Tου Παναγιώτη Κατσίνα*

Εγώ θα πεθάνω, εσείς να δούμε

Μιχάλης Κατσαρός


Οι Κυριακές είναι μόνο για τον Κύριο, όχι για το Χάρο. Τις Κυριακές δεν γίνονται εκτελέσεις. Τις Κυριακές και τα μέλη του στρατοδικείου που καταδικάζουν σε θάνατο, και τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος που εκτελεί τις θανατικές αποφάσεις των δικαστηρίων και λέγεται εκτελεστικό γι’ αυτό το λόγο, παν στην εκκλησία.

Μια εκτέλεση που γίνεται νύχτα θεωρείται δολοφονία. Οι εκτελέσεις γίνονται ευθύς μετά την ανατολή του ηλίου, ώστε να μπορέσει ο μελλοθάνατος να δει το φως της μέρας για τελευταία φορά. Για τους μελλοθάνατους κομμουνιστές είναι έθιμο, ας το πούμε έτσι, να γυρνούν και να κοιτούν τον ανατέλλοντα ήλιο, πριν στηθούν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα: Ο ήλιος θ’ ανατέλλει πάντα σε πείσμα όλων των σκοταδιστών.

Το κράτος σε ρόλο δολοφόνου φροντίζει να ακολουθείται ένα τυπικό στις εκτελέσεις, ώστε να φανεί πως αυτές είναι κάτι το πάρα πολύ σοβαρό και επίσημο. Φροντίζει επίσης να γεμίζει με σφαίρες τα μισά μόνο από τα όπλα των ανδρών του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τα άλλα μισά έχουν άσφαιρα πυρά. Καθώς δεν ξέρεις αν το δικό σου όπλο ήταν γεμάτο θάνατο, διατηρείς την ελπίδα, πως εσύ δεν σκότωσες, κι έτσι μειώνεις τις τύψεις σου κατά 50%. Και ποτέ ένας εκτελεστής δεν μετέχει δύο φορές σε εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν πρέπει να αυξήσει τις πιθανότητες να είναι αυτός ο δολοφόνος.

Όλο αυτό το τελετουργικό το υπαγορεύει η θρησκεία της αγάπης. Η οποία μάλιστα, τόσο ενδιαφέρεται για το θύμα, που στέλνει παπά στον τόπο της εκτέλεσης, να φροντίσει για την ψυχή αυτού που θα πάει σε λίγο στην κόλαση. Γιατί, βέβαια, κανείς εκτελεσμένος δεν πάει στον παράδεισο. Ω, γελοίοι ταρτούφοι.

Είναι Κυριακή 30 Μαρτίου 1952. Στις 3 και 20 μετά τα μεσάνυχτα ξυπνάει απ’ τις φυλακές της Καλλιθέας η πομπή του θανάτου. Μπελογιάννης, Μπάτσης, Αργυριάδης, Καλούμενος. Τέσσερις “εχθροί της Πατρίδος” πρέπει να πεθάνουν γιατί πολύ αγάπησαν την Πατρίδα.

Σε λιγότερο από μία ώρα στις 4 και 10 όλα έχουν τελειώσει για τους “προδότες”. Ο ήλιος θέλει κάπου δύο ώρες να βγει. Η εκτέλεση θα γίνει υπό το φως των προβολέων των στρατιωτικών αυτοκινήτων.

Το εκτελεστικό απόσπασμα αποτελείται από άνδρες της Ε.Σ.Α. Πυρ/ Κ. Ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Δημήτρης Μπάτσης, ο Ηλίας Αργυριάδης και ο Νίκος Καλούμενος, ημέρα Κυριακή χωρίς να δούνε το φως του ηλίου, για τελευταία φορά, ξεκινούν για τον άλλο κόσμο από μία αλάνα κοντά στη μάντρα του νοσοκομείου “Σωτηρία”, δίπλα σχεδόν από το Πεντάγωνο. Θα μαζέψουν βιαστικά τα πτώματα, θα τα θάψουν στα γρήγορα, θα πλύνουν τα χέρια τους και θα παν στην εκκλησία να κάνουν το σταυρό τους σαν καλοί χριστιανοί που εκτέλεσαν το ελληνικό και το χριστιανικό καθήκον τους. Χιλιάδες κομμουνιστές έπαψαν να κάνουν κακό στην πατρίδα με τον ίδιο τρόπο. Αλλά αυτό που με συντρίβει στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η εκτέλεση καθεαυτή, είναι που δεν επέτρεψαν σε τέσσερις ανθρώπους που πολύ αγάπησαν την Ελλάδα να δουν το ελληνικό φως για τελευταία φορά. Κτήνη! Αυτή η εκτέλεση και μόνο με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε, με τον τρόπο που έγινε, δείχνει πως τούτος ο τόπος είναι καταδικασμένος σε θάνατο.

