Της Ηλέκτρας Καμπουράκη-Πατεράκη, μαθηματικού

Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης ή Καλλέργης και o Νικόλαος Βλαστός κατάγονταν από αρχοντικές οικογένειες του Ρέθυμνου. Και οι δυο είχαν τις ρίζες τους στα 12 αρχοντόπουλα του Βυζαντίου. Ο Ζ. Καλλιέργης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1473 και πήγε στη Βενετία γύρω στο 1490, όπου αρχικά εργάστηκε ως αντιγραφέας χειρογράφων. Ήταν λόγιος, καλλιγράφος, αντιγραφέας χειρογράφων, σχεδιαστής και κατασκευαστής τυπογραφικών στοιχείων, διορθωτής και επιμελητής κλασικών κειμένων. Αυτή η πολύπλευρη δραστηριότητα του δείχνει άνθρωπο με ευρεία μόρφωση στις τέχνες και τα γράμματα.

Ο Ν. Βλαστός γεννήθηκε και αυτός στο Ρέθυμνο στα μέσα του 15ου αιώνα, και στη Βενετία βρισκόταν τουλάχιστον από το 1480. Ήταν φιλόλογος, καλλιγράφος, αντιγραφέας χειρογράφων και συγχρόνως χαράκτης και σχεδιαστής τυπογραφικών στοιχείων. Στον κύκλο των τυπογράφων της Βενετίας γνώρισε τον Άλδο Μανούτιο και συνδέθηκε φιλικά μαζί του. Εκεί γνώρισε και το συμπατριώτη του Ζ. Καλλιέργη που συνεργάστηκε μαζί του σε τυπογραφικές εργασίες.



Η ίδρυση

του τυπογραφείου των Ζαχαρία Καλλιέργη-Νικολάου Βλαστού



Το 1499 ο Ζ. Καλλιέργης και ο Ν. Βλαστός ίδρυσαν στη Βενετία τυπογραφείο, που ήταν ένα από τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στην πόλη αυτή.

Το ποιος δημιούργησε το τυπογραφείο και πώς λειτούργησε η μεταξύ τους συνεργασία είναι αδιευκρίνιστο.

Κατά τον Κ. Σάθα ιδρυτής του τυπογραφείου ήταν ο Ν. Βλαστός, ενώ οι Ζ. Καλλιέργης και Ι. Γρηγορόπουλος, που μνημονεύονται μαζί του, ήταν τυπογράφοι ή διευθυντές της τυπογραφίας.

Ο Ν. Κοντοσόπουλος λέει: Το τυπογραφείο του Καλλιέργη κατέστη αληθές Κρητικόν εργαστήριον.

Στο «Χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας» του Ν. Σκιαδά διαβάζουμε:

Το τυπογραφείο όμως, που επισκίασε όλα τα άλλα τυπογραφεία της Βενετίας, ήταν εκείνο που ιδρύθηκε στα 1499, πιθανότατα από την Άννα Νοταρά, τη μνηστή του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που χαρακτηρίζεται, πολύ σωστά, ως η πρώτη ελληνική τυπογραφία.

Όπως και να έχει το πράγμα, το τυπογραφείο αυτό με τη συνεργασία Καλλιέργη – Βλαστού έμεινε ονομαστό για τις εκδόσεις του.

Η Κρητική ταυτότητα του τυπογραφείου.

Χαρακτηριστικό του τυπογραφείου αυτού είναι το ότι όλοι όσοι δούλευαν σ’ αυτό ήταν Κρητικοί, γι’ αυτό πολύ σωστά ο Ν. Κοντοσόπουλος το χαρακτηρίζει ως ένα Κρητικό εργαστήρι.

Πράγματι, οι σχεδιαστές, οι χαράκτες και κατασκευαστές τυπογραφικών στοιχείων, οι διορθωτές και επιμελητές των κειμένων, οι χορηγοί και οι εκδότες των έργων ήταν όλοι Κρητικοί.

