθλεέμ. Σκοπός του ήταν «να διασφαλίσει την εξουσία του αλλά και το δικαίωμα ο ίδιος προσωπικά ν’ αποφασίσει κάποτε για το θέμα της διαδοχής του. Ο φόβος και η υποψία για τη γέννηση κάποιου διεκδικητή του θρόνου, που πάντα του ήταν ένας εφιάλτης, ασφαλώς θα τον οδηγούσε στην εγκληματική αυτή απόφαση για την «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων μιας αγνοημένης περιοχής.» (Γ. Π. Πατρώνου, Η ιστορική πορεία του Ιησού, Δόμος, σ. 163).

Έτσι ο Ηρώδης ο «θηριώδης» (έτσι αποκαλείται στα κάλαντα των Χριστουγέννων) εκπροσωπεί στην εποχή του εκείνες τις δυνάμεις, που δρουν ανελεύθερα και ασκούν βία και εξαναγκασμό πάνω στον άνθρωπο. Την ίδια στιγμή, η σφαγή των νηπίων εκφράζει σαφέστατα ότι ο Ιησούς, από τη στιγμή που ήρθε στην ιστορία, μπήκε σ’ ένα κόσμο «βίας, καταπιέσεων και διωγμών εναντίον των μικρών και αδυνάτων. Οι εκάστοτε Φαραώ και Ηρώδες, που διαφεντεύουν κυρίως τον κόσμο, εκπροσωπούν τις αντίθεες και δαιμονιώδεις δυνάμεις μέσα στην ιστορία και συντελούν στην επαύξηση του κακού και της αδικίας μεταξύ των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι του Θεού, οι τίμιοι και αληθινοί μέσα στη ζωή, πάντοτε δοκιμάζονται και διώκονται. Το θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, έδωσε μια εικόνα της μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα τον ακολουθήσουν πιστά στην καθημερινή τους πορεία.» (Γ.Π. Πατρώνου, ό.π. σ. 168-69).

Ο παντοδύναμος Ηρώδης φοβάται ένα αδύναμο νήπιο. Και κάνει ό, τι κάνει κάθε τυραννική εξουσία, όταν νιώθει πως απειλείται: επιζητεί να εξοντώσει εκείνον που την απειλεί. Αυτή είναι η αιώνια τακτική της εξουσίας, η οποία όσο πιο αυταρχική είναι, τόσο γίνεται πιο βίαιη και καταπιεστική, δηλαδή δαιμονιώδης. Τι φοβάται άραγε ο Ηρώδης και, κατ’ επέκταση, τι φοβάται κάθε εξουσία, όταν έχει απέναντί της τα παιδιά και τους νέους; Νομίζω πως φοβάται πρώτα-πρώτα εκείνο που η ίδια δεν έχει: την αθωότητα, δηλαδή την αλήθεια. Γιατί το παιδί και ο νέος είναι «η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα», είναι το καθαρό βλέμμα, από το οποίο δεν μπορείς να κρυφτείς. Αντίθετα, η εξουσία, ακόμα και η πιο δημοκρατική, δεν μπορεί να είναι καθαρή, δεν μπορεί να είναι αθώα, δεν μπορεί να είναι αληθινή. Το «βασίλειο του Καίσαρος» είναι βασίλειο της δύναμης, της επιβολής, της σκληρότητας, του ψεύδους. Ως εκ τούτου, είναι κάθετα αντίθετο προς το «βασίλειο του Πνεύματος», δηλαδή προς την αλήθεια, τη γνησιότητα, την αθωότητα. Κι όταν λέω «βασίλειο του Καίσαρος», δεν εννοώ μόνο την πολιτική εξουσία, αλλά κάθε εξουσία που προσπαθεί είτε να περιθωριοποιήσει τους νέους, είτε να τους απονευρώσει πνευματικά και ηθικά, ελέγχοντάς τους και καθιστώντας τους πιόνια του παιγνιδιού της. Τούτο το τελευταίο είναι και το πιο επικίνδυνο. Διότι, όταν έχεις απέναντί σου τον ολοκληρωτισμό ή τη βία της εξουσίας, τότε γνωρίζεις τον αντίπαλο και διατηρείς τουλάχιστον την υποστασιακή ελευθερία. Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που ο «Καίσαρας» κρύβεται πίσω από το προσωπείο της αγωνιστικότητας, της προοδευτικότητας, της ανατρεπτικότητας, της επαναστατικότητας, λέξεων και στάσεων που χρησιμοποιεί, για να γοητεύσει τους νέους. Ή από τη στιγμή που κάποιοι άλλοι «Καίσαρες» χρησιμοποιούν άλλα μέσα, πολύ πιο δελεαστικά (ναρκωτικά, αλκοόλ, οράματα ευζωίας, ατέρμονη κατανάλωση, θεάματα κλπ), για να αποκοιμίσουν τα παιδιά και τους νέους, να ναρκώσουν τις συνειδήσεις τους φυλακίζοντάς τους σ’ ένα χονδροειδή υλισμό, που όμοιό του δεν έχει καταγράψει η ιστορία. Όλο το ζήτημα είναι τα παιδιά και οι νέοι να πάψουν να είναι αληθινοί και να γίνουν χειροκροτητές και οπαδοί του «Καίσαρα». Με άλλα λόγια: η ζωή να υποταχθεί στην ιδεολογία ή στα πάθη.

