του Χρήστου Κάτσικα

Βαθιά διχασμένος παραμένει ο ελληνικός πληθυσμός όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του επίπεδο. Ενώ ήδη οι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ-ΤΕΙ) έφτασαν στον αριθμό - ρεκόρ 1.265.168 ξεπερνώντας το 16% του πληθυσμού ηλικίας 25 ετών και άνω, η χρόνια «πληγή» του αναλφαβητισμού παραμένει βαθιά καθώς 3,8 εκατομμύρια κάτοικοι ηλικίας 16 ετών και άνω, κοντολογίς ο ένας στους τρεις, δεν έχουν ολοκληρώσει την βασική - στοιχειώδη εκπαίδευση, το υποχρεωτικό 9χρονο σχολείο (Δημοτικό – Γυμνάσιο).

Η εγκατάλειψη του υποχρεωτικού σχολείου στη χώρα μας έχει «μακρά ιστορία» και εκατοντάδες χιλιάδες θύματα. Στην τελευταία Απογραφή Πληθυσμού αποκαλύπτεται ότι 1.000.000 άτομα, δηλαδή, περίπου ένας στους δέκα κατοίκους, δεν έχουν ολοκληρώσει ούτε το δημοτικό σχολείο ενώ περίπου 2.800.000 άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω δεν έχουν ολοκληρώσει την βασική - στοιχειώδη εκπαίδευση, το υποχρεωτικό 9χρονο σχολείο (Δημοτικό – Γυμνάσιο).

Το σημαντικότερο; Ανάμεσα στις δυο απογραφές (1991 – 2001) περίπου 120.000 παιδιά δεν ολοκλήρωσαν τη 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση παρ΄ όλο που βρίσκονταν σε σχολική ηλικία όταν αυτή θεσμοθετήθηκε ως υποχρεωτική. Σήμερα, 32 χρόνια μετά την Συνταγματική κατοχύρωση της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, περίπου 8.000 παιδιά εξακολουθούν να εγκαταλείπουν κάθε χρόνο το Γυμνάσιο!



Εγκαταλείπουν 7.000-8.000 παιδιά το χρόνο...



Όσο κι αν ηχεί παράταιρα μέσα στην κυρίαρχη ρητορική «της ταχύτητας της γνώσης, της κοινωνίας της πληροφορίας και των λεωφόρων του κυβερνοχώρου», σήμερα, 32 ολόκληρα χρόνια μετά την Συνταγματική θεσμοθέτηση της «9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης» (Σύνταγμα της Ελλάδας 1975, Άρθρο 16, παρ. 3) χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο δεν ολοκληρώνουν το υποχρεωτικό σχολείο (Γυμνάσιο), η φοίτηση στο οποίο θεωρείται η βάση για την απόσπασή τους από τον κόσμο του αναλφαβητισμού, για τη διεκδίκηση βασικών και θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Αν παρακολουθήσει κανείς την πορεία του μαθητικού πληθυσμού από την εγγραφή του στο Γυμνάσιο (Α΄ τάξη) μέχρι την έξοδό του (Γ΄ τάξη) θα διαπιστώσει ότι χιλιάδες μαθητές «χάνονται» σ΄ αυτή την πορεία με ναρκοθετημένο το μέλλον τους πριν ακόμη κοπεί η «κορδέλα των εγκαινίων» της εφηβικής τους ηλικίας.

Π.χ ενώ το 2004/05 γράφτηκαν στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου 122.489 χιλιάδες μαθητές τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2007 στην Γ΄ τάξη, βρέθηκαν λιγότεροι κατά 12.876 χιλιάδες (πίνακας 1). Αν αφαιρέσουμε από αυτόν τον αριθμό ένα ποσοστό μαθητών που παρουσιάζονται μόνιμα στα μαθητολόγια ως εγγραφέντες και μη φοιτήσαντες, και ένα τμήμα που καταφεύγει στα εσπερινά Γυμνάσια, τότε, με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι περίπου 8.000 παιδιά σε ετήσια βάση δεν ολοκληρώνουν το υποχρεωτικό σχολείο.



Κοινωνικο-οικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες



Οι N. Αττικής, Θεσσαλονίκης, Χανίων, Αχαΐας, Χίου, Δωδεκανήσου έχουν το μικρότερο ποσοστό ατόμων που δεν ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση (35-49%) ενώ οι ν. Ροδόπης, Ευρυτανίας, Ξάνθης, Καρδίτσας και Γρεβενών έχουν το 63-67% των κατοίκων τους με σχολικές γνώσεις χαμηλότερες από τις υποχρεωτικές.