Την επομένη της έκδοσης της απόφασης για την καταδίκη σε θάνατο του Μπελογιάννη, η εφημερίδα (“Το Βήμα”) συνοδεύει το σχετικό ρεπορτάζ με μία εκπληκτική φωτογραφία. Ο άνθρωπος που μόλις πληροφορήθηκε απ’ τους δημίους του πως πρόκειται να πεθάνει, κοιτάει χαμογελαστός τους στρατοδίκες παίζοντας στο χέρι του ένα γαρύφαλλο. “Στο εξής ο Μπελογιάννης θα είναι “Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Έτσι, ονόμασε τον πίνακα που ζωγράφισε ο Πάμπλο Πικάσο με βάση την παραπάνω ιστορική φωτογραφία.

Δεν ξέρουμε πώς βρέθηκε εκείνη την ώρα στα χέρια του Μπελογιάννη ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Ξέρουμε, όμως, ποιος τράβηξε τις φωτογραφίες. Ήταν ο Δήμος Σακελλαρίου, φωτορεπόρτερ τότε, διάσημος διευθυντής φωτογραφίας στον Ελληνικό Κινηματογράφο αργότερα, αντάρτης στους Μαυροσκούφηδες του Βελουχιώτη λίγο πριν. Αλλά μια, αυτή που κρατάει το γαρύφαλλο κοντά στο πρόσωπό του, κάνει το γύρο του κόσμου μέσα από τον διεθνή Τύπο και την άλλη μέρα κιόλας φτάνει στα χέρια του Πικάσο. Κι έτσι, το χαμόγελο του Μπελογιάννη θα γίνει το δεύτερο, μετά απ’ αυτό της Τζιοκόντα, διάσημο χαμόγελο σ’ ολόκληρη την ιστορία της Τέχνης.

Μέσα σε μία εβδομάδα, η κυβέρνηση Πλαστήρα, παίρνει 250.000 τηλεγραφήματα απ’ όλο τον κόσμο με τα οποία σχεδόν όλοι οι επώνυμοι της γης ζητούν τη σωτηρία του. Ο στρατηγός Ντεγκόλ είναι ανάμεσα στους πρώτους. Ακολουθούν σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής. Απ’ την Αγγλία, 159 βουλευτές και των δύο κομμάτων, ζητούν κι αυτοί τη σωτηρία του. Ο Πωλ Ελυαρι, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Τσάρλυ Τσάπλιν, ο Πάμπλο Πικάσο και χιλιάδες άλλοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι απ’ όλο τον κόσμο προσπαθούν να σώσουν τον Μπελογιάννη. Απροσδόκητη εντελώς είναι η διαμαρτυρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνος. Αυτός ο έντιμος ιεράρχης λέει: “Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων Χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή”. Ούτε αυτά τα φοβερά λόγια θα συγκινήσουν τους σφαγείς. Η εκδικητική μανία των δοσιλόγων δεν κάμπτεται με τίποτα.

Τα κτήνη δεν συγκινούνται.

Υστερογράφημα

Αυτό που ιδιαίτερα με θλίβει στη χρεοκοπία του υπαρκτού σοσιαλισμού, είναι το μάταιον της θυσίας ανθρώπων της ποιότητας του Μπελογιάννη και του Μπάτση. Είναι τόσοι πολλοί οι κομμουνιστές που έδωσαν τη ζωή τους υπηρετώντας συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά τους που η θυσία τους αποκλείεται να είναι εντελώς μάταιη μέσα σε μία μακρόχρονη ιστορική προοπτική. Ίσως όλα αυτά που έκαναν δεν ήταν παρά μία εισαγωγή σ’ εκείνα που θα συμβούν τώρα που έλειψε το αντίπαλο δέος και ο καπιταλισμός αρχίζει και πάλι να τρώει τις σάρκες του, κατά την παγία συνήθειά του. Μπορεί να σφάχτηκαν οι κομμουνιστές μεταξύ τους, αλλά οι καπιταλιστές σφάζονται διαρκώς και με υποδειγματικό ζήλο. Η καλή ώρα Νίκο για την επανάσταση.

* Ο Παναγιώτης Κατσίνας είναι εργάτης ευκαιρίας