Αλλά οι Φαραώ, οι Ηρώδες και οι Καίσαρες φοβούνται τα παιδιά και τους νέους και για ένα άλλο λόγο. Ξέρουν πως τα παιδιά και οι νέοι είναι το μέλλον και η ελευθερία, εκπροσωπούν δηλαδή τη δυνατότητα εισόδου του «αγνώστου» στην ιστορία, εισάγοντας έτσι ένα στοιχείο βαθιάς ανησυχίας, επειδή είναι σε θέση να θραύσουν τον κύκλο αιτίου-αιτιατού και να θέσουν την ιστορική στιγμή σε κατάσταση εκκρεμότητας. Έτσι η έκβαση της ιστορίας καθίσταται αβέβαιη και κρίσιμη, καθώς, με την ενεργή παρουσία των νέων, τίποτε δεν είναι ασφαλές εκ των προτέρων και ο σκοτεινός ορίζοντας του μέλλοντος γίνεται έτι σκοτεινότερος. Αυτή η ενδεχομενικότητα, που θέτει σε κρίση τη σταθερότητα της εξουσίας ρευστοποιώντας τις ποικίλες βεβαιότητες και «σταθερές» της, γίνεται η αιτία ν’ αναζητηθούν τρόποι πνευματικού και πολιτικού ευνουχισμού των νέων, ακόμη και βιολογικής εξόντωσής τους (στα ολοκληρωτικά καθεστώτα), ή ελέγχου τους από κομματικούς μηχανισμούς και περιθωριοποίησής τους από τη βιομηχανία του θεάματος (στη δημοκρατία). Ωστόσο (πρέπει να το τονίσουμε), η δημοκρατία, ακόμα και με τις ατέλειές της, δεν παύει να είναι το άριστο πολίτευμα, υπό την έννοια ότι είναι το πιο ανοιχτό στο «αβέβαιο»του μέλλοντος, άρα το πολίτευμα όπου μπορεί με τον πιο ομαλό τρόπο να εκφραστεί η ελευθερία, δηλαδή να ανοίξουν τα φτερά τους οι νέοι. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που δέχεται την αμφισβήτηση, η ελευθερία δηλαδή διατηρεί ακόμη κάτι από την εσωτερικότητά της, αφού στο πλαίσιό της ο άνθρωπος επιτρέπεται να λειτουργεί ως πρόσωπο.

Αυτό το τελευταίο είναι εκείνο που θα πρέπει να εκτιμηθεί κατ’ εξοχήν από τους πνευματικούς ανθρώπους, στους οποίους εναπόκειται το βαρύ χρέος της διαπαιδαγώγησης των παιδιών και των νέων. Να μη λειτουργήσουν ούτε ως «κράχτες» της εξουσίας ή των κομμάτων ούτε και ως κατήγοροι της δημοκρατίας. Οι πνευματικοί άνθρωποι, όσοι ανήκουν δηλαδή στο «Βασίλειο του Πνεύματος», θα πρέπει να στηρίξουν τη δημοκρατία, δηλαδή τους όρους για μια γνήσια έκπτυξη από την πλευρά των νέων της προσωπικής-υποστασιακής ελευθερίας. Να συντελέσουν ενεργητικά, αλλά με την απαιτούμενη διάκριση (ο όρος είναι από τη νηπτική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας), ώστε τα παιδιά και οι νέοι που ανοίγουν τα φτερά τους να πετάξουν όχι σε τόπους αυχμηρούς αλλά στα δροσώδη όρη του πνεύματος. Να τους διδάξουν, όχι με λόγια αλλά με το παράδειγμα και τη ζωή τους, πως του ανθρώπου του «ετάχθη» να σκορπάει το κάθε λογής σκοτάδι, να μην αφήνει τη νύχτα να τρυπώνει μέσα στις ψυχές, να μην επιτρέπει ακόμη και στους τόπους του ολέθρου να πεθαίνει η ελπίδα, θυμίζοντάς τους διαρκώς πως νέος είναι εκείνος που εξακολουθεί να ελπίζει, ακόμα κι όταν γύρω του όλα μοιάζει να έχουν χαθεί.

Ο Χριστός μπήκε ως Βρέφος στην ιστορία διωγμένος από την εξουσία του Ηρώδη. Γι’ αυτό έδειξε την αγάπη Του προς τα παιδιά λέγοντας πως η οδός της σωτηρίας είναι η επανεύρεση της παιδικότητάς μας. Οι Ηρώδες θέλουν ακριβώς αυτή την παιδικότητα να εξοντώσουν. Γιατί δεν μας θέλουν σωσμένους, δηλαδή σώους, ακέραιους, άρα γνήσιους και αληθινούς, όπως είναι τα παιδιά. Μας θέλουν βυθισμένους στο ψεύδος, στην απελπισία, στο μίσος, στην απάτη. Γιατί τότε τους μοιάζουμε, τότε είμαστε σαν κι αυτούς. Τα παιδιά είναι το κριτήριο της ποιότητας της ζωής μας, είναι το κριτήριο της αλήθειας και της ακεραιότητάς μας. Είμαστε άραγε σε θέση να τα κοιτάξουμε στα μάτια δίχως ντροπή;

* Ο Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι φιλόλογος-θεολόγος, καθηγητής Πειραματικού Λυκείου Ηρακλείου