Ο παράγοντας φτώχεια – ανεργία – πολιτιστική στέρηση συντελεί σημαντικά στην πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και στην εκπαιδευτική αποστέρηση.

Μια ματιά στα βασικά χαρακτηριστικά των Νομών που παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου φανερώνει ότι πρόκειται για περιφερειακούς νομούς, αγροτικούς κατά βάση και οικονομικά στερημένους. Για παράδειγμα δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι παραπάνω ν. Ευρυτανίας, Καρδίτσας και Γρεβενών καθώς και οι ν. Ξάνθης και Ροδόπης βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις στους «βασικούς δείκτες εισοδήματος και ευημερίας» με πολύ χαμηλό δηλωθέν εισόδημα ανά κάτοικο, με χαμηλές αποταμιευτικές καταθέσεις αλλά και κακή αναλογία σχολείων, νοσοκομείων, ιατρών, δασκάλων κλπ.

Ένα νήμα φαίνεται να συνδέει τη σχολική πορεία πολλών παιδιών από την «άγονη» Ευρυτανία, την αγροτική Ηλεία και την περιθωριοποιημένη Λακωνία, τη «μειονοτική» Ξάνθη και τη Ροδόπη, τις «μητροπόλεις» του τουρισμού, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και τα Ιόνια και τις φτωχογειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων με τους χιλιάδες αλλοδαπούς και παλιννοστούντες αλλά και τα Τσιγγανόπουλα που δεν πηγαίνουν καθόλου ή εγκαταλείπουν πρόωρα το υποχρεωτικό σχολείο σε ποσοστό 25 – 30%: εδώ συγκεντρώνονται τα μεγαλύτερα ποσοστά μαθητικής διαρροής από την υποχρεωτική εκπαίδευση γεγονός που «αιχμαλωτίζει» το εκπαιδευτικό τους μέλλον στην προοπτική της παραγωγής και αναπαραγωγής του αναλφαβητισμού.

Έτσι στα σχολεία της Αθήνας «μετά τον Κηφισό» και στον Πειραιά, η πρόωρη εγκατάλειψη του υποχρεωτικού σχολείου καταγράφει διπλάσια ποσοστά σε σχέση με τα σχολεία της Βόρειας και Ανατολικής Αττικής και εάν κάποιος πλησίαζε το μικροσκόπιο στη σύγκριση δήμων π.χ από τη μια των Δήμων Αγίας Παρασκευής, Χολαργού, Κηφισιάς, Αμαρουσίου, Ψυχικού και από την άλλη των Λιοσίων, της Αγίας Βαρβάρας, της Ελευσίνας, του Ασπροπύργου, των Αγίων Αναργύρων, του Περιστεριού, του Κερατσινίου, του Περάματος κλπ τότε θα διαπίστωνε δια γυμνού οφθαλμού πολύ μεγαλύτερες διαφορές.

Παράλληλα η παρακολούθηση της εξέλιξης της πορείας των μαθητών Γυμνασίου στο Λαγκαδά και το Δυτικό τμήμα της Θεσσαλονίκης, δηλαδή το πιο φτωχικό τμήμα του νομού, φανερώνει ότι η «άλλη» Θεσσαλονίκη, «παρακάμπτει» το σχολείο σε μεγάλα ποσοστά. Έτσι σύμφωνα με την Φ. Κουρτίδου, την Ε. Μπρίκα, την Ε. Πασχαλίδου τον Χ. Ρουμπίδη και τον Γ. Παπαδόπουλο που ερεύνησαν τη μαθητική διαρροή στα Γυμνάσια αυτής της περιοχής για λογαριασμό της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του ν. Θεσσαλονίκης καταγράφηκε διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση της τάξης του 15,5%. Η ταυτότητα των παιδιών; Παιδιά φτωχών αγροτών και εργατών, παιδιά ανέργων, τσιγγάνων και μεταναστών.

Από την άλλη τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων των νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου τροφοδοτούν, κατά κύριο λόγο, την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου προκειμένου να προσφέρουν την «εργατική τους δύναμη» στην αυξημένη ζήτηση που δημιουργεί η βιομηχανία του τουρισμού η οποία αθόρυβα έχει επιβάλλει κατά κάποιο τρόπο, ένα ιδιαίτερο «ήθος», τα κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η εναγώνια αναζήτηση σύνδεσης με τις τουριστικές επιχειρήσεις και τα «προϊόντα» τους (γρήγορο κέρδος, καταναλωτισμός) και η απόρριψη - σνομπάρισμα κάθε μορφής εργασίας που προϋποθέτει εκπαίδευση.