Στο πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε, το Μέγα Ετυμολογικό, ο Μ. Μουσούρος προτάσσει ένα χαρακτηριστικό στιχούργημα, στο οποίο τονίζει με περηφάνια ότι όλοι όσοι εργάστηκαν και έφεραν σε πέρας την έκδοση αυτή ήταν Κρητικοί.

Κρης γάρ ο τορνεύσας, τα δε χαλκεία Κρης ο συνείρας,

Κρης ο καθ’ εν στίξας, Κρης ο μολυβδοχύτης,

Κρης δαπανά νίκης ο φερώνυμος αυτός ο κλείων,

Κρης τάδε. Κρησίν ο Κρης ήπιος αιγίοχος.

Και σε νεοελληνική μετάφραση του Λίνου Πολίτη:

Γιατί Κρητικός είναι αυτός που τα σκάλισε,

Κρητικός αυτός που αράδιασε τους χάλκινους τύπους,

Κρητικός αυτός που τα κέντησε ένα - ένα,

Κρητικός αυτός που τα έχυσε στο μολύβι

Και Κρητικός κάνει τα έξοδα εκείνος που έχει το όνομα της νίκης.

Κρητικός κι αυτός που γράφει τούτο το εγκώμιο.

Σημείωση1: Ο Μάρκος Μουσούρος(1470-1517) γεννήθηκε στο Ηράκλειο και καταγόταν από την αρχοντική Ρεθεμνιώτικη οικογένεια των Μουσούρων. Είχε λάβει εξαιρετική μόρφωση στη Κρήτη από τον Αριστόβουλο Αποστόλη και στη Φλωρεντία από τον περίφημο ελληνιστή Ιανό Λάσκαρη .Ήταν φιλόλογος, κριτικός και επιμελητής εκδόσεων και γνώριζε άριστα την ελληνική και τη λατινική γλώσσα. Δίδαξε ως καθηγητής στην έδρα των ελληνικών στα Πανεπιστήμια της Πάντοβας και της Βενετίας καθώς και στο Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης. Είχε διάσημους μαθητές όπως ο Έρασμος. Ο κορυφαίος αυτός φιλόλογος της Αναγέννησης συνεργάστηκε με τον Άλδο ως επιμελητής των εκδόσεων του. Επίσης επιμελήθηκε έργα του τυπογραφείου των Ζ. Kαλλιέργη- Ν. Βλαστού οι οποίοι με τη συνεργασία του καθώς και του Ιωάννη Γρηγορόπουλου πραγματοποίησαν τη θαυμάσια έκδοση του Μεγάλου Ετυμολογικού.

Ο Ιωάννης Γρηγορόπουλος ήταν επίσης Κρητικός και καταγόταν από το Ηράκλειο. Στη Βενετία πήγε το 1494 και έγινε δεκτός στο κύκλο των Ελλήνων λογίων και καλλιγράφων στον οποίο ανήκε ο δάσκαλός του Αρ. Αποστόλης και ο Μ. Μουσούρος. Ο πατέρας του και ο αδελφός του ήταν γνωστοί κωδικογράφοι και έτσι ο Ιωάννης από νωρίς ασχολήθηκε με την αντιγραφή χειρογράφων. Στην αρχή εργάστηκε ως καλλιγράφος και αργότερα ως διορθωτής στο τυπογραφείο των συμπατριωτών του Ζ. Kαλλιέργη και Ν. Βλαστού και συνεργάστηκε στην έκδοση του Μεγάλου Ετυμολογικού και σε άλλες εκδόσεις του ίδιου τυπογραφείου.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν και οι εξής συμπληρωματικές πληροφορίες:

Το Μέγα Ετυμολογικόν πέρας είληφεν ήδη συν θεώ εν Ενετία αναλώμασι μεν του ευγενούς και δοκίμου ανδρός κυρίου Νικολάου Βλαστού του Κρητός, παραινέσει δε της λαμπροτάτης κυρίας Άννης θυγατρός του πανσεβεστάτου και ενδοξοτάτου κυρίου Λουκά Νοταρά ποτέ Μεγάλου Δουκός της Κων/πόλεως, πόνω δε και δεξιότητι Ζ. Καλλιέργου του Κρητός.

Εδώ βλέπομε ότι ο Ν. Βλαστός ήταν ο χορηγός της έκδοσης ενώ ο ρόλος της Άννας Νοταρά ήταν συμβουλευτικός. Στον Ζ. Καλλιέργη αποδίδεται ο κόπος και η τέχνη.

Σημείωση2: Η Άννα Νοταρά, που όπως γράψαμε ήταν μνηστή του αυτοκράτορα Κων/τίνου Παλαιολόγου, μετά την άλωση της Κων/πολης κατέφυγε στη Βενετία.



Το Μέγα Ετυμολογικό



Το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στο τυπογραφείο αυτό το 1499 ήταν το «Ετυμολογικόν το Μέγα κατά αλφάβητον» και η προετοιμασία του κράτησε 6 χρόνια. Τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν είχαν τους τόνους και τα πνεύματα ενσωματωμένα στα γράμματα. Ορισμένοι αναφέρουν ότι σχεδιάστηκαν και κόπηκαν από τον Ζ. Καλλιέργη με πρότυπο το γραφικό του χαρακτήρα.

Η επινόηση της ενσωμάτωσης των τόνων και των πνευμάτων με τα γράμματα ήταν έργο του Βλαστού, ο οποίος ένα χρόνο πριν από την έκδοση του Μεγάλου Ετυμολογικού, το 1498, βραβεύτηκε από τη Βενετική Γερουσία για τη γραμματοσειρά που επινόησε, στην οποία οι τόνοι και τα πνεύματα είναι ενωμένα με τα γράμματα, και για την επινόησή του αυτή πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Γεννιέται λοιπόν η απορία γιατί ο Βλαστός αναφέρεται απλώς ως χορηγός. Ο Βλαστός είχε καλλιτεχνικές και τεχνικές ικανότητες αναγνωρισμένες. Μάλιστα ένα καλλιγραφημένο χειρόγραφό του (με αριθμό 2939), που το αντέγραψε και υπέγραψε το 1484, βρίσκεται σήμερα στη βιβλιοθήκη του Παρισιού.

Η έκδοση του Μεγάλου Ετυμολογικού ήταν πολυτελής και θεωρείται μοναδική για την εποχή εκείνη. Σε ορισμένα έντυπα οι ξυλογραφίες του εξώφυλλου ήταν τυπωμένες με αληθινό χρυσάφι.

Το έργο αυτό, που είναι το ωραιότερο της ελληνικής τυπογραφίας, κοσμείται με πολλά επίτιτλα και πρωτογράμματα, περίτεχνα καλλιτεχνήματα βυζαντινού τύπου, τα οποία είναι τυπωμένα με κόκκινη μελάνη και δείχνει την ομοιότητα του με το χειρόγραφο. Ολόκληρο το έργο είναι ένα τυπογραφικό κόσμημα.

Το βιβλίο αυτό είναι σπάνιο σήμερα. Υπάρχει ένα μόνο αντίτυπο στη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Το δώρισε ο Κ. Σάθας, που το αγόρασε από κάποιον παλαιοπώλη στο Άμστερνταμ.

Την ίδια χρονιά που τυπώθηκε το Ετυμολογικό τυπώθηκε στο ίδιο τυπογραφείο και το έργο «Υπόμνημα εις τας δέκα κατηγορίας του Αριστοτέλους» του Σιμπλικίου. Ακολούθησαν δύο ακόμη εκδόσεις τον επόμενο χρόνο, το «Υπόμνημα εις τας πέντε φωνάς Πορφυρίου» του Αμμωνίου και η «Θεραπευτική μέθοδος» του Γαληνού, ιατρικό σύγγραμμα.

Μετά από δυο χρόνια λειτουργίας το τυπογραφείο έκλεισε για οικονομικούς λόγους. Μεγάλο μέρος από το τυπογραφικό υλικό του το χορήγησε ο Βλαστός στον τυπογράφο της Φλωρεντίας Giunta (Ιούντα) με αντάλλαγμα να μνημονεύεται το όνομά του στις Φλωρεντιανές εκδόσεις.

Έτσι η συνεργασία Καλλιέργη - Βλαστού διακόπηκε.

Για το Βλαστό δεν γνωρίζουμε αν συνέχισε τις τυπογραφικές του δραστηριότητες. Ο Μ. Μουσούρος μιλάει με εκτίμηση για το Βλαστό και λέει ότι ήταν γεμάτος ελληνικό φρόνημα και ότι δαπάνησε τους θησαυρούς του προς κοινή ωφέλεια του γένους.

Βαθιά εκτίμηση και εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του έτρεφε και η Άννα Νοταρά, όπως προκύπτει από τη διαθήκη της. Στο ημερολόγιο του Μαρίνου Σανούτου αναφέρεται πως το 1514 ο Μ. Βλαστός έγινε κληρονόμος μέρους της μεγάλης περιουσίας της Α. Νοταρά και πληρεξούσιος του συνόλου της διαθήκης της.



Η επανίδρυση

του τυπογραφείου



Ο Απόκοπος του Μπεργαδή.



Ο Καλλιέργης, αφού για αρκετά χρόνια ασχολήθηκε με την αντιγραφή χειρογράφων, το 1509 επανίδρυσε το τυπογραφείο στη Βενετία. Τύπωσε 4 βιβλία από τα οποία το Ωρολόγιο, τα Εξεψάλματα και η Έκθεση παραινετική είναι λειτουργικά και προορίζονταν για την εκκλησία και για σχολική διδασκαλία. Το τέταρτο είναι ο Απόκοπος, ποίημα του Κρητικού Μπεργαδή. Είναι το πρώτο λαϊκό λογοτεχνικό ανάγνωσμα που τυπώθηκε σε βιβλίο.

Το όνομα του ποιήματος (ο τίτλος του) Απόκοπος, προέρχεται από τον πρώτο στίχο του ποιήματος:

Μίαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην (επιθύμησα).

Στο ποίημα αυτό ο Μπεργαδής περιγράφει μια κάθοδό του στον Άδη μέσα από ένα όνειρο.

Στα βιβλία αυτά τα επίτιτλα και τα πρωτογράμματα, αν και είναι πάλι βυζαντινού τύπου, διαφέρουν από αυτά των προηγούμενων εκδόσεων και η ερυθροτυπία είναι περιορισμένη.

Το τυπογραφείο αυτό λειτούργησε μόνο ένα χρόνο.



Ο Καλλιέργης

στη Ρώμη.



Η τελευταία τυπογραφική περίοδος (δραστηριότητα) του Καλλέργη είναι στη Ρώμη, όπου τον βρίσκομε μετά το 1513 να εργάζεται ως δάσκαλος στο Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης και ως τυπογράφος και εκδότης στο τυπογραφείο του Γυμνασίου. Μερικά από τα βιβλία που τύπωσε στο διάστημα αυτό, με τη συνεργασία και άλλων τυπογράφων και χορηγών, είναι:

Τα έργα του Πινδάρου (1515),

Ειδύλλια του Θεοκρίτου (1515),

Εκλογή αττικών ρημάτων και ονομάτων του Φρυνίχου (1517),

Η Οκτώηχος (1520),

Τα Ερωτήματα του Εμμανουήλ Χρυσολωρά (1522) κ.ά.

Η γραμματοσειρά που χρησιμοποίησε κατά την τελευταία αυτή περίοδο είναι παρεμφερής με τις προηγούμενες, ενώ η ερυθροτυπία είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Μετά το 1523 ασχολήθηκε πάλι με αντιγραφή κωδίκων. Ο Ζ. Καλλιέργης θεωρείται ο καλύτερος Έλληνας τυπογράφος του 15ου και 16ου αιώνα. Οι εκδόσεις του υπήρξαν παράδειγμα προς μίμηση για τους άλλους τυπογράφους.