Της Ελίνας Φαρσάρη

Η υποβαθμισμένη περιοχή του Καράβολα, ήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή τα Ολυμπιακά έργα και κυρίως την αναγκαιότητα για τη μετεγκατάσταση των κατοίκων της, γεγονός που έχει εγείρει πληθώρα αντιδράσεων και συζητήσεων.

Όμως ο Καράβολας - όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι παλιοί Ηρακλειώτες - πέρασε και μία χρονική περίοδο ακμής τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά. Δεν είναι άλλωστε λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως εάν είχαν ακολουθηθεί άλλες πολιτικές για την περιοχή, που εκτείνεται στο παραλιακό μέτωπο από την οδό Εφόδου έως και δυτικά του Τάλω στην παλιά ΕΒΓΗ, θα είχε κάλλιστα μετατραπεί σ’ ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο σημείο του Ηρακλείου.

Αναζητήσαμε την ιστορία της περιοχής μιλώντας με τους απογόνους των πρώτων κατοίκων του Καράβολα, οι οποίοι με δίαυλο τις προσωπικές τους εμπειρίες και τα βιώματα αλλά και τις διηγήσεις των γονέων τους, μας παρουσίασαν μία άλλη εικόνα του Ηρακλείου.

Συνοδοιπόροι σ’ αυτό το όμορφο ταξίδι στο παρελθόν η κ. Κυριακή Πρατοπούλου και ο κ. Σωτήρης Παύλου, οι οικογένειες των οποίων ήταν οι πρώτες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, στις αρχές μάλιστα του περασμένου αιώνα και με ορόσημο τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι αφηγήσεις έγιναν σ’ ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, την ύπαρξη του οποίου ο επισκέπτης που κινείται κατά μήκος της παραλιακής λεωφόρου δεν μπορεί καν να υποπτευθεί.

Μας φιλοξενεί μία δροσερή κατάφυτη αυλή για την πρώτη περίπτωση και για τη δεύτερη ένα γραφικό ταβερνάκι στη θάλασσα. Οι αναμνήσεις ξετυλίγονται και η εικόνα που διαμορφώνεται αντικατοπτρίζει αφενός ένα κομμάτι του παλιού Ηρακλείου αφετέρου την ικανότητα που επεδείκνυαν στη φιλόξενη Κρητική γη για για να ορθοποδήσουν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Η ΤΑΒΕΡΝΑ “ΤΟ ΚΥΜΑ”

“Ο μπαμπάς μου” διηγείται με τρυφερότητα η κ. Πρατοπούλου “ήρθε από τη Μικρά Ασία μικρό παιδί, βρέθηκε εδώ στην περιοχή το 1940 και έχτισε ένα μικρό δωμάτιο, το οποίο αξιοποιήθηκε σαν ταβερνούλα που λεγόταν “ΤΟ ΚΥΜΑ”. Τη διατήρησε μέχρι το 1955. Εδώ έχτισε το σπίτι μας, εδώ έκανε την οικογένειά του”...

Πλαισιωμένη από τα μέλη της δικής της οικογένειας που συμπληρώνουν την αφήγησή της, η κυρία Κυριακή μας εμπιστεύεται την ιστορία του πατέρα της Κωνσταντίνου Πρατοπούλου.

Για την πορεία της μικρής του επιχείρησης, για το πώς απέκτησε την κυριότητα του σπιτιού που έχτισε ο ίδιος, παρουσιάζοντας παράλληλα μία ζωντανή εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη.

Επρόκειτο άλλωστε για εκτάσεις που προ της ανταλλαγής του πληθυσμού ανήκαν ως επί το πλείστον σε Τούρκους.

“Ο μπαμπάς μου δεν ήξερε, κι έχτισε εδώ το 1940” λέει η κυρία Κυριακή, “ώσπου ξαφνικά τον πληροφόρησαν ότι το οικόπεδο ανήκε στο γιατρό Βίκτωρα Βογιατζάκη.

Μάλιστα, ήταν προσφυγόπουλο και ορφανό, δεν είχε οικονομική άνεση. Παρ’ όλα αυτά δούλευε την ταβέρνα μέχρι να ξεπληρώσει το οικόπεδο. Τα κατάφερε το 1958 οπόταν και πήρε την κυριότητα του ακινήτου. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής” συνεχίζει η κα Πρατοπούλου “είχαν τίτλους ιδιοκτησίας.

Μετά από χρόνια άρχισαν να έρχονται καταπατητές και να χτίζουν δίπλα στα δικά μας σπίτια. Ό,τι έγινε με τους παραπηγματούχους των Τειχών μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε και στη δική μας περιοχή. Άνθρωποι φτωχοί, εργάτες από τα χωριά που έμεναν στο Μπέντεη μέσα σε παραγκούλες, άρχισαν μαζικά να κατεβαίνουν στην παραλία”.

Οπως θυμάται η κυρία Κυριακή, τα χρόνια που ο πατέρας της λειτουργούσε την ταβέρνα “ΤΟ ΚΥΜΑ” η περιοχή του Καράβολα διήγαγε περίοδο ακμής. Εκεί στην παραλία, λειτουργούσαν γραφικά ταβερνάκια, υπήρχε το νυχτερινό κέντρο “Ψηλορείτης” αργότερα, οι εγκαταστάσεις της “Κιτρένωσης”. Άλλωστε κάποια στιγμή, παρά τη γειτνίαση με σχετικά κακόφημα μέρη, η περιοχή είχε καταστεί κοσμική.

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΤΕ

Για την περίοδο δε της Κατοχής η κ. Πρατοπούλου μας διηγείται: “Υπήρχε μεγάλη κίνηση την περίοδο που λειτουργούσε η ταβέρνα. Απέναντι, υπήρχε μία τεράστια αλάνα, αποθήκη πυρομαχικών των Γερμανών, οι οποίοι όταν τελείωναν τη δουλειά τους έρχονταν στο “ΚΥΜΑ” να φάνε.

Η μητέρα μου τότε ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί. Μάλιστα αναπτύχθηκαν και φιλίες με κάποιους Γερμανούς και για χρόνια διατηρήθηκε και αλληλογραφία.

Μετά την Κατοχή, ερχόταν πολύς κόσμος. Η ταβέρνα ήταν γραφική, ειδυλλιακή. Ήταν πολύ ωραία τότε. Η θάλασσα ήταν καθαρή, δεν έριχναν λύματα όπως γίνεται τώρα και ο κόσμος μέχρι το 1975 έκανε μπάνιο εδώ. Μετά έρχονταν κι έτρωγαν το ψαράκι τους”.

Και η κυρία Κυριακή καταλήγει αφοπλιστικά: “Έχω κρατήσει στη μνήμη μου σαν μικρό παιδί τη γραφικότητα που είχε το μέρος κοντά στη θάλασσα. Αν μας αφήνανε θα είχαμε γίνει το Κολωνάκι του Ηρακλείου. Αλλά δεν μας αφήσανε και δεν ξέρω για ποιους λόγους”.

ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΕΣ

Με την αφήγηση αυτή προκύπτει μία άλλη διάσταση στο θέμα που συναποτελεί τα προβλήματα του Καράβολα και των κατοίκων του. Εξάλλου ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης κατέλαβε και το θέμα των απαλλοτριώσεων για τη μετεγκατάσταση των οικιστών.

Κι αυτό διότι μεταξύ των συνολικά 90 οικογενειών της περιοχής και εκείνων της οδού “Μάχης Κρήτης”, ελάχιστοι έχουν στην κατοχή τους τίτλους ιδιοκτησίας.

Στο Υποθηκοφυλάκειο Ηρακλείου υπάρχουν μόνο 11 τίτλοι, γεγονός το οποίο καθιστά διαφορετική την περίπτωση των ιδιοκτητών από τους υπόλοιπους οικιστές του Καράβολα.

Όπως διεφάνη και από τη συζήτηση με την οικογένεια της κας Πρατοπούλου δεν θέλουν να γίνουν η αφορμή για τη μη υλοποίηση του Ολυμπιακού έργου, διεκδικούν όμως ουσιαστικές και πραγματικές αποζημιώσεις. Ευχής έργον δε, θα ήταν γι’ αυτούς να γίνει η απαραίτητη διαπλάτυνση του δρόμου, χωρίς να θιγούν τα συμφέροντα των ιδιοκτητών.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ

Ένας από τους πρώτους κατοίκους της περιοχής ήταν ο επίσης Μικρασιάτης Εμμανουήλ Παύλου. Ήταν ο άνθρωπος εκείνος από το παρατσούκλι του οποίου, η ευρύτερη περιοχή πήρε το όνομά της. Για το βίο και την πολιτεία του “Καράβολα” μας μίλησε ο γιος του ο κ. Σωτήρης Παύλου, ο οποίος διατηρεί σήμερα την ταβέρνα του “Καράβολα”, στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου για πρώτη φορά τη λειτούργησε ο πατέρας του.

Για το παρατσούκλι που χάρισε το όνομά του στην περιοχή, μας αφηγείται η μεγαλύτερη αδελφή του Σωτήρη Παύλου, η κυρία Αργυρώ: “Στη Μικρά Ασία, τα σαλιγκάρια, τους χοχλιούς που λέμε εμείς εδώ, τους λέγανε καραβόλους.

Ο πατέρας μου μικρός έπαιρνε το καλαθάκι του και μάζευε καραβόλους. Όταν μάλιστα τον έψαχνε ο παππούς μου, του έλεγαν “είναι για καραβόλους” κι έτσι του έμεινε το παρατσούκλι “Ο Καράβολας”.

Η ιστορία του Μανώλη Παύλου, μέσα από τις διηγήσεις του γιου του και κατ’ επέκτασιν της οικογένειάς του, μοιάζει πολύ μ’ εκείνη της οικογένειας Πρατοπούλου. Φτωχός βιοπαλαιστής από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας φθάνει μετά την καταστροφή στο Ηράκλειο και αποκτά μία 10μελή οικογένεια.

“Ο πατέρας μου” αφηγείται ο κ. Παύλου, “έφθασε το ‘22 εδώ 16 χρονών. Τότε μένανε στην Ξύλινη Τάμπια. Στα 20 του παντρεύτηκε τη μάνα μου. Προσφυγοπούλα κι εκείνη από το Γκιούλμπαξι. Το πρώτο τους σπίτι ήταν μία κάμαρα εδώ κοντά. “Στου Βούλγαρη” λεγόταν τότε η περιοχή. Προπολεμικά, δουλεύανε στον Τάλω. Βγάζανε σαπούνι, λάδι, οξυγόνο, σταφίδες. Εκεί που σήμερα είναι τα σχολεία, τότε λειτουργούσε σαν Βιομηχανική περιοχή με διάφορα εργοστάσια. Εργάζονταν τότε σαν εργάτες στις σταφίδες. Ήρθαν λοιπόν εδώ σ’ αυτό το σημείο και κατοίκησαν σε μία καλύβα. Την καλύβα αυτή, την έκαναν ταβέρνα που την έλεγαν “ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ”. Βέβαια η καλύβα δεν ήταν δική τους περιουσία”.

Αναμοχλεύοντας στη μνήμη του ο κ. Παύλου παρουσιάζει γλαφυρά την εικόνα που αναδείκνυε τότε η ευρύτερη περιοχή.

Η θάλασσα, θυμάται έφθανε μέχρι το σημερινό ρείθρο της παραλιακής λεωφόρου. Από το σημείο εκείνο περνούσαν οι ράγες τρένου που μετέφερε στα βαγόνια του ογκόλιθους και άλλα υλικά από την περιοχή του Γαζίου για την κατασκευή του λιμενοβραχίονα, πριν από το 1945.

Με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο ο κ. Παύλου διηγείται: “Ερχόταν πολύς κόσμος στην ταβέρνα που εν συνεχεία έγινε γνωστή ως “η ταβέρνα του Καράβολα”. Κυρίως εργάτες.

Μαγείρευε η μητέρα μου, κι ο πατέρας μου τότε δούλευε στα σταφιδεργοστάσια. Με δύο δίσκους που είχε η μητέρα μου κουβαλούσε καφέδες μέσα στο εργοστάσιο. Εκείνη την εποχή άλλωστε, όλη η παραγωγή σε λάδι του νομού Ηρακλείου έβγαινε από ‘δω. Σιγά-σιγά όμως άρχισαν να μπαζώνουν τη θάλασσα. Αργότερα έγινε και η “Κιτρένωση”. Γέμισε ο τόπος βαρέλια με λάδια και κίτρα.

Ό,τι μπάζα υπήρχαν στο Ηράκλειο, εδώ τα έριχναν. Και η δική μας οικογένεια μεγάλωνε. Ο πατέρας μου, μέχρι να γεννηθώ εγώ, πάντρεψε πέντε κόρες. Μόλις παντρεύεται η μία, παραχωρούσε το σπίτι κι έχτιζε δίπλα. Το 1946 έφτιαξε την ταβέρνα με τη μορφή που έχει σήμερα. Δεν έχω κάνει παρεμβάσεις. Τότε είχε και μία καλαμωτή. Είχαμε μία βαρκούλα με πανάκι και φέρναμε τα καλάμια από την Αγία Πελαγία”.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει και το πώς εν τέλει η οικογένεια Παύλου απέκτησε τους τίτλους ιδιοκτησίας, εφόσον ενεπλάκη σε δύσκολους δικαστικούς αγώνες από το 1953 έως και το 1987.

“Το 1953 έγινε δικαστήριο για το οικόπεδο. Ιδιοκτήτης ήταν κάποιος Σιδεράκης γαιοκτήμονας που είχε περιουσία στη Φοινικιά”, διηγείται ο κ. Παύλου. “Είχε ένα συμβόλαιο του 1860 τουρκικό για 10 μιζούρια.

Ήταν μονάδα μέτρησης τότε για τις εκτάσεις.

Για παράδειγμα αν σε ένα στρέμμα έβγαζες 10 τσουβάλια κριθάρι, τότε αυτό αναλογούσε σε ένα μιζούρι. Μετρούσαν δηλαδή τα τετραγωνικά μέτρα, ανάλογα με το βάρος της παραγωγής του χωραφιού σου. Τότε η περιοχή πάνω από την παραλιακή λεωφόρο, ήταν γεμάτη χωράφια με σιτάρι και κριθάρι.

Η οδός Μίνωος ήταν αμπέλια! Αργότερα άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα σπιτάκια. Τότε λοιπόν έγινε το πρώτο δικαστήριο. Ο πατέρας μου όμως θεώρησε καλό να μην παραστεί καν. Μετά έγινε δικαστήριο μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Σιδεράκη για το οικόπεδο. Εμείς όμως από το 1955 και μετά πληρώναμε ένα ποσό στην Εφορία. Εκείνη τη δίκη την κέρδισε ο Σιδεράκης.

Και από τότε άρχισαν δικαστικοί αγώνες που κράτησαν έως το 1987. Στο μεταξύ για το οικόπεδο είχε δικαστεί ο πατέρας μου και κάποιος Σταγάκης που διατηρούσε φούρνο δίπλα στην Ταβέρνα. Μετά το 1947. Εν συνεχεία, δικηγόρος του Δημοσίου, λεγόταν Περάκης, συμβούλευσε τους γαμπρούς μου να διαχωρίσουν τη θέση τους από τον Καράβολα και το Σταγάκη, να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να πουν ότι τα σπίτια τους τα έχτισαν μόνοι τους. Και πραγματικά έτσι έγινε.

Τις δίκες τις κερδίσαμε εμείς και τυπικά με τον Καράβολα δεν είχαμε καμία δουλειά. Τα χρόνια περνούσαν βέβαια και φθάσαμε στο ‘87. Τότε έγινε το τελευταίο δικαστήριο στα Χανιά. Έγινε κι έφεση στον Άρειο Πάγο. Στο μεταξύ όμως πέθανε ο αντίδικος και από τότε έχουμε στα χέρια μας τίτλους ιδιοκτησίας”.

Στο μεσοδιάστημα, σύμφωνα με τα όσα μας διηγείται ο κ. Παύλου, η κατάσταση στην περιοχή έχει γίνει ανεξέλεγκτη. Οικοπεδοφάγοι, όπως μας λέει χαρακτηριστικά, κάνουν την εμφάνισή τους και μοιράζονται μεταξύ τους τις εκτάσεις...

Όσο για την περίοδο που η περιοχή του Καράβολα ήκμαζε ο κ. Παύλου επισημαίνει: “Εδώ στα βραχάκια, ειδικά την ημέρα της Αναλήψεως ερχόταν πλήθος κόσμου για να πιάσει τη “Μαλλιαρή”. Έρχονταν από τις 5 το πρωί. Χιλιάδες κόσμου.

Οι μικροπωλητές πουλούσαν παγωτά και “μαλλί της γριάς”. Για να καλύψω τις ανάγκες της ταβέρνας έπαιρνα καρέκλες από το μπουζουξίδικο του Μαγκάκη τις “Τζιτζιφιές”. Από την ταβέρνα αυτή και τότε και τώρα έχει περάσει πολύς κόσμος, επώνυμοι και μη”.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΕΩΝ

Γεμάτος υπερηφάνεια μας επιδεικνύει βιβλίο εντυπώσεων που διατηρεί. Ξεφυλλίζοντάς το κανείς, διαβάζει κολακευτικά σχόλια για τα εδέσματα και το ειδυλλιακό τοπίο, μεταξύ άλλων από το Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο Χατζιδάκι, πολιτικούς και καλλιτέχνες όπως το Δημήτρη Κρεμαστινό, το Νάσο Αλευρά, τη Νατάσα Καραμανλή, την Άννα Βίσση, το Δημήτρη Πιατά, τον Αντώνη Ρέμο και πολλούς άλλους.

“Κάθε τρεις και λίγο, έρχονται εδώ και τρώνε δήμαρχοι, νομάρχες, ο περιφερειάρχης”, υπερθεματίζει ο κ. Παύλου και σημειώνει ότι πολλές φορές η ταβέρνα του “Καράβολα” έχει καταχωρηθεί σε τουριστικούς οδηγούς του Ηρακλείου και σε καταλόγους γευσιγνωσίας.

Ειδικά για τον τομέα της προσφερόμενης γεύσης, σημειώνει ότι ανέκαθεν η σπεσιαλιτέ της μητέρας του, που σημειωτέον φρόντιζε την ταβέρνα και σε προχωρημένη ηλικία, ήταν οι σμυρνέικοι κεφτέδες τους οποίους έπρεπε να τους κόβεις με το μαχαίρι, όπως επισημαίνει.

Ο κ. Παύλου σήμερα αισθάνεται περήφανος που μία ολόκληρη περιοχή πήρε το όνομα της από το παρατσούκλι του πατέρα του. Όπως όμως μας εκμυστηρεύεται δεν θέλει να φύγει από τον Καράβολα με αφορμή τα Ολυμπιακά έργα. “Δεν λέω”, τονίζει, “να αναπτυχθεί το Ηράκλειο, να γίνει ανάπλαση της περιοχής, αλλά έστω και ένας να μείνει εδώ, εγώ θα είμαι ο δεύτερος”, διαμηνύει.

Αυτή εν πολλοίς, είναι η ιστορία ενός μικρού κομματιού της πόλης του Ηρακλείου. Μίας περιοχής που οι εκτάσεις της κάποτε ανήκαν σε Τούρκους, αργότερα στο Δημόσιο, στην παλιά Ηλεκτρική. Μίας περιοχής που όπως άλλαξε και ονόματα: Γυαλί Κιόσκι, Αρή Φαγά, Ανεμόμυλος και τελικά “Καράβολας” από το παρατσούκλι ενός Μικρασιάτη πρόσφυγα.



Αυτό το σπίτι το χτίσαμε μόνοι μας

Ανάλογη είναι και η ιστορία της οικογένειας της κ. Μαρίκας Δαλαβέρου, εμπόρου, που καταδεικνύει - αν και μεταγενέστερα - την κοινή νοοτροπία των πρώτων κατοίκων της περιοχής του Καράβολα, που αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Οπως μας διηγείται, οι γονείς της ο Κωνσταντίνος και η Ειρήνη Μαγαράκη, έφθασαν μεταπολεμικά στο Ηράκλειο από το Κράσι.

“Ο πατέρας” μου αφηγείται “αγόρασε το οικόπεδο από το γιατρό Βίκτωρα Βογιατζάκη.

Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται και στο συμβόλαιο, και μείναμε εκεί για πολλά χρόνια. Οσο καιρό δούλευε ο πατέρας μου, μέναμε εκεί, αργότερα μου το έγραψε εμένα. Γι’ αυτό το πονάω τόσο αυτό το σπίτι και δεν θέλω να φύγω. Γιατί το χτίσαμε μόνοι μας εγώ και ο άντρας μου. Εκείνος ήταν μαραγκός και εγώ μοδίστρα. Από το μεσημέρι και μετά, μόλις τέλειωνε τη δουλειά του, έχτιζε μόνος του τους τοίχους και εγώ τον βοηθούσα. Δεν μου το δώσανε δηλαδή έτοιμο να μπω να καθίσω”.

Οσο για την εικόνα που παρουσίαζε η ευρύτερη περιοχή πριν από 50 περίπου χρόνια, η κ. Δαλαβέρου σημειώνει ότι ήταν αλλιώτικη. Και συμπληρώνει: “Σήμερα θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετική. Αν μας αφήνανε δίνοντας οικοδομικές άδειες, θα μπορούσαμε να κάνουμε και εμείς πολλά πράγματα. Και κάτι άλλο, γιατί μπαζώνουνε τη θάλασσα; Εχει γίνει μια λάσπη και είναι ντροπή για τους ξένους που κατεβαίνουν εκεί. Κάποτε ήταν καλά. Τα παιδιά μου μπαίνανε στο νερό. Εκεί μάθανε μπάνιο, εκεί κολυμπούσανε. Είχαμε και μια βάρκα. Ακουγες και λέγανε, “στο σημείο εκείνο βρήκαμε χταπόδια”, “στο άλλο εκεί βρήκαμε αχινούς”. Βέβαια, υπήρχε πάντα ο οχετός στην άκρη στο Μπεντένι, αλλά ήταν τα νερά πιο καθαρά.

Παλιά, ερχόταν εδώ πολύς κόσμος.

Θυμάμαι της Αναλήψεως γινότανε χαμός. Κρατούσαν τα φαγητά τους και ερχόταν παρέες - παρέες”.

Αναπόφευκτα ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης με την κ. Δαλαβέρου περιεστράφη στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων και των Ολυμπιακών Εργων. “Δεν ξέρω για τους άλλους” επισημαίνει, “αλλά εγώ δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου. Εχω την ευκολία μου, την αυλή μου, την άνεσή μου. Και που να πάω μετά; Με τα χρήματα που θα δώσουνε, μπορώ να ξανακάνω σπίτι σαν αυτό που έχω;”

Κι η επωδός η ίδια για όλους όσοι διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας στην περιοχή: “Δεν θέλουμε να εμποδίσουμε τα Ολυμπιακά Εργα. Αλλά αν μείνει έστω και ένας, θα μείνουμε όλοι